Πίσω απ’ τον καταρράκτη
Πηγή: το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος Μοϊκανός» (“The last of the Mohicans”) του James Fenimore Cooper (1789-1851), σε μετάφραση Κωνσταντίνου Α. Διαβολίτση και Βάκυς Λάμπρου, από τις εκδόσεις «Το κλειδί» - Π. Α. Λιβάνη και Σία Ε.Ε., Σόλωνος 96 10680 Αθήνα, Τηλ.: 3600398, Fax: 3617791, ISBN: 960-237-061-0, 1993.
«....
Ο ξένος δεν μπορεί να ξεπεράσει το θάνατο του πουλαριού. Είναι καλό σημάδι ένας άνθρωπος ν' αγαπάει τα ζώα. Ωστόσο ορισμένα πράγματα είναι αναγκαίο να γίνονται και κάποια στιγμή πρέπει να αποδεχτείς το γεγονός πως θα φτάσεις ακόμη και στο σημείο να σκοτώσεις για να σώσεις τη ζωή των συνανθρώπων σου. Τώρα όμως πρέπει να κόψουμε όσο κρέας χρειαζόμαστε από το ελάφι και να πετάξουμε το υπόλοιπο στο ποτάμι, γιατί αλλιώς θα μαζευτεί εδώ ολόκληρη αγέλη λύκων και οι Ινδιάνοι μπορούν εύκολα να καταλάβουν γιατί ένας λύκος ουρλιάζει».
Ενώ μιλούσε, ο κυνηγός ετοίμαζε συγχρόνως κάποια εργαλεία. Όταν τέλειωσε τη δουλειά του, χάθηκε μαζί με τους δυο συντρόφους του πίσω από τους σκοτεινούς βράχους που υψώνονταν μπροστά τους.
Ο Χέιγουαρντ και οι δυο κοπέλες παρατηρούσαν με ανησυχία τις μυστήριες κινήσεις των τριών συντρόφων. Η σκληρή συμπεριφορά του λευκού και η ηρεμία των ερυθρόδερμων τους δημιουργούσαν ερωτηματικά και υποψίες και φοβούνταν μήπως τους προδώσουν και αυτοί όπως ο Ινδιάνος οδηγός τους.
Ο ψάλτης δεν έδινε καμία σημασία σ' αυτά που γίνονταν γύρω του. Καθόταν σε μια πέτρα και βαριαναστέναζε. Σε λίγο ακούστηκαν απαλές φωνές κι ένα φως πλημμύρισε το μέρος, αποκαλύπτοντας το μυστικό τοπίο.
Στο βάθος μιας σπηλιάς καθόταν ο κυνηγός κρατώντας ένα αναμμένο κούτσουρο πεύκου. Η δυνατή φωτιά τον φώτιζε, δίνοντας μια παράξενη απόχρωση στα ρούχα και τονίζοντας το λυγερό κορμί του και το περήφανο και αποφασιστικό του πρόσωπο. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σκληρά αλλά και ευγενικά• η έκφραση του προσώπου του πρόδιδε ειλικρινή άνθρωπο. Λίγο πιο πέρα καθόταν ο Άνκας. Οι ταξιδιώτες κοιτούσαν με θαυμασμό το λεπτό, γεροδεμένο σώμα του νεαρού Μοϊκανού, που ήταν τέλειο δείγμα φυσικής ομορφιάς. Φορούσε ένα πράσινο κυνηγετικό σακάκι σαν αυτό του λευκού. Η ματιά του, ατρόμητη και ήρεμη, έλαμπε στο φως και το κατακόκκινο πρόσωπο του στολιζόταν από την όμορφη λωρίδα των μαλλιών του. Για πρώτη φορά, από την ώρα που τους συνάντησαν, οι ταξιδιώτες είχαν την ευκαιρία να παρατηρήσουν τους Ινδιάνους της συντροφιάς. Οι αμφιβολίες τους άρχισαν να διαλύονται μπροστά στο επιβλητικό και άγριο παρουσιαστικό τους. Αυτοί οι άνθρωποι δε φαίνονταν ούτε ψεύτες ούτε προδότες. Η Άλις κοιτούσε την καλοφτιαγμένη και περήφανη κορμοστασιά του νέου σαν να έβλεπε το άγαλμα ενός Έλληνα θεού. Ο Χέιγουαρντ, αν και είχε δει πολλούς Ινδιάνους με ανάλογα φυσικά χαρίσματα, δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι τούτος εδώ ήταν κάτι το μοναδικό. «Με αυτόν το γενναίο νέο να με φυλάει, μπορώ να κοιμηθώ ήσυχη», είπε η Άλις. «Είμαι σίγουρη πως οι απάνθρωποι φόνοι και τα βασανιστήρια, για τα οποία ακούμε και διαβάζουμε, δεν είναι δυνατό να συμβούν εδώ».
«Σίγουρα τούτος ο νέος έχει φυσικά χαρίσματα που δε νομίζω να τα διαθέτουν πολλοί από τους παράξενους ομόφυλους του», πρόσθεσε ο αξιωματικός. «Συμφωνώ μαζί σας, Αλις, ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν πρόκειται να μας ξεγελάσουν. Ας μην κοροϊδευόμαστε όμως. Οι καλοί και οι γενναίοι είναι τόσο σπάνιοι ανάμεσα στους Ινδιάνους όσο και στους χριστιανούς. Ας ευχηθούμε τούτος ο Μοϊκανός να είναι πραγματικά αυτό που δείχνει: ένας γενναίος και πιστός φίλος».
«Ταγματάρχα Χέιγουαρντ, τώρα μιλάτε όπως αρμόζει σε έναν ταγματάρχη», είπε η Κόρα. «Αυτό το πλάσμα της φύσης διαφέρει από μας μόνο στο χρώμα!»
Τη σιωπή που ακολούθησε έσπασε η φωνή του κυνηγού, που τους καλούσε μέσα στη σπηλιά.
«Η φωτιά είναι πολύ δυνατή και μπορεί να τη δουν οι Μίνγκο», είπε καθώς πλησίαζαν. «Ανκας, σκέπασε την είσοδο της σπηλιάς με μια κουβέρτα, για να μη φαίνεται το φως απέξω. Το γεύμα δεν είναι αντάξιο ενός ταγματάρχη του βασιλικού στρατού, αλλά είναι καλύτερο από το ωμό κρέας, που ορισμένες φορές οι στρατιώτες έχουν αναγκαστεί να φάνε και μάλιστα χωρίς νοστιμιές. Όπως βλέπετε, εμείς και θα το ψήσουμε και θα το αλατίσουμε. Οι κυρίες μπορούν να καθίσουν πάνω στα κλαδιά που κόψαμε. Βέβαια, δε συγκρίνονται με τις καρέκλες από δέρμα χοίρου που έχω σπίτι μου, αλλά κάτι είναι κι αυτά. Έλα κι εσύ, φίλε μου, πάψε να θρηνείς για το πουλάρι. Ήταν μικρό και αθώο και η ζωή δεν είχε προλάβει να το βασανίσει. Ο Θεός το λύτρωσε από τα πρησμένα πόδια και την πονεμένη πλάτη».
Ο Ανκας έκανε αυτό που του ζήτησαν. Όταν το Μάτι του Γερακιού σώπασε, ο ήχος του καταρράκτη ακουγόταν σαν μακρινό μπουμπουνητό.
«Είμαστε ασφαλείς εδώ μέσα;» ρώτησε ο Χέιγουαρντ. «Ακόμη και ένας θα μπορούσε να μας ακινητοποιήσει όλους, αν έμπαινε ξαφνικά οπλισμένος στη σπηλιά».
Μια φιγούρα, που έμοιαζε με φάντασμα, κινήθηκε στο βάθος κρατώντας έναν πυρσό. Η Άλις τρομοκρατημένη έβγαλε μια κραυγή και η Κόρα σηκώθηκε όρθια με γουρλωμένα μάτια από το φόβο. Ο Χέιγουαρντ με μια του λέξη τις καθησύχασε. Ήταν ο Τσινγκατσγκούκ, ο οποίος τραβώντας μια δεύτερη κουβέρτα αποκάλυψε ένα νέο άνοιγμα στο πίσω μέρος της σπηλιάς. Γλιστρώντας ανάμεσα στις σχισμές των βράχων, μπήκε σε μια άλλη σπηλιά, που έμοιαζε με την πρώτη.
«Οι γριές αλεπούδες σαν τον Τσινγκατσγκούκ κι εμένα σπάνια στριμώχνονται σε αδιέξοδα», είπε το Μάτι του Γερακιού γελώντας. «Αυτό το μέρος έχει πολλά πλεονεκτήματα. Τα τοιχώματα της σπηλιάς είναι από μαύρο ασβεστόλιθο. Είναι πολύ μαλακό πέτρωμα και γι' αυτό φαγώθηκε εύκολα από το νερό που δημιούργησε τις σπηλιές. Ο πανέμορφος καταρράκτης, που κάποτε ήταν σε τούτο το σημείο, τώρα είναι πιο πέρα. Η ομορφιά, σαν φεύγει, αφήνει τέτοια μνημεία. Ο χρόνος την αλλοιώνει, όπως θα διαπιστώσουν και οι δεσποινίδες της συντροφιάς στο μέλλον. Το μέρος αυτό είναι πλέον άσχημο και γεμάτο ρωγμές. Το νερό άφησε τα σημάδια του και τώρα τρέχει αλλού».
«Πού ακριβώς βρισκόμαστε;» ρώτησε ο Χέιγουαρντ.
«Εκεί που ο Δημιουργός τοποθέτησε αρχικά τον καταρράκτη, αλλά, όπως φαίνεται, αυτός επαναστάτησε και άλλαξε θέση. Οι βράχοι δεξιά και αριστερά είναι πιο μαλακοί κι έτσι το νερό βρήκε νέους δρόμους ν' ακολουθήσει, αφήνοντας στεγνό το μεσαίο κομμάτι, αφού πρώτα έφτιαξε τούτες δω τις σπηλιές σκάβοντας το πέτρωμα».
«Δηλαδή είμαστε πάνω σε νησί;» «Ναι. Ο καταρράκτης βρίσκεται δεξιά και αριστερά και γύρω μας το ποτάμι. Αν ήταν μέρα θα άξιζε να δείτε τα παιχνιδίσματα του νερού. Πότε πέφτουν ορμητικά και πότε ήρεμα. Άλλες φορές είναι λευκά σαν το χιόνι και άλλοτε πρασινίζουν σαν το χορτάρι των λιβαδιών. Πότε βροντούν σαν την καταιγίδα κάνοντας τη γη να τρέμει και πότε κυλούν ήσυχα σα να τραγουδούν. Σμιλεύουν τους βράχους φτιάχνοντας λούμπες και μικρές σπηλιές. Μερικές φορές φαίνονται να βαριούνται που κυλούν και άλλες σαν να βιάζονται να συναντήσουν το αλάτι του ωκεανού. Το περίτεχνο πλεκτό που στολίζει το λαιμό σας, δεσποινίς μου, δεν είναι τίποτα μπροστά στις δημιουργίες του ποταμού. Αν και η ροή του φαίνεται ακατανόητη και αλλοπρόσαλλη, όταν θέλει, σμίγει σαν τη γροθιά ενός δυνατού άντρα και ταξιδεύει προς τη θάλασσα, όπως του είναι γραφτό να κάνει από τότε που ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο».
Οι ταξιδιώτες άκουγαν την περιγραφή του Γκλεν* και δεν είχαν πια καμιά αμφιβολία ότι τους πρόσφερε μεγάλη ασφάλεια, αν και έβλεπαν την άγρια ομορφιά του από διαφορετική σκοπιά. Έτσι κι αλλιώς η πείνα τους δεν άφηνε το μυαλό τους να παρασυρθεί από τις όμορφες εικόνες. Ο κυνηγός συνέχιζε να ψήνει το κρέας, ενώ μιλούσε, και οι ταξιδιώτες είχαν τώρα συγκεντρώσει την προσοχή τους στο φαγητό που σε λίγη ώρα θα απολάμβαναν.
....»
* Οι καταρράκτες του Γκλεν είναι 40 με 50 μίλια πιο πάνω από το σημείο όπου ο ποταμός Χάντσον γίνεται πλωτός. Η περιγραφή του κυνηγού είναι σωστή, αν και η παρέμβαση του πολιτισμού έχει αλλοιώσει τις φυσικές του ομορφιές. Η βραχονησίδα με τις δύο σπηλιές είναι σήμερα γνωστή στους ταξιδιώτες, γιατί μια γέφυρα, που υψώνεται πάνω από τον καταρράκτη, την ενώνει με τις όχθες. Το Μάτι του Γερακιού, όπως όλοι οι πραγματικοί άντρες, εκτιμά αυτά που μόνο λίγοι μπορούν ν' απολαύσουν. Τώρα πια, τις φυσικές ομορφιές, ενώ θα έπρεπε να τις προστατεύουμε με όλες μας τις δυνάμεις, τις καταστρέφουμε στο όνομα της «προόδου».
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα