Η σπηλιά των Ινδιάνων Χιούρον
Πηγή: το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος Μοϊκανός» (“The last of the Mohicans”) του James Fenimore Cooper (1789-1851), σε μετάφραση Κωνσταντίνου Α. Διαβολίτση και Βάκυς Λάμπρου, από τις εκδόσεις «Το κλειδί» - Π. Α. Λιβάνη και Σία Ε.Ε., Σόλωνος 96 10680 Αθήνα, Τηλ.: 3600398, Fax: 3617791, ISBN: 960-237-061-0, 1993.
«……
Ο Ντάνκαν γνώριζε πως οι ερυθρόδερμοι συχνά εξημέρωναν τις αρκούδες και ακολούθησε τον αρχηγό πιστεύοντας πως το ζώο ανήκε στη φυλή και έψαχνε για φαγητό. Όταν έφτασαν δίπλα της, δεν τους πείραξε καθόλου κι ο Χιούρον, που πριν την κοιτούσε προσεχτικά, την προσπέρασε βιαστικά. Ο Χέιγουαρντ κοίταξε πίσω του, γιατί φοβόταν μήπως τους επιτεθεί, και είδε πως η αρκούδα τους ακολουθούσε. Η παρουσία της τον ανησύχησε κι ετοιμαζόταν να το πει στον Ινδιάνο, όμως τη στιγμή έφτασαν στον προορισμό τους. Ο ιθαγενής έσπρωξε μια πόρτα από φλούδες δέντρου και μπήκαν σε μια σπηλιά στους πρόποδες του βουνού.
Ο Ντάνκαν τον ακολούθησε βιαστικά, ανακουφισμένος που είχαν ξεφύγει από το άγριο ζώο. Όταν όμως πήγε να κλείσει το άνοιγμα με το λεπτό φλουδένιο κάλυμμα, η αρκούδα εμφανίστηκε μπροστά του. Αυτή τη φορά η διαφυγή ήταν αδύνατη, γιατί η σπηλιά δεν είχε άλλη έξοδο. Πανικόβλητος έτρεξε κοντά στο συνοδό του. Το ζώο τον είχε πάρει από πίσω γρυλίζοντας και τον σκουντούσε με τα τεράστια πόδια του σαν να ήθελε να τον εμποδίσει να προχωρήσει.
Ο Ντάνκαν δε θα μπορούσε ν' αντέξει αυτή την κατάσταση για πολύ ακόμη, ευτυχώς όμως η αρκούδα τον παράτησε σύντομα και το μαρτύριο του τελείωσε, γιατί έφτασαν γρήγορα σ' ένα μέρος πιο ανοιχτό που φωτιζόταν από δαυλούς.
Βρίσκονταν μέσα σε μια σπηλιά με πολλά χωρίσματα, τα οποία ήταν απλά και έξυπνα φτιαγμένα από πέτρες, ξύλα και φλοιούς δέντρων. Ανοίγματα στο βράχο επέτρεπαν την ημέρα την είσοδο στο φως, ενώ τη νύχτα πυρσοί αντικαθιστούσαν τον ήλιο. Σ' αυτό το κρησφύγετο οι Χιούρον είχαν φέρει τα πολύτιμα αντικείμενα τους, ειδικά αυτά που ήταν σύμβολα του έθνους τους. Εκεί βρισκόταν και η δαιμονισμένη γυναίκα, ίσως γιατί πίστευαν πως το κακό πνεύμα θα μπορούσε να τη βλάψει λιγότερο μέσα στη σπηλιά απ' ό,τι στις ξύλινες καλύβες. Το χώρισμα που πρωτοείδε ο Ντάνκαν της είχε παραχωρηθεί για κατοικία και γύρω από το κρεβάτι της υπήρχαν γυναίκες που τη φρόντιζαν. Ανάμεσα τους ήταν και ο Ντέιβιντ.
Με την πρώτη ματιά κατάλαβε πως οι ιατρικές του γνώσεις δεν ήταν ικανές να γιατρέψουν την άρρωστη. Ήταν σχεδόν παράλυτη, δεν είχε καμιά επαφή με το περιβάλλον και τους ανθρώπους που την περιτριγύριζαν και φαινόταν να βρίσκεται σε μια κατάσταση ευτυχίας μες στη δυστυχία της. Ο Χέιγουαρντ αισθάνθηκε άσχημα που δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει την άμοιρη γυναίκα. Άρχισε να σκέφτεται τι να κάνει, γιατί έπρεπε με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσει το επάγγελμα του γιατρού και την παρουσία του. Την ίδια στιγμή όμως κάποιος άλλος ετοιμαζόταν να τον ανταγωνιστεί με τις θεραπευτικές ιδιότητες της μουσικής του.
Ο Γκάμουτ ήταν έτοιμος να ξεκινήσει, όμως η είσοδος των νεοφερμένων τον έκανε να περιμένει. Ύστερα απ' αυτή τη μικρή διακοπή άρχισε να παίζει με τη φλογέρα του έναν ύμνο που θα έκανε θαύματα σ' έναν πιστό. Οι Ινδιάνοι τον άφηναν να πηγαίνει στη σπηλιά, σεβόμενοι την υποτιθέμενη τρέλα του, και ο Ντάνκαν ήταν ευχαριστημένος από την παρέμβαση του, γιατί του έδινε χρόνο να σκεφτεί. Την ώρα που ακούγονταν οι τελευταίες νότες, έφτασε στ' αυτιά τους μια παράξενη φωνή. Κοίταξε γύρω του και είδε τη μαλλιαρή αρκούδα που καθόταν σε μια σκοτεινή γωνιά της σπηλιάς. Το ζώο κουνιόταν και μούγκριζε στο ρυθμό της μουσικής. Οι ήχοι που έβγαζε έμοιαζαν ανθρώπινοι και συνάμα απόκοσμοι. Με ένα χαμηλό μούγκρισμα επαναλάμβανε ήχους, αν όχι λέξεις, που θύμιζαν τη μελωδία του ψάλτη.
Είναι πιο εύκολο να φανταστεί κανείς τι επίπτωση είχε αυτή η σκηνή στον Ντέιβιντ, γιατί είναι αδύνατο να το περιγράψουμε. Δεν πίστευε στα μάτια του, νόμιζε πως τ' αυτιά του τον γελούσαν, δεν μπορούσε ν' αρθρώσει λέξη κι αναρωτιόταν αν ήταν αλήθεια αυτό που του συνέβαινε. Από την έκπληξη του συνήλθε ξαφνικά, γιατί θυμήθηκε ότι είχε να παραδώσει ένα πολύ σπουδαίο μήνυμα στον Χέιγουαρντ. Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα θαυμασμού και φόβου στην αρκούδα και ενώ ήταν ακόμη σαστισμένος φώναξε δυνατά, «Σε περιμένει και είναι κοντά», και σκοντάφτοντας από τη βιασύνη του έφυγε από τη σπηλιά.
…..»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα