Τα σπήλαια στην αρχαία Ελληνική γραμματεία V
Κύκλος: Μυθολογία.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ, ΑΚΗΣ ΚΑΙ ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Πηγή: το βιβλίο «Μύθοι και θρύλοι της αρχαίας Ελλάδας», του Ν. Α. Κουν.
«…………..
Ή πανώρια νεράιδα Γαλάτεια αγαπούσε το νεαρό Άκη, το γιο της νύμφης Σύμαιθης. Μα και κείνος την αγαπούσε. Δεν είχε, όμως, μονάχα αυτόν μαγέψει με τα κάλλη της ή Γαλάτεια. Μια μέρα, την είδε ο γίγαντας κύκλωπας Πολύφημος, την ώρα πόβγαινε, λάμποντας απ' ομορφιές και χάρη, μες απ' τα γαλάζια κύματα της θάλασσας, κι' έρωτας παράφορος τον κυρίεψε. Ώ, πόσο μεγάλη είναι ή δύναμη σου, χρυσή Αφροδίτη! Ακόμα και στ' αγρίου κύκλωπα την καρδιά έβαλες την αγάπη, σ' αυτόν που κανείς να ζυγώσει δεν τολμούσε δίχως να την πάθει, που ακόμα και τους θεούς τ' Ολύμπου περιφρονούσε! Κυριεμένος από του έρωτα τη φλόγα, ο Πολύφημος ξέχασε και τα κοπάδια και τις σπηλιές του. Βάλθηκε κιόλας, ο ανήμερος κύκλωπας, να φροντίζει την ομορφιά του, χτένιζε με το δικράνι τα μακριά μαλλιά του και, με το δρεπάνι, έκοβε τ' ανάκατα γένια του. Γίνηκε κιόλας λιγότερο άγριος κι' αιμοβόρος. Εκείνον ακριβώς τον καιρό ήρθε στ' ακρογιάλι της Σικελίας ο μάντης Τέλεμος. Και τούτα δω προμάντεψε στον Πολύφημο :
- Το μοναδικό μάτι πόχεις θα στο βγάλει ο ήρωας Οδυσσέας.
Ό Πολύφημος του φώναξε χαχανίζοντας:
- Είσαι ο πιο βλάκας απ' όλους τους μάντεις και λες ψέματα. Άλλος εξουσιάζει τώρα το μάτι μου!
Ένα λοφάκι όλο βράχια ξέβγαινε πέρα στη θάλασσα και οι πλαγιές του κατηφόριζαν απότομα ως τα αιώνια φουσκωμένα κύματα. Ο Πολύφημος πήγαινε συχνά εκεί με το κοπάδι του, έβαζε χάμω στα πόδια του τη μαγκούρα, σαν κατάρτι καραβιού μεγάλη, καθότανε, έβγαζε τη φλογέρα πούταν από εκατό καλάμια καμωμένη, κι' άρχιζε να φυσάει μ' όλη του τη δύναμη. Οι άγριοι ήχοι της φλογέρας του Πολύφημου αντηχούσαν μακριά στο πέλαγος, στα βουνά και στις κοιλάδες. Φτάσαν κι' ως τον Άκη και τη Γαλάτεια που συνήθιζαν να κάθονται σε μια ολόδροση σπηλιά, στ' ακρογιάλι, εκεί σιμά στο λόφο. Ό Πολύφημος έπαιζε τη φλογέρα και τραγούδαγε. Ξαφνικά, πετάχτηκε απάνω σαν ταύρος, λυσσασμένος. Είχε πάρει το μάτι του τη Γαλάτεια και τον Άκη στη σπηλιά, κοντά στ' ακρογιάλι. Και τους φώναξε με φωνή τόσο βροντερή που αντιλάλησε ως την Αίτνα:
- Σας είδα! Έ, λοιπόν, τούτη θάναι η τελευταία φορά πού σμίγετε!
Η Γαλάτεια φοβήθηκε κι' έπεσε γρήγορα στη θάλασσα. Τα κύματα, πού τόσο τ' αγαπούσε, την προστάτεψαν από τη μάνητα του Πολύφημου. Ο Άκης, τρελλός από τον τρόμο, πάσκιζε να γλυτώσει τρέχοντας. Άπλωσε τα χέρια του στη θάλασσα κι' ανάκραξε:
- Ώ, βόηθαμε, Γαλάτεια! Γλυτώστε με γονιοί μου! Κρύψτε με, κάπου!
Ο κύκλωπας όμως τον πρόφταξε, έσπασε άπονα βουνό ένα βράχο ολάκερο, τον χούφτωσε και τον έρριξε πάνω στον Άκη. Παρόλο πού μονάχα ή άκρη του βράχου τον άγγιξε το δύστυχο παλικάρι πλακώθηκε και τσακίστηκε. Το κατακόκκινο αίμα του κυλούσε ποτάμι κάτω απ' το βράχο. Έπειτα, το κόκκινο χρώμα άρχισε να χάνεται, και το αίμα του όλο και ξάνοιγε. Τώρα, έμοιαζε με ποτάμι που δυνατή βροχή τάραξε τα νερά του. Όσο πήγαινε και γίνονταν πιο ανοιχτό και πιο διάφανο. Ξαφνικά, ο βράχος που τσάκισε τον Άκη, σκίστηκε στα δύο. Στο άνοιγμα, πήρε να πρασινίζει μια καλαμιά ηχηρή και, από κει, άρχισε να φιδογλυστράει ένα γοργό και καθάριο ρυάκι. Μέσα από το νερό ξεπρόβαλε ως τη μέση ένας νέος με γαλανό πρόσωπο και στεφάνι από καλάμια στο κεφάλι. Ήταν ο Άκης, μεταπλασμένος σε θεό του ποταμιού.
……..»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα