HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Η σπηλιά του Tom Sawyer IV - τέλος ιστορίας

Topic #191 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 16 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #900 • 04 Aug 2005, 13:59 UTC
Η σπηλιά του Tom Sawyer IV - τέλος ιστορίας

Σχόλιο: Ολοκληρώνεται με αυτήν τη δημοσίευση η ιστορία της σπηλιάς του Tom Sawyer. Στο τέλος του κειμένου ο συγγραφέας (Mark Twain) περιγράφει με συγκλονιστικό - κατά τη γνώμη μου - τρόπο τη διαδικασία της αιώνιας σταγονορροής των σπηλαίων.

«……
Απ' τη χαρά τους παραληρούσαν. Προχωρούσαν όμως αργά, γιατί υπήρχαν σε πολλά σημεία λάκκοι κι έπρεπε να είναι προσεκτικοί. Σε λίγο βρέθηκαν μπροστά σ' έναν τέτοιο λάκκο και χρειάστηκε να σταματήσουν θα μπορούσε να 'ναι βαθύς ενάμισι μέτρο, θα μπορούσε να 'ναι και τριάντα• σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσαν να τον περάσουν. Ο Τομ έπεσε κάτω μπρούμυτα και προσπάθησε να απλώσει το χέρι του όσο πιο βαθιά μπορούσε. Δεν ακούμπησε σε πάτο. Άρα έπρεπε να μείνουν εκεί που ήταν και να περιμένουν να έρθουν οι άλλοι να τους βρουν. Έστησαν αυτί• ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία• οι μακρινές φωνές τώρα, αντί να τους πλησιάζουν, μάκραιναν όλο και πιο πολύ. Σε λίγο δεν ακούγονταν καθόλου πια. Τους έπιασε απελπισία! Ο Τομ ούρλιαξε μέχρι που βράχνιασε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Προσπάθησε να φανεί αισιόδοξος στην Μπέκι, περίμεναν όμως, περίμεναν και τίποτα δεν άκουγαν.
Αποφάσισαν τότε να γυρίσουν πάλι κοντά στην πηγή, και ξεκίνησαν για κει ψηλαφητά. Οι ώρες περνούσαν μακρόσυρτες, ατέλειωτες. Βυθίστηκαν πάλι στον ύπνο, για να ξυπνήσουν ακόμα πιο απελπισμένοι και καταπεινασμένοι. Ο Τομ υπολόγισε πως τώρα θα 'πρεπε να 'ναι Τρίτη.
Ο Τομ είχε μια ιδέα. Υπήρχαν εκεί κοντά τους μερικές πλάγιες στοές. Γιατί να μην εξερευνήσουν μερικές αντί να κάθονται εκεί άπραγοι; Έβγαλε ένα σπάγκο χαρταετού από την τσέπη του, έδεσε την άκρη του από μια προεξοχή και ξεκίνησαν. Ο Τομ πήγαινε μπροστά και ξετύλιγε το σπάγκο καθώς προχωρούσε ψηλαφητά μες στο σκοτάδι. Μετά από μερικά βήματα η στοά κατέληγε στο κενό. Ο Τομ γονάτισε και ψηλάφησε εκεί που σταματούσε το έδαφος καθώς και πίσω απ' τις γωνίες όσο έφταναν τα χέρια του. Την ώρα που προσπαθούσε να τεντώσει το χέρι του λίγο πιο μακριά προς τα δεξιά, πρόβαλε πίσω από ένα βράχο, καμιά εικοσαριά μέτρα μακριά, ένα χέρι που βαστούσε ένα κερί! Ο Τομ έμπηξε μια φωνή απ' τη χαρά του, αλλά, όταν παρουσιάστηκε το σώμα και το πρόσωπο όπου ανήκε το χέρι, παρέλυσε! Ήταν ο Τζο ο Ινδιάνος! Ο Τομ έπαθε τέτοιο σοκ που δεν μπορούσε να κάνει βήμα• ευτυχώς που, προς μεγάλη του ανακούφιση, ο «Ισπανός» το 'βαλε αμέσως στα πόδια και εξαφανίστηκε. Πώς και δεν αναγνώρισε τη φωνή του να 'ρθεί να τον σκοτώσει που είχε καταθέσει εναντίον του τότε στο δικαστήριο; Φαίνεται πως η φωνή του είχε αλλοιωθεί απ' την ηχώ. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Απ' την τρομάρα του είχε παραλύσει όλο του το σώμα. Πήρε την απόφαση να κάνει μια προσπάθεια να συρθεί ως την πηγή και να μην το κουνήσει ρούπι από κει ό,τι και να γινόταν. Χίλιες φορές καλύτερα άπραγοι εκεί παρά να διακινδυνεύσει να δει πάλι μπροστά του τον Ινδιάνο. Στην Μπέκι δεν ανέφερε τίποτα• της είπε μόνο πως είχε φωνάξει για «γούρι».
Αλλά ο φόβος της πείνας και του χαμού αποδείχτηκε πιο δυνατός. Μετά από άλλη μια μακρινή αναμονή κοντά στην πηγή και έναν πολύωρο ύπνο, η διάθεση του άλλαξε. Η πείνα τους είχε γίνει απελπιστική. Ο Τομ δεν μπορούσε πια να υπολογίσει τι μέρα ήταν μπορεί να ήταν Τετάρτη, μπορεί να ήταν Πέμπτη, αλλά μπορεί να ήταν και Παρασκευή ή και Σάββατο. Μπορεί και να είχαν σταματήσει να τους ψάχνουν. Πρότεινε να εξερευνήσουν ακόμα μια στοά• ήταν πρόθυμος να διακινδυνεύσει να δει μπροστά του και τον Ινδιάνο και οτιδήποτε άλλο, φτάνει να ξέφευγε απ' αυτή τη βέβαιη καταδίκη της απραξίας. Η Μπέκι όμως ήταν πολύ εξαντλημένη. Είχε περιπέσει σε μια επικίνδυνη απάθεια που δεν έλεγε να την εγκαταλείψει. Είπε πως θα 'μενε εκεί να περιμένει μέχρι να πεθάνει• δε θα αργούσε πολύ αυτή η ώρα. Είπε στον Τομ να πάει, βάζοντας σημάδι το σπάγκο του, και να εξερευνήσει ό,τι θέλει, μόνο να 'ρχεται κάθε τόσο να της μιλάει λιγάκι• τον έβαλε όμως να της υποσχεθεί πως, όταν θα 'ρχόταν εκείνη η φοβερή ώρα, θα έμενε κοντά της και θα της κρατούσε το χέρι μέχρι να τελειώσουν όλα. Ο Τομ τη φίλησε καταπίνοντας τους λυγμούς του και έδωσε πάλι μια παράσταση λέγοντας ότι είναι σίγουρος ότι θα βρουν αυτούς που τους αναζητούν ή θα μπορέσουν να βγουν μόνοι τους απ' τη σπηλιά. Ύστερα πήρε το σπάγκο του και σύρθηκε στα τέσσερα μέχρι τη στοά που θα εξερευνούσε, καταπονημένος απ' την πείνα και γεμάτος κακά προαισθήματα.

ΠΕΡΑΣΕ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΛΗΣΙΑΖΕ το σούρουπο. Το Σεντ-Πέτερσμπουργκ εξακολουθούσε να είναι βυθισμένο στο πένθος. Τα παιδιά που χάθηκαν δεν είχαν βρεθεί. Οι κάτοικοι είχαν επανειλημμένως προσευχηθεί δημόσια για τη σωτηρία τους• πολλοί απ' αυτούς προσεύχονταν μόνοι τους και παρακαλούσαν μ' όλη τους την ψυχή να βρεθούν τα παιδιά• τα νέα όμως που έφταναν απ' τη σπηλιά εξακολουθούσαν να μην είναι καλά. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που έψαχναν, είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες και είχαν ξαναπιαστεί με τις καθημερινές τους ασχολίες, λέγοντας πως ήταν πια ολοφάνερο πως δεν επρόκειτο να βρεθούν τα παιδιά. Η κυρία Θάτσερ ήταν πολύ άρρωστη και παραληρούσε απ' τον πυρετό. Εκείνοι που βρίσκονταν κοντά της έλεγαν πως σου καιγόταν η καρδιά να την ακούς να φωνάζει την κορούλα της και να αφουγκράζεται ώρα πολλή σηκώνοντας με κόπο το κεφάλι της κι ύστερα εξαντλημένη να τ' αφήνει να πέφτει μ' ένα βογκητό. Η θεία Πολύ είχε πέσει σε μια διαρκή μελαγχολία και τα γκρίζα της μαλλιά είχαν γίνει σχεδόν ολόασπρα. Το βράδυ της Τρίτης οι κάτοικοι του Σεντ-Πέτερσμπουργκ αποσύρθηκαν για ύπνο θλιμμένοι και μίζεροι.
Μα ξαφνικά, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, άρχισαν να χτυπούν όλες μαζί οι καμπάνες του χωριού και στο άψε σβήσε γέμισαν οι δρόμοι με μισόγδυτους ανθρώπους που ξεφώνιζαν τρελοί απ' τη χαρά τους: «Γύρισαν! Γύρισαν! Τους βρήκαν!» Μερικοί σφύριζαν με τις καραμούζες τους, άλλοι χτυπούσαν τετζερέδες και, μες στον ολόχαρο αυτό σαματά, προχώρησαν προς το ποτάμι, συνάντησαν τα δυο παιδιά που ερχόντουσαν πάνω σε μια ανοιχτή άμαξα, που την έσερναν άλλοι χωριανοί έξαλλοι κι αυτοί απ' τη χαρά τους, και πήραν όλοι μαζί τον κύριο δρόμο ουρλιάζοντας θριαμβευτικά το ένα «ζήτω» μετά το άλλο.
Όλα τα φώτα άναψαν κανένας δεν ξαναπήγε για ύπνο- αυτή ήταν η πιο τρανή νύχτα που έζησε ποτέ το μικρό χωριό. Την πρώτη μισή ώρα πολλοί απ' τους ενθουσιώδεις κατοίκους πέρασαν απ' το σπίτι του Δικαστή Θάτσερ για να αγκαλιάσουν και να φιλήσουν τα δυο παιδιά και να σφίξουν το χέρι της κυρίας Θάτσερ• ήθελαν να πουν πολλά, αλλά δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη απ' τη συγκίνηση- μόνο έκλαιγαν.
Η θεία Πολύ πετούσε στους ουρανούς. Η κυρία Θάτσερ ήταν κι αυτή απέραντα ευτυχισμένη, μόνο που θα ένιωθε την ευτυχία της ακόμα πιο τέλεια μόλις βεβαιωνόταν ότι είχε μάθει τα νέα και ο άντρας της που ήταν ακόμα στη σπηλιά.
Ο Τομ ξάπλωσε σ' έναν καναπέ με ένα ακροατήριο γύρω που κρεμόταν απ' τα χείλη του, και διηγήθηκε την ιστορία της καταπληκτικής τους περιπέτειας, προσθέτοντας και το απαραίτητο αλάτι και πιπέρι. Έκλεισε τη διήγηση του με την περιγραφή του πώς άφησε την Μπέκι και πήγε για μια ακόμα εξερεύνηση• πώς προχώρησε σε δύο στοές όσο μακριά του επέτρεπε ο σπάγκος του χωρίς όμως αποτέλεσμα• πώς επιχείρησε να προχωρήσει σε μια τρίτη, πάλι όσο μακριά έφτανε ο σπάγκος του και, την ώρα που ήταν έτοιμος να γυρίσει πίσω, πήρε το μάτι του ένα μικροσκοπικό φωτάκι πολύ μακρινό που έμοιαζε με φως της μέρας• πώς άφησε το σπάγκο και πήγε ψηλαφώντας προς τα κει και έβγαλε το κεφάλι και τους ώμους του από μια μικρή τρύπα που τον χωρούσε ίσα ίσα, και είδε τον απέραντο Μισισιπή να κυλάει μπροστά του! Και να φανταστεί κανείς πως, αν είχε τύχει να 'ναι νύχτα, δε θα 'χε δει το φωτάκι και δε θα ξαναπήγαινε σ' εκείνη τη στοά! Διηγήθηκε πώς γύρισε πίσω στην Μπέκι και της ανάγγειλε το χαρμόσυνο νέο, και εκείνη του είπε να μην την αναστατώνει άλλο με ψεύτικες παρηγοριές, γιατί είχε κουραστεί και ήξερε πολύ καλά ότι την περίμενε ο θάνατος, αλλά ούτε που την ένοιαζε πια. Περιέγραψε πώς έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να την πείσει, και τελικά το κατάφερε, και πώς εκείνη κόντεψε να τρελαθεί απ' τη χαρά της όταν προχώρησε κι η ίδια μες στη στοά και είδε το φως που ερχόταν απ' έξω• πώς πέρασε απ' το στενό άνοιγμα και μετά βοήθησε και την Μπέκι να περάσει• πώς έκλαιγαν απ' τη χαρά τους μόλις βγήκαν έξω• πώς είδαν κάποιους που έρχονταν με τη βάρκα, και ο Τομ τους φώναξε και τους είπε τι τους είχε συμβεί και ότι ήταν εξαντλημένοι απ' την πείνα• πώς στην αρχή εκείνοι δεν πίστεψαν την απίθανη ιστορία τους γιατί είπαν «εδώ που είστε, είναι οκτώ χιλιόμετρα μακριά απ' την κοιλάδα όπου βρίσκεται η σπηλιά»• και πώς μετά τους πήραν στη βάρκα τους και τους πήγαν κωπηλατώντας σ' ένα σπίτι και τους πρόσφεραν φαγητό, τους άφησαν να ξεκουραστούν μια δυο ώρες αφού είχε πια σκοτεινιάσει, και μετά τους έφεραν στον τόπο τους.
Πριν ξημερώσει, πήγαν μερικοί στη σπηλιά και ακολουθώντας το σκοινί που ήταν δεμένο στην είσοδο βρήκαν το Δικαστή Θάτσερ και τους λιγοστούς άλλους που συνέχιζαν μαζί του τις έρευνες, και τους ανήγγειλαν τη μεγάλη είδηση.
Ο Τομ και η Μπέκι σύντομα ανακάλυψαν ότι δεν μπορούσαν να συνέλθουν τόσο εύκολα απ' την ταλαιπωρία και την πείνα που τράβηξαν για τρία ολόκληρα μερόνυχτα μέσα στη σπηλιά. Χρειάστηκε να μείνουν στο κρεβάτι όλη την Τετάρτη και την Πέμπτη, και ακόμα ένιωθαν τελείως εξαντλημένοι. Ο Τομ σηκώθηκε λίγο την Πέμπτη, την Παρασκευή βγήκε έξω για λίγο και το Σάββατο είχε σχεδόν ξαναβρεί τον εαυτό του. Η Μπέκι όμως δε βγήκε απ' το δωμάτιο της πριν την Κυριακή, αλλά και τότε ακόμα φαινόταν σα να είχε περάσει μια σοβαρή ασθένεια.
Ο Τομ έμαθε για την αρρώστια του Χακ και πήγε να τον δει την Παρασκευή, αλλά δεν τον άφησαν να μπει στο υπνοδωμάτιο- και δεν τον άφησαν να μπει ούτε το Σαββάτο ούτε και την Κυριακή. Από τη Δευτέρα και μετά του επέτρεπαν να πηγαίνει εκεί κάθε μέρα, αλλά τον προειδοποίησαν να μην αναφέρει τίποτα για την περιπέτεια του στη σπηλιά και γενικά να μην πει στον Χακ τίποτα που θα μπορούσε να τον αναστατώσει. Η κυρία Ντάγκλας έμενε πάντα μαζί τους, για να μην κάνει ο Τομ καμιά παρασπονδία. Για τα γεγονότα του Λόφου του Κάρντιφ ο Τομ έμαθε από τους δικούς του στο σπίτι• και του είπαν ότι εκείνος ο κουρελιάρης που ήταν μαζί με τον Ινδιάνο είχε βρεθεί νεκρός στο ποτάμι, κοντά στο μέρος που άραζε το ποταμόπλοιο• θα πνίγηκε καθώς προσπαθούσε να το σκάσει μάλλον.
Καμιά δεκαπενταριά μέρες μετά την περιπέτεια στη σπηλιά ο Τομ ξεκίνησε να επισκεφθεί τον Χακ, που τώρα είχε πια δυναμώσει αρκετά ώστε να ακούσει ακόμα και κάτι συνταρακτικό• είχε να του πει κάτι που σίγουρα θα τον ενδιέφερε πολύ. Το σπίτι του Δικαστή Θάτσερ ήταν στο δρόμο του, γι' αυτό σταμάτησε να δει λίγο την Μπέκι. Ο Δικαστής και μερικοί φίλοι έπιασαν την κουβέντα στον Τομ και κάποιος τον ρώτησε ειρωνικά πώς θα του φαινόταν να ξανακάνει πάλι μια βολτίτσα στη σπηλιά. Ο Τομ απάντησε πως δεν θα τον πείραζε καθόλου να ξαναπάει.
«Υπάρχουν πολλοί που σκέφτονται σαν και σένα, Τομ» είπε ο Δικαστής, «δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. Έχω όμως λάβει τα μέτρα μου. Κανείς δεν πρόκειται να ξαναχαθεί σ' αυτή τη σπηλιά.»
«Γιατί;»
«Γιατί εδώ και δυο βδομάδες έβαλα και επένδυσαν την πόρτα με σίδερο και της έβαλαν και τριπλή κλειδαριά• και τα κλειδιά τα κρατάω εγώ.»
Ο Τομ έχασε το χρώμα του.
«Τι έπαθες, παιδί μου; Κάποιος να τρέξει, γρήγορα! Φέρτε ένα ποτήρι νερό!»
Φέρανε νερό και του το 'ριξαν στο πρόσωπο.
«Τώρα είσαι καλύτερα. Μα τι σου συνέβη, παιδί μου;»
«Ω! Ο Τζο ο Ινδιάνος είναι μέσα στη σπηλιά!»
ΜΕΣΑ ΣΕ ΛΙΓΑ ΛΕΠΤΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΙΧΕ ΔΙΑΘΟΔΕΙ, ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ δεκαριά βάρκες ξεκινούσαν φορτωμένες με άντρες για τη σπηλιά του ΜακΝτάγκλας. Σε λίγο ξεκίνησε και το ποταμόπλοιο για κει γεμάτο κι αυτό με επιβάτες. Ο Τομ Σόγερ πήγαινε με τη βάρκα που μετέφερε το Δικαστή Θάτσερ. Όταν ξεκλείδωσαν την πόρτα της σπηλιάς, αντίκρισαν μέσα στο μισοσκόταδο ένα θλιβερό θέαμα. Ο Τζο ο Ινδιάνος ήταν πεσμένος κάτω, νεκρός, με το πρόσωπο του κολλητά στη χαραμάδα της πόρτας, σα να 'χε, στις τελευταίες του στιγμές, καρφώσει τα μάτια του στο φως και την ομορφιά του έξω κόσμου. Ο Τομ ταράχτηκε, γιατί ήξερε απ' τη δική του εμπειρία πόσο θα πρέπει να είχε υποφέρει αυτός ο δύστυχος. Παρ' όλη όμως τη λύπηση του γι' αυτόν, ένιωσε ταυτόχρονα και μια απεριόριστη ανακούφιση και ασφάλεια και συνειδητοποίησε ίσως για πρώτη φορά το μέγεθος του τρόμου που είχε φωλιάσει μέσα του από κείνην την κατάθεση του στο δικαστήριο.
Το μαχαίρι του Ινδιάνου βρέθηκε δίπλα του με τη λάμα του σπασμένη στα δύο. Είχε πελεκήσει μ' αυτό το κάτω σανίδι της πόρτας. Θα πρέπει να 'ταν πολύ κοπιαστική δουλειά, που δεν ωφέλησε όμως σε τίποτα γιατί μετά το ξύλο ήταν ο βράχος απ' έξω που σχημάτιζε ένα είδος κάθετου πεζουλιού, και δεν μπορούσε το μαχαίρι να του κάνει τίποτα• το μόνο που έγινε ήταν να σπάσει το μαχαίρι. Αλλά ακόμα κι αν δεν υπήρχε το πέτρινο εμπόδιο, πάλι ο κόπος του θα πήγαινε χαμένος γιατί, και να 'βγαζε τελείως απ' τη μέση το χοντρό σανίδι, δε θα μπορούσε να χωρέσει αποκάτω να περάσει. Και το 'ξερε αυτό• άρα έκατσε κι έκανε όλη αυτή τη δουλειά μόνο και μόνο για να κάνει κάτι, για να γεμίσει τις ατέλειωτες ώρες του, για να μη μένει άπραγος. Σ' αυτή την πρώτη αίθουσα έβρισκε συνήθως κανείς εδώ κι εκεί στις διάφορες ρωγμές κομματάκια από κεριά που τα 'χαν αφήσει εκεί οι επισκέπτες• τώρα δε βρέθηκε ούτε ένα. Ο Ινδιάνος τα 'χε βρει και τα 'χε φάει! Είχε καταφέρει επίσης να πιάσει μερικές νυχτερίδες, και τις είχε φάει κι αυτές αφήνοντας μόνο τα νύχια τους. Είχε τρελαθεί από την πείνα ο δύστυχος. Σ' ένα σημείο στο έδαφος εκεί κοντά είχε σχηματιστεί ένας σταλαγμίτης απ' το νερό που έσταζε από ένα σταλακτίτη από πάνω του. Ο σταλαγμίτης είχε υψωθεί σε αρκετό ύψος από το έδαφος, και χρειάστηκαν αιώνες και αιώνες για να γίνει αυτό. Ο Ινδιάνος είχε σπάσει το σταλαγμίτη και πάνω στο χαμηλό απομεινάρι του είχε τοποθετήσει μια πέτρα, αφού πρώτα της σκάλισε ένα βαθούλωμα, για να συλλέγει την πολύτιμη σταγόνα που έπεφτε με ωρολογιακή ακρίβεια κάθε είκοσι λεπτά. Όλο κι όλο το νερό που μαζευότανε, μετά από είκοσι τέσσερις ώρες στάξιμο, δεν ήταν παραπάνω απ' όσο χωράει ένα κουταλάκι του γλυκού. Αυτή η σταγόνα έπεφτε όταν ακόμα οι πυραμίδες ήταν φρεσκοχτισμένες• όταν έπεσε η Τροία• όταν ιδρύθηκε η Ρώμη• όταν σταυρώθηκε ο Χριστός• όταν ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής θεμελίωσε τη Βρετανική Αυτοκρατορία• όταν ο Κολόμβος ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι• όταν η σφαγή του Λέξινγκτον ήταν η είδηση της χρονιάς. Η ίδια αυτή σταγόνα εξακολουθεί να πέφτει και τώρα και θα εξακολουθεί να πέφτει και όταν τα σύγχρονα γεγονότα θα έχουν βυθιστεί στον απέραντο ωκεανό της ιστορίας, στο ημίφως της παράδοσης και, τέλος, στο πυκνό σκοτάδι της λήθης. Έχει άραγε το καθετί στον κόσμο ένα σκοπό και μια αποστολή; Είναι πιθανόν αυτή η σταγόνα να έπεφτε επί πέντε χιλιάδες χρόνια μόνο και μόνο για να δροσίσει τα χείλη ενός ανθρώπινου ζωυφίου, και έχει άραγε έναν άλλο σημαντικό σκοπό να εκπληρώσει μετά από δέκα χιλιάδες χρόνια; Δεν έχει σημασία. Εκείνο που ξέρω είναι ότι, επί χρόνια και χρόνια, από τότε που εκείνος ο μιγάς βαθούλωσε την πέτρα για να μαζεύει τις σταγόνες ως τις μέρες μας, ο επισκέπτης που έρχεται για να δει τα αξιοθέατα της σπηλιάς, πιο πολύ απ' το καθετί, κάθεται και κοιτάζει εκείνη την ασήμαντη πέτρα και τη σταγόνα που στάζει επάνω. Το «Φλιτζάνι του Ινδιάνου» έρχεται πρώτο στον κατάλογο των θαυμάτων της σπηλιάς• ούτε το «Παλάτι του Αλαντίν» δεν μπορεί να του παραβγεί.
Ο Ινδιάνος θάφτηκε κοντά στο στόμιο της σπηλιάς. Πολύς κόσμος από το Σεντ-Πέτερσμπουργκ και από τους γύρω οικισμούς και τα αγροκτήματα μαζεύτηκαν εκεί με τις βάρκες και τα κάρα τους για να παρακολουθήσουν την κηδεία• κουβάλησαν μαζί και τα παιδιά τους και μπόλικα φαγητά και ομολόγησαν αργότερα ότι πέρασαν τόσο θαυμάσια στην κηδεία όσο θαυμάσια θα 'χαν περάσει αν είχαν παρακολουθήσει τον απαγχονισμό του.
……..»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →