Η επέτειος γιορτάζεται με ένα από τα καλύτερα κείμενα που έχουν, ίσως, έως τώρα δημοσιευθεί.
Όπως και κάθε χρόνο, η ενότητα ευχαριστεί όσους συμμετέχουν και συνεισφέρουν.
Και του χρόνου με υγεία!
Πηγή: το βιβλίο «Κάτω από τη γη» (“The Underground Man”) του Βρετανού συγγραφέα Mick Jackson, σε μετάφραση Λητώς Σεϊζάνη, από τις εκδόσεις «Νεφέλη», Ασκληπιού 6, 10680 Αθήνα, Τηλ. 210 3607744, 3639962, Fax: 3623093
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://s2.postimage.org/K_FmS.jpg
rn«…………..
rnΚαι σαν το γουρούνι που αναζητά τρούφες, ο αιδεσιμότατος ξαναγύρισε στο σκάλισμα των συρταριών του με τα κόκαλα. Έβγαζε στην επιφάνεια ένα ένα τα δείγματα και μου τα προσέφερε κι ενώ εγώ εξέταζα ένα απ' αυτά, εκείνος έσκαβε με μανία για το επόμενο, τόσο που η αγκαλιά μου γέμισε πολύ σύντομα κόκαλα. Όλα, με διαβεβαίωσε ο αιδεσιμότατος, ανήκαν σε πλάσματα που είχαν περιπλανηθεί στην περιοχή μας πριν από πολλούς αιώνες. Ο βίσονας, ο τάρανδος, τα μαμούθ, τα άγρια άλογα... είχαν αρχίσει να με βαραίνουν. Καθώς στριφογύριζα στην καρέκλα μου, τρίβονταν μεταξύ τους κι έχαναν έναν παράξενο οξύ θόρυβο, αλλά ο αιδεσιμότατος ήταν υπερβολικά βυθισμένος στο παρελθόν, για να μπορεί να προσέξει τη δυσφορία μου εκείνη την ώρα.rnΣε κάποια στιγμή τον ρώτησα με τι εργαλεία συνήθιζε να ξεθάβει αυτά τα απομεινάρια.rn«Α, μ' ένα κουταλάκι και μια μικρή βούρτσα», μου είπε, εξακολουθώντας να ψαχουλεύει. «Το έδαφος στις σπηλιές είναι όλο λάσπες. Το έχετε δει; Τέλειο, για να διατηρηθούν. Αλλά δε θα 'χαμε ιδέα του τι υπήρχε εκεί κάτω, αν ο αγρότης, που χρησιμοποιούσε μια από τις σπηλιές σαν στάνη για το κοπάδι του, δεν πατούσε πάνω σε κάποια απολιθώματα» .rnΣταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε πάνω από τα συρτάρια του.rn«Δεν έχετε δει καθόλου τις σπηλιές από τότε που τις συγύρισαν, Υψηλότατε;»rnΤου είπα ότι δεν τις είχα δει και παραδέχτηκα ότι δεν ήμουν σε θέση να θυμηθώ αν είχα μπει ποτέ εκεί μέσα παρ' όλο που περνάω συχνά από μπροστά τους με την άμαξα.rn«Κι όμως είστε άνθρωπος του υπεδάφους εσείς», μου απάντησε. «Καλά, πρέπει να πάμε μαζί. Ναι, βέβαια, πρέπει να πάμε», κι άρχισε να κουνάει το κεφάλι του. «Πρέπει να πάμε αυτή τη στιγμή».rnΣταμάτησε, για ν' αρχίσω κι εγώ να γνέφω μαζί του. «Θαυμάσια. Θα σας ξεναγήσω στις σπηλιές σας».rnΚουνούσε τώρα το κεφάλι του τόσο δυνατά που τα δυο συρτάρια στην αγκαλιά του άρχισαν να πηγαίνουν πέρα δώθε. Αλλά εντελώς ξαφνικά σταμάτησε και σήκωσε το δάχτυλό του -για να επανέλθουμε και οι δυο στην τάξη. «Προτού ξεκινήσουμε», είπε σοβαρά, «ένα τελευταίο κόκαλο».rnΜε μεγάλη προσοχή μου παρουσίασε ένα σχεδόν κυκλικό κομμάτι κάποιου οστού πολύ μικρό αλλά βαρύ σαν πέτρα.rn«Και ποιόν έχουμε εδώ;», ρώτησα τον αιδεσιμότατο.rn«Το μαλλιαρό ρινόκερο», μου απάντησε με εμφανή υπερηφάνεια. «Πολύ σπάνιος!».rn«Ρινόκερος στο Νοτιγχαμσάιρ;», τον ρώτησα.rnΜου απάντησε με το πιο βέβαιο, με το πιο σοφό νεύμα του.rnΕίχα εντυπωσιαστεί. «Αν δεν σας ενοχλεί που σας ρωτάω, αιδεσιμότατε, πώς ξέρετε ότι ανήκει σε μαλλιαρό ρινόκερο;»rnΜου έδειξε μια στοίβα βιβλία. «Είναι όλα γραμμένα εκεί», μου είπε κι αναστέναξε σαν να θυμόταν όλες τις κουραστικές ώρες της ανάγνωσης, όλους τους μήνες που πέρασε με το κεφάλι του μέσα σ' ένα βιβλίο.rn«Αλλά, ξέρετε, πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί λιγάκι κι αυτό» και χτύπησε στο πλάι το στρογγυλό του κεφάλι.rn«Φυσικά», είπα παρ' όλο που, με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, ήμουν όλο και λιγότερο σίγουρος για ποιο πράγμα μιλούσαμε. «Κατά τη γνώμη σας, με τι μπορεί να μοιάζει ένας μαλλιαρός ρινόκερος;»rn«Μάλιστα, να σας πω...» Ο αιδεσιμότατος χρειάστηκε λίγη ώρα, για να το σκεφτεί. Κοίταξε μακριά σαν ν' ατένιζε όλους τους περασμένους αιώνες. «Θά 'λεγα ότι μοιάζει ακριβώς σαν τον σύγχρονο ρινόκερο... αλλά με λίγο περισσότερες τρίχες».rnΜετά λύπης μου ομολογώ ότι σ' αυτό το σημείο έχασα κάπως την εκτίμηση που είχα για τους αρχαιολόγους, τόσο που αναρωτήθηκα αν με τη βοήθεια μερικών βιβλίων δε θα μπορούσα κι εγώ καθώς και η κυρία Πλέτζερ να αποδειχτούμε εξίσου έμπειροι αρχαιολόγοι, όσο κι ο ίδιος ο Μέλλορ.
Χρειαστήκαμε λιγότερο από μισή ώρα, για να φτάσουμε μέσα από τα λιβάδια στις σπηλιές, με τον αιδεσιμότατο να έχει ανοίξει εντυπωσιακά το βήμα του. Μια πόρτα με πέντε αμπάρες και λουριά περασμένα γύρω της ήταν το μόνο πράγμα που μας έχανε να καθυστερήσουμε πραγματικά.rnΟι είσοδοι στις σπηλιές έχουν περίπου δεκαπέντε μέτρα ύψος και βρίσκονται σε μια τεράστια απόκρημνη πλαγιά. Από μακριά μοιάζουν με το ανοιχτό στόμα ενός ηλίθιου που χάσκει. Σταθήκαμε στην αρχή της απότομης ανηφόρας που οδηγεί στις εισόδους. Ο αιδεσιμότατος σήκωσε τη μύτη του κι οσμίστηκε τον αέρα.rn«Παγωνιά...», είπε.rnΣκεφτόμουν ακόμα αυτό που είπε όταν εκείνος αποφάσισε να επιτεθεί στην αμμώδη πλαγιά, αφήνοντας πίσω του μια γραμμή από σκόνη. Τέλος πάντων, δεν μπορούσα να χάνω τίποτε άλλο, από το να τον ακολουθήσω, οπότε ξεκίνησα με το δικό μου στραβοκάνικο βηματισμό. Σύντομα κατάφερα να τον φτάσω κι άρχιζα να εξοικειώνομαι με το φαρδύ πισινό του, έχοντας παράλληλα κάθε λόγο να ελπίζω ότι δε θα έχανε ξαφνικά τη φόρα του.rnΉμαστε κι οι δυο καλά προστατευμένοι από τα πανωφόρια μας κι ο σύντομος βηματισμός μας έκανε να ζεσταθούμε. Όταν πια είχαμε σκαρφαλώσει στο τελευταίο κομμάτι του απότομου μονοπατιού, καθήσαμε σ' ένα βράχο κοντά στην είσοδο της σπηλιάς, για να κοιτάξουμε τον ποταμό κάτω και να συνέλθουμε από την κούραση.rnΕξακολουθούσαμε να ήμαστε πολύ λαχανιασμένοι, για να χάνουμε οποιαδήποτε συζήτηση κι ο ιδρώτας έβρεχε ακόμη το μέτωπό μου όταν ο αιδεσιμότατος έψαξε μέσα στο σακίδιο του κι ανέσυρε μια μικρή λάμπα πετρελαίου.rn«Ας κάνουμε μια μικρή επιθεώρηση, εντάξει;», είπε κι ακούμπησε τη λάμπα στο έδαφος ανάμεσα στους δυο μας. Έπειτα έβγαλε από την τσέπη του γιλέκου του μια πορσελάνινη θήκη με σπίρτα, στο σχήμα ενός χερουβείμ πού το κεφάλι περιστρεφόταν κι έγερνε πίσω αποκαλύπτοντας τα σπίρτα που υπήρχαν κρυμμένα μέσα. Ο Μέλλορ πήρε ένα και το έτριψε στο κάτω μέρος της θήκης.rn«Δείξε μας το δρόμο, παιδί μου», είπε καθώς το σπίρτο πήρε ζωή.rnΠροχωρήσαμε σ' ένα υγρό, στενό πέρασμα που πήγαινε κατ' ευθείαν μέσα στο βράχο. Τη στιγμή που πατήσαμε εκεί μέσα ένιωσα τη θερμοκρασία να πέφτει κατακόρυφα και κάθε αναπνοή μου να μεταμορφώνεται αμέσως σ' ένα τρομερό τίναγμα του στήθους.rn«Δεν απορώ που τα κόκαλα διατηρούνται τόσο χαλά» , είπα στον Μέλλορ. «Εδώ μέσα είναι σαν να 'σαι σε αποθήκη πάγου».rnΜε τη λάμπα του κρατημένη μπροστά του ο αιδεσιμότατος άνοιγε δρόμο, ενώ ο ήχος από τα βήματά μας αντηχούσε στ' αυτιά μας από τον παγωμένο και δύσοσμο βράχο. Δεν είχαμε διανύσει μεγάλη απόσταση, όταν η σήραγγα άρχισε να μικραίνει γύρω μας. Ήταν μια πολύ δυσάρεστη αίσθηση. Παρ' ολ' αυτά προχωρήσαμε, γλιστρώντας πιο βαθιά μέσα στο σκοτάδι, κάνοντας το ένα επιφυλακτικό βήμα μετά το άλλο, μέχρι που το πλάτος του Μέλλορ εμπόδιζε και την αχνότερη ακτίνα φωτός να φέγγει το δρόμο μου και ήμουν αναγκασμένος να τρεκλίζω ακολουθώντας τα άχαρα ίχνη του. Σε χρόνο μηδέν είχα βάλει τα χέρια μου μπροστά μου, για να μη χτυπήσω σε κανέναν βράχο που εξείχε, ενώ τα δάχτυλά μου ψαχούλευαν τις πέτρες γύρω μου -αλλού στεγνές κι αλλού καλυμμένες από βρύα. Ήμουν εντελώς χαμένος μέσα στο σκοτάδι και τσαλαβουτούσα τόσο άτσαλα, ώστε, όταν ο Μέλλορ σταμάτησε ξαφνικά, για να πάρει μια ανάσα, έπεσα κατ' ευθείαν επάνω του.rnΤο διστακτικό μας ταξίδι είχε προχωρήσει περίπου τριάντα μέτρα συνολικά, όταν η στέγη της σήραγγας κατέβηκε περίπου μισό μέτρο. Στην αρχή, ήταν αρκετά εκατοστά πάνω από το κεφάλι μας, αλλά τώρα μας πίεζε, οπότε ήμαστε αναγκασμένοι να προχωράμε διπλωμένοι στα δυο, για να μη σπάσουμε τα κεφάλια μας. Ανακάλυψα ότι κοίταζα συνεχώς με μανία επάνω απ' τον ώμο μου προς τα πίσω, τον ακανόνιστο φωτεινό κύκλο της εισόδου, παρατηρώντας κάθε φορά ότι είχε μικρύνει κι άλλο μέχρι που στο τέλος φαινόταν σαν μακρινός ήλιος που δύει.rnΔεν μπορώ να πω πως μέχρι στιγμής είχα νιώσει καμιά ευχαρίστηση μ' αυτή τη μικρή μας υπόγεια βόλτα, αλλά οποιαδήποτε ελπίδα για κάτι τέτοιο χάθηκε εντελώς, όταν με κατέλαβε ένας τελείως παράλογος, αλλά βαθιά ριζωμένος φόβος. Χωρίς προειδοποίηση, ένιωσα πεπεισμένος ότι θα αποκοβόμουν από τον πολύτιμό μου κύκλο του φωτός. Μέσα σ' ένα λεπτό, η αναπνοή μου έγινε σαν το γρήγορο λαχάνιασμα ενός εξαντλημένου σκύλου, ενώ η καρδιά μου χτυπούσε μανιασμένα πάνω στα τοιχώματα του στήθους μου. Μια επικείμενη κατολίσθηση σύντομα θα μας απέκλειε εκεί μέσα. Κάποιος εχθρός χωρίς πρόσωπο σχεδίαζε να μας κλείσει στη σήραγγα. Μ' άρπαξε ξανά ο ίδιος τρομαχτικός φόβος, που είχα νιώσει, όταν μπήκα στο χώρο υποδοχής των Όκλεϊ, αλλά τώρα δεν είχα τα ευγενικά λόγια των δυο αδελφών να με παρηγορήσουν ούτε την ήρεμη πίστη τους να με κατευ¬νάσει. Η ταραχή μου ήταν μεγάλη και κινητοποιούσε με τρόπο οδυνηρό κάθε μου ίνα. Η φωνή του παιδιού μέσα μου με ικέτευε να εγκαταλείψω το ταξίδι, να τρέξω πίσω. «Κίνδυνος!», επέμενε η φωνή. «Τρέξε στο φως, τρέξε προτού εξαφανιστεί!»rnΕγώ, πάντως, έκανα ό,τι μπορούσα, για να σιγήσει η φωνή. Έκλεισα τ' αυτιά μου κι έσφιξα τα δόντια μου. Έβαλα τα δυνατά μου να ελέγξω την αναπνοή μου, λέγοντας στον εαυτό μου ξανά και ξανά: «Είσαι μια χαρά - είσαι μια χαρά» . Ήταν μια απελπισμένη και θλιβερή μάχη, αλλά είχα αποφασίσει ότι η λογική θα νικούσε. Όταν επιτέλους κατάφερα να συνέλθω λιγάκι κι έφτασα σ' ένα στιγμιαίο πεδίο μιας σχετικής ηρεμίας, ανακάλυψα ότι είχα μείνει αρκετά μέτρα πίσω από το Μέλλορ κι από τη λάμπα πετρελαίου του. Το στόμα κι ο λαιμός μου είχαν στεγνώσει εντελώς. Κατάπινα ξανά και ξανά και προχωρούσα μέσα στο σκοτάδι.rnΣυνέχισα να περπατάω με τα χέρια μπροστά μου – έμοιαζαν περισσότερο με τις κεραίες ενός εντόμου παρά με τα άκρα ενός ανθρώπου-. Κάθε έξι βήματα περίπου σταματούσα κι ακουμπούσα τα δάχτυλά μου στους τοίχους της στοάς, για να νιώσω πόσο χώρο είχα γύρω μου, για ν' αναπνεύσω. Μου φαινόταν ότι αυτή η ανώφελη κίνηση -οι παλάμες μου που πιέζονταν πάνω στο βράχο- ήταν το μόνο που μπορούσε να εμποδίσει τα τοιχώματα να κλείσουν γύρω μου και να με συνθλίψουν μέχρι θανάτου.rnΔυο φορές ο αιδεσιμότατος παραπάτησε. Και τις δυο μου φώναξε: «Προσοχή εδώ» . Οι λέξεις διαπέρασαν το τούνελ, επιστρέφοντας πρώτα σαν μια μόνη ηχώ, μετά μια δεύτερη φορά και μια τρίτη και μια τέταρτη, μέχρι που συγκεντρώθηκαν όλες μαζί σ' έναν εκκωφαντικό, τρελό θόρυβο. Όταν τον άκουσα να γλιστράει για τρίτη φορά και να φωνάζει ξανά: «Προσοχή εδώ», κόντεψα να χάσω το μυαλό μου. Δε φτάνει που ήταν ελάχιστος ο χώρος μέσα στο τούνελ, είχα από πάνω και τις παρανοϊκές φωνές του να πετάνε εδώ κι εκεί.rnΗ οροφή του τούνελ είχε κατέβει τώρα σ' ένα τόσο άθλιο ύψος που ακουμπούσε πάνω στις πλάτες μας και μας έχανε να σερνόμαστε πάνω στα ευλογημένα τα χέρια και τα γόνατά μας. Ξανά και ξανά έλεγα στον εαυτό μου, «θα γυρίσω και θα βγω από δω μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο», ενώ ήμουν όλο και λιγότερο βέβαιος ότι υπήρχε χώρος για να χάνω μια τέτοια μανούβρα. Η πίεση στο κεφάλι μου σε λίγο θα γινόταν έκρηξη, ενώ οι δύο μου ώμοι είχαν αρχίσει να τρίβονται πάνω στο βράχο, όταν μου φάνηκε ότι ένας κρύος αέρας φύσηξε στο πρόσωπο μου.rnΤο επόμενο λεπτό ο Μέλλορ κι εγώ είχαμε απελευθερωθεί από το τούνελ, στεκόμαστε πλέον όρθιοι, τεντώναμε και χτυπούσαμε τα πόδια μας. Είχαμε φτάσει σε κάποιο σπήλαιο τον οποίου το ψηλότερο σημείο ήταν γύρω στα δέκα μέτρα και όταν ο αιδεσιμότατος σήκωσε τη λάμπα πάνω από το κεφάλι του, το κεχριμπαρένιο της φως γέμισε ολόκληρο το θόλο. Τα τοιχώματα του σπηλαίου κρέμονταν από πάνω μας σαν μεγάλα κύματα του ωκεανού που είχαν παγώσει την τελευταία στιγμή, λίγο πριν σπάσουν στην ακτή.rnΘα πρέπει να έμεινα εκεί μαγεμένος, για αρκετά λεπτά, προσπαθώντας να καταλάβω τι ήταν αυτό το μέρος. Μια λάμψη ώχρας υπήρχε που έμοιαζε να βγαίνει μέσ' απ' το βράχο. Μικρά ρυάκια είχαν διαβρώσει τους τοίχους, σχηματίζοντας πέτρινα δάχτυλα επάνω τους, έτσι που ένιωθε κανείς σαν ένας γίγαντας να τον είχε πιάσει μέσα στις χούφτες του.rnΟ αιδεσιμότατος βρήκε μια κοτρόνα στο έδαφος της σπηλιάς και κάθησε κομψά επάνω της. Τοποθέτησε τη λάμπα πετρελαίου δίπλα του και σταύρωσε τα χέρια του, σαν να του ανήκε η περιοχή, ενώ εγώ συνέχισα σιωπηλά να χάνω κύκλους γύρω του και να κοιτάζω κάθε γωνιά αυτού του παράξενου υπόγειου τόπου.rnH φλόγα της λάμπας έπαιξε για μια στιγμή κι είδα τη σκιά μου να τρέμει πάνω στον τοίχο κι αυτό είχε μια δυνατή σχεδόν υπνωτική επίδραση πάνω μου λες, κι η σκιά δεν ήταν δική μου, αλλά κάποιου μακρινού προγόνου που προσπαθούσε να με παρα¬πλανήσει πηγαίνοντας μια από εδώ και μια από εκεί. Σκέφτηκα μέσα μου «προσπαθεί να με υπνωτίσει με κάποιον αρχαίο χορό» .rnΤο φως μέσα σ' αυτή τη σπηλιά ήταν τόσο δυσεύρετο και το σκοτάδι τόσο ανυπόμονο να επιστρέψει, ώστε η σκιά που τεντωνόταν και διπλωνόταν μπροστά μου έμοιαζε πολύ πιο εξοικειωμένη με το χώρο και είχε μια παρουσία το ίδιο πειστική με τη δική μου.rnO αιδεσιμότατος έβαλε τα χέρια του στα γόνατά του, ξάπλωσε πίσω στο βράχο του και κοίταξε την οροφή.rn«Τι λέτε γι' αυτό, Υψηλότατε;», τον άκουσα να ψιθυρίζει, προτού τα τοιχώματα του σπηλαίου πάρουν τα λόγια του και τα πετάξουν σε ολόκληρο το χώρο. Η απάντησή μου είχε φωλιάσει βαθιά μέσα στον λαιμό μου, φοβισμένη απ' το τι θα μπορούσε να της κάνει η ακουστική της σπηλιάς. Μια λέξη που θα λεγόταν έντονα εδώ μέσα μπορούσε να προκαλέσει ένα πανδαιμόνιο από κομματιασμένες φωνές. Επίσης έμενα βουβός, γιατί η αλλόκοτη ομορφιά του σπηλαίου μου είχε κλέψει τη λαλιά.rnΕπάνω ψηλά, εκεί όπου ο αιδεσιμότατος είχε προσηλώσει το βλέμμα του, υπήρχαν μέταλλα, ενσωματωμένα στο βράχο. Το φως τα έχανε να σπινθηρίζουν σιωπηλά. Ο παγωμένος αέρας άρχιζε τώρα να μπαίνει μέσα μου, διερευνώντας κάθε σχισμή στις μπότες και στα πανωφόρια μου κι εγώ άρχισα να νιώθω ότι δεν ήμουν ευπρόσδεκτος ανάμεσα στα απαλά ακανόνιστα σχήματα της σπηλιάς.rn«Είναι παρόμοιο με την εικόνα που έχω στο μυαλό μου για τη σελήνη», είπα στο τέλος.rnO αιδεσιμότατος χαμογέλασε και μου έγνεψε από το πέτρινο κάθισμά του. «Συχνά, έχω κάνει κι εγώ την ίδια σκέψη», μου είπε.rnΤον ρώτησα αν όλα τα άλλα σπήλαια ήταν το ίδιο εντυπω¬σιακά κι ο αιδεσιμότατος μου είπε ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο και το πιο παράξενο, αλλά ότι, σε κάποια χρονική στιγμή, όλα θα είχαν χρησιμεύσει σαν καταφύγιο για διάφορα πλάσματα.rn«Και μόνο τα ζώα τα χρησιμοποιούσαν;» , τον ρώτησα.rn«Α, όχι», είπε ο αιδεσιμότατος. «Κάποτε ζούσε εδώ και ο πρωτόγονος άνθρωπος. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γύρω απ' αυτό».rnΠροσπάθησα να φανταστώ τον πρωτόγονο άνθρωπο, ντυμένο μόνο με μερικά κουρελιασμένα δέρματα, να ζει την πρωτόγονη ζωή του, να γλιστράει στις κοιλάδες του αρχαίου Νοτιγχαμσάιρ, για να κυνηγήσει άγριους βίσονες και τάρανδους -και μαλλιαρούς ρινόκερους- και να περνάει τις νύχτες του στο κρύο, υγρό σκοτάδι. Για ένα δευτερόλεπτο, μου φάνηκε ότι είδα τα κουφάρια αυτών των θηρίων ξαπλωμένα στο έδαφος της σπηλιάς και τα τραχιά εργαλεία που ο πρωτόγονος πρόγονος μου θα χρησιμοποιούσε, για να γδάρει τη σάρκα τους.rnΔεν μπορούσα να 'χω διαλέξει χειρότερη στιγμή για τέτοιες ονειροπολήσεις. Αυτές οι απαίσιες εικόνες της κτηνώδους λαιμαργίας ήταν ακόμα πολύ ζωντανές στο μυαλό μου, όταν ο αιδεσιμότατος μου έχανε νεύμα με το δάχτυλό του να πάω κοντά του και μου προσέφερε τη μισή του κοτρώνα. Εγώ κούρνιασα δίπλα τον κι αναρωτιόμουν ακόμα τι να σήμαινε η αινιγματική του έκφραση, όταν εκείνος έπιασε τη λάμπα του πετρελαίου και ψιθύρισε «κοιτάξτε προσεχτικά, Υψηλότατε» .rnΤότε η φλόγα στο φιτίλι της λάμπας άρχισε να τρεμοπαίζει κι έσβησε αργά, καθώς έχασε τον αέρα της. Ολόγυρά μας το φως αποτραβήχτηκε σιγά σιγά από τη σπηλιά και χύθηκε μέσα στο έδαφος. H μικρή φλόγα της λάμπας συρρικνώθηκε και κάνοντας ένα μικρό θόρυβο κατέληξε να γίνει μια σπιθίτσα, ενώ η σπηλιά απέκτησε ξανά την τρομερή δύναμη που είχε πάνω μας. Κάθε δευτερόλεπτο από τα χιλιάδες έτη σκότους της επέστρεψε μέσα της. Οι σύντομες στιγμές φωτός, που είχαμε φέρει μαζί μας εκεί, διαγράφηκαν. Έντρομος, είδα τη φλογίτσα να παίζει και μ' ένα τελευταίο τρεμούλιασμα να πεθαίνει.rnΉμουνα μόνος βαθιά μέσα στο βράχο. Δεν υπήρχε καθόλου φως. Καμιά ανάμνησή του. Μόνο το πιεστικό σκοτάδι.rn«Τι είναι αυτό;», ψιθύρισα στον Μέλλορ και χιλιάδες ύπουλες φωνές πήραν ζωή.rnΕκείνος δεν είπε τίποτα. Δε βρισκόταν πια στο πλάι μου. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, για να μην πέσω πάνω στο βράχο.rn«Φτάνει πια, Μέλλορ», επέμεινα, αλλά η γλώσσα μου ήταν δεμένη απ' το φόβο. «Για όνομα του θεού, άνθρωπέ μου, ανάψτε ένα σπίρτο».rnΗ ίδια μου η φωνή αντηχούσε φλύαρη στ' αυτιά μου, σαν χορωδία, προτού αναλωθεί αργά αργά. Μετά δεν υπήρχε τίποτε εκτός από το σκοτάδι και τη σιωπή. Τίποτε εκτός από το βαθύ, νεκρό βράχο.rnΣτο τέλος άκουσα τον αιδεσιμότατο να λέει: «Κρατηθείτε γερά ένα λεπτό μονάχα ακόμη... α, εντάξει κοιτάξτε επάνω, Υψηλότατε».rnΈκανα όπως μου είπε. Στην αρχή, τίποτα τυφλός. Κανένας ήχος, εκτός από το στόμα μου, που πνιγόταν για λίγο αέρα. Μετά κάπου από πάνω ψηλά, με την άκρη του ματιού μου, είδα τη λάμψη του πρώτου άστρου. Έπειτα χάθηκε ξανά, αλλά καθώς προσπάθησα να το επανακτήσω, βρήκα ένα άλλο πιο μακριά. Μετά ένα άλλο. Όλα τα άστρα είχαν αρχίσει να βγαίνουν. Λαμπύριζαν ευεργετικά πάνω στον ουρανό, στέλνοντας καθένα τους κι από ένα μικρό μήνυμα ελπίδας. Και σιγά σιγά η αχνή σελήνη αποκαλύφθηκε, γέμισε ήρεμα με το φασματικό φως και πήρε τη θέση της ανάμεσα στα αστέρια.rn«Βλέπετε τώρα;», με ρώτησε ο Μέλλορ.rn«Ναι. Ναι, βλέπω», είπα. «Είναι υπέροχα... πραγματιχά υπέροχα».rnΑπό το πέτρινο κάθισμα που μοιραζόμαστε συνεχίσαμε να κοιτάζουμε επάνω τ' αστέρια μέχρι που στο τέλος είπα: «Φοβάμαι ότι δεν καταλαβαίνω» .rn«Είναι μια τρύπα», είπε εκείνος. «Μια φυσική καμινάδα αυτός είναι ο λόγος που η σπηλιά λέγεται Σπήλαιο του Ματιού της Βελόνας. Είναι μόνο μια μικρή τρύπα, αλλά αρκετά μεγάλη, ώστε να επιτρέπει στο φως να μπαίνει μέσα και ν' αντιφεγγίζει το κρύσταλλο του βράχου».rnΟπότε υπήρχε έλεος ή δεν υπήρχε; Συνέχιζα να προσπαθώ να καταλάβω και κοίταζα ψηλά το φεγγάρι και τ' αστέρια, όταν ο αιδεσιμότατος άναψε ένα σπίρτο. Το φέγγος ήταν υπερβολικό για μένα κι αναγκάστηκα να καλύψω τα μάτια μου απέναντι στο τρομερό φως. Κι όταν η λάμπα άναψε ξανά βρέθηκα πίσω στην παράξενη λάμψη στο χρώμα της ώχρας που είχε η σπηλιά. Οι ουρανοί από πάνω είχαν γίνει ξανά πέτρα. Τα αστέρια είχαν χαθεί.rn«Καιρός να φεύγουμε, ε;», είπε ο αιδεσιμότατος κάνοντας νοήματα. «Πάμε. Πάμε» . Και με βοήθησε να σηκωθώ.rnΉτανε, λες και οι δείκτες στο ρολόι του μυαλού μου είχαν παγώσει και μετά είχαν ξεκινήσει πάλι να δουλεύουν χάρη στη φλόγα του σπίρτου. Ο χρόνος ξαφνικά ξαναγύρισε και με κατέβαλε. Ο αιδεσιμότατος σήκωσε τη λάμπα του, χαμογέλασε και ξεκίνησε για το τούνελ κι εγώ δεν είχα άλλη επιλογή από το να τρικλίζω ακολουθώντας τον και να προετοιμάζομαι για τη μακριά διαδρομή του γυρισμού. Καθώς ο Μέλλορ χωνόταν μέσα στο τούνελ κι έκλεβε το φως, έριξα μια τελευταία ματιά στο μέρος.rnΈνοιωσα, σαν να 'χα σταθεί δίπλα στον πρωτόγονο άνθρωπο. Σαν να 'χα περάσει ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μέσα στο κρανίο του.rnΤο ταξίδι μέσα από το πέρασμα έγινε ευτυχώς χωρίς κανένα δυσάρεστο περιστατικό και, καθώς προχωρούσαμε μέσα του, κατόρθωσα λίγο πολύ να μετριάσω το φόβο ότι ο αιδεσιμότατος μπορεί με κάποιο τρόπο να κατάφερνε να σφηνωθεί ανάμεσα σταrnτοιχώματα του τούνελ. Σταδιακά, το τούνελ άρχισε να πλαταίνει και το φως από την είσοδο σχημάτισε ένα απαλό φωτοστέφανο γύρω απ' τον αιδεσιμότατο. Και μέσα στο μισό διάστημα απ' αυτό που μου είχε φανεί ότι χρειαστήκαμε, για να μπούμε, είχαμε βγει και περπατούσαμε στο φως της ημέρας. Η θέα από την είσοδο της στπηλιάς, παρ' όλο που ήταν παγερή και χειμωνιάτικη, ήταν χάρμα οφθαλμών γεμάτη χρώματα και αποστάσεις και βάθος. Κοίταξα πάνω κάτω την κοιλάδα και ρούφηξα τον πλούσιο αέρα της, ενώ αναρωτιόμουνα πώς θα 'μοιαζε αν υπήρχε κι ένας τεράστιος παγετώνας να γεμίζει την εικόνα. Φαντάστηκα αυτή τη συμπαγή πλάκα από πάγο σαν ένα μεγάλο ασημένιο πλοίο, καθισμένη στα σκαριά της, να περιμένει ήρεμα την καθέλκυση αργά, αιώνα τον αιώνα να γλιστράει προς τη θάλασσα.rnΚοίταξα το ρολόι μου -ήμαστε ακόμη στα μέσα του πρωινού, παρ' όλο που μου φαινόταν ότι είχα συσσωρεύσει αρκετές εμπειρίες για έναν ολόκληρο χρόνο. Ο Μέλλορ ήταν απασχολημένος με την ταχτοποίηση της λάμπας του κι εγώ σκεφτόμουν ότι ίσως θα έπρεπε να γυρίσω πίσω, γιατί ο Κλέμεντ θ' άρχιζε να στέλνει πάλι περίπολους να με αναζητήσουν.rnΈτσι αποχαιρετιστήκαμε δια χειραψίας κι εγώ τον ευχαρί¬στησα για τη φιλοξενία του και για την ξενάγηση που μου έχανε μέσα στις σπηλιές.rn«Θα πρέπει να ξαναπεράσετε απ' το σπίτι, Υψηλότατε», μου είπε.rn«Θα ξαναπεράσω», τον διαβεβαίωσα και ξεκίνησα μέσα από τα λιβάδια.
rn………………………»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα