Σημείωση: σήμερα η ενότητα «Σπήλαια και Λογοτεχνία», του forum της Σπηλαιολογικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, συμπληρώνει 4 χρόνια ύπαρξης και όπως κάθε χρόνο, την ημερομηνία αυτή, ευχαριστεί επισκέπτες και μέλη του forum για την στήριξη, τη συμμετοχή και τις πληροφορίες. Και του χρόνου, με υγεία!
«……………………………
'Οσο για το θείο μου, που εξακολουθούσε «να βρίσκεται στον κόσμο του», είχε πάρει το δαδί κι εξέταζε προσεκτικά τη σύσταση τον βράχου. Προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόμασταν παρατηρώντας τα αλλεπάλληλα στρώματα που τον αποτελούσαν. Μόνο κατά προσέγγιση θα μπορούσε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα ή, μάλλον, να εκτιμήσει την κατάσταση. 'Ενας επιστήμονας όμως παραμένει πάντα επιστήμονας όταν καταφέρνει να διατηρήσει την ψυχραιμία του, πράγμα το οποίο ο καθηγητής Λίντενμπροκ το έκανε, και μάλιστα σε σημείο που σον προκαλούσε κατάπληξη.
Τον άκουγα να μουρμουρίζει όρους που είχαν να κάνουν με την επιστήμη της γεωλογίας. Τους καταλάβαινα κι ένιωθα, παρά τη θέλησή μου, κάποιο ενδιαφέρον γι' αυτή τη μελέτη που άγγιζε ανώτερες σφαίρες της σκέψης.
-Ηφαιστειογενής γρανίτης, έλεγε. Βρισκόμαστε ακόμα στην προϊστορική περίοδο ανεβαίνουμε όμως! Ανεβαίνουμε! Ποιος ξέρει;
Ποιος ξέρει; Εξακολουθούσε να ελπίζει. Ψηλάφιζε με το χέρι του το πλαϊνό τοίχωμα και, λίγα λεπτά αργότερα, ξανάρχιζε το παραμιλητό του:
-Να και οι γνεύσιοι! Να και οι κρυσταλλικοί σχιστόλιθοι! Ωραία! Σε λίγο θα συναντήσουμε τα ορυκτά της μεταβατικής περιόδου, και τότε...
Τι ήθελε να πει ο καθηγητής; Μπορούσε άραγε να υπολογίσει το πάχος του φλοιού της Γης που κρεμόταν πάνω απ' τα κεφάλια μας; Κατείχε τον τρόπο με τον οποίο θα ήταν δυνατό να κάνει αυτό τον υπολογισμό; 'Οχι. Δεν είχε μανόμετρο, και κανενός είδους εκτίμηση δεν μπορούσε να υποκαταστήσει αυτό το όργανο.
'Οπως και να 'χε, η θερμοκρασία ανέβαινε κατακόρυφα, κι αισθανόμουν να με τυλίγει μια καυτή ατμόσφαιρα. Το μόνο πράγμα με το οποίο θα μπορούσα να την παραβάλω είναι η ζέστη που βγάζουν οι φούρνοι στα χυτήρια την ώρα
που λιώνει το μέταλλο. Σιγά σιγά, ο Χανς, ο θείος μου κι εγώ αναγκαστήκαμε να βγάλουμε τα σακάκια και τα γιλέκα μας. Και το πιο ελαφρύ ρούχο μας προκαλούσε δυσφορία, για να μην πω ότι ήταν αληθινό μαρτύριο.
-Μα τι γίνεται; Ανεβαίνουμε σε κανένα διάπυρο καμίνι; φώναξα κάποια στιγμή που η ζέστη έγινε ακόμα εντονότερη.
-'Οχι, απάντησε ο Θείος μου. Είναι αδύνατο! Είναι αδύνατο!
-Παρ' όλα αυτά, είπα ψηλαφίζοντας το τοίχωμα, αυτός ο βράχος είναι πυρακτωμένος!
Τη στιγμή που ξεστόμιζα αυτά τα λόγια, ακούμπησα το χέρι μου στο νερό και το τράβηξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
-Το νερό είναι καυτό! φώναξα.
Αυτή τη φορά, ο καθηγητής μού αποκρίθηκε μ' ένα οργισμένο νεύμα του χεριού τον.
Τότε γεννήθηκε στο μυαλό μου ένας ακατανίκητος τρόμος, τον οποίο μου ήταν αδύνατο να παραμερίσω. Είχα την αίσθηση ότι η καταστροφή μιας πλησίαζε, και μάλιστα ότι οι διαστάσεις της θα ήταν τέτοιες, που δύσκολα μπορούσε να τις συλλάβει και η τολμηρότερη φαντασία. Η σκέψη μου, αόριστη, συγκεχυμένη στην αρχή, γινόταν σιγά σιγά βεβαιότητα. Προσπαθούσα να την απωθήσω, αλλά εκείνη επανερχόταν επίμονα στο νου μου. Δεν τολμούσα να τη διατυπώσω με λόγια. Εντούτοις, κάποιες διαπιστώσεις που έκανα άθελα μου ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο την πεποίθησή μου. Στο φως τον δαδιού, που τρεμόπαιζε, διέκρινα κάποιες ακανόνιστες κινήσεις πάνω στα στρώματα τον γρανίτη. Ήταν φανερό πως κάποιο φαινόμενο βρισκόταν σε εξέλιξη, ένα φαινόμενο στο οποίο ο ηλεκτρισμός έπαιζε κυρίαρχο ρόλο. Κι έπειτα, αυτή η διαρκώς αυξανόμενη θερμότητα, το νερό που έβραζε!... Γύρισα να κοιτάξω την πυξίδα.
Είχε τρελαθεί!
Ναι, είχε τρελαθεί! Η μαγνητική βελόνα πηδούσε από τον έναν πόλο στον άλλο με βίαια τινάγματα. Διέτρεχε ολόκληρο το δίσκο τον οργάνου και στροβιλιζόταν τόσο γρήγορα, που σε ζάλιζε.
'Ηξερα ότι, σύμφωνα με τις πλέον αποδεκτές θεωρίες, ο φλοιός της Γης δε βρισκόταν ποτέ σε κατάσταση απόλυτης αδράνειας. Οι αλλαγές που προκαλεί η αποσύνθεση των εσωτερικών συστατικών του, η αναταραχή που προέρχεται από τα μεγάλα υπόγεια ρεύματα, η επίδραση του μαγνητισμού δημιουργούν συνεχείς εσωτερικές δονήσεις, τις οποίες δεν αντιλαμβάνονται καν τα πλάσματα που είναι διασκορπισμένα στην επιφάνειά της. Επομένως, αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, το φαινόμενο αυτό δε θα μου φαινόταν τόσο τρομακτικό ή, τουλάχιστον, δε θα γεννούσε στο μυαλό μου αυτή τη φρικιαστική σκέψη.
Υπήρχαν όμως κάποια σημάδια, κάποιες λεπτομέρειες sui generis (1) που δε μου άφηναν κανένα περιθώριο λάθους. Οι εκρήξεις είχαν πληθύνει σε ανησυχητικό βαθμό. Μπορώ να τις παρομοιάσω με τον κρότο που κάνουν δεκάδες άμαξες καθώς κυλούν γρήγορα στο λιθόστρωτο. Αντηχούσαν σαν ένα συνεχόμενο μπουμπουνητό.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/PqbtYVi.jpg
Έπειτα, το γεγονός ότι η μαγνητική βελόνα κουνιόταν σαν τρελή υπό την επήρεια των φαινομένων τον ηλεκτρισμού ενίσχυε ακόμα περισσότερο την πεποίθηση μου. Τα ορυκτά που συνέθεταν την επιφάνεια των βράχων ήταν έτοιμα να διαλυθούν τα γρανιτένια βράχια κόντευαν να κολλήσουν το ένα πάνω στ' άλλο. Το ρήγμα ξεχείλιζε, το κενό γέμιζε με γοργό ρυθμό κι εμείς, τρία απειροελάχιστα άτομα, θα συνθλιβόμασταν απ' αυτό το τρομερό αγκάλιασμα.rn—Θείε μου, θείε μου! φώναξα. Είμαστε χαμένοι!rn—Τι σημαίνει πάλι αυτός ο τρόμος; μου αποκρίθηκε με αξιοθαύμαστη ηρεμία. Τι σου συμβαίνει τώρα;rn—Τι μου συμβαίνει; Κοιτάξτε πώς τρέμουν τα τοιχώματα, πώς χωρίζονται τα βράχια στα δυο! Νιώστε την αβάσταχτη ζέστη, παρατηρήστε πώς βράζει το νερό, πώς πυκνώνουν όλο και περισσότερο οι υδρατμοί, δείτε πώς τρελάθηκε η πυξίδα μας και πέστε μου αν όλ' αυτά δεν προοιωνίζονται κάποιο σεισμό!rnO θείος μου κούνησε ήρεμα το κεφάλι τον.rn—Σεισμό; είπε.rn—Ναι!rn—Αγόρι μου, νομίζω πως κάνεις λάθος!rn- Τι; Δεν αναγνωρίζετε όλες αυτές τις ενδείξεις;...rn—Που υποδηλώνουν ότι έρχεται σεισμός; Όχι! Περιμένω να συμβεί κάτι καλύτερο απ' αυτό που νομίζεις!rn—Τι θέλετε να πείτε;rnΜια έκρηξη, Άξελ.rn—Μια έκρηξη; Βρισκόμαστε λοιπόν στον κρατήρα ενός ενεργού ηφαιστείου;rn—Έτσι πιστεύω, έκανε χαμογελώντας ο καθηγητής, κι είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μας συμβεί!rn'Ο,τι καλύτερο! O θείος μου είχε τρελαθεί. Τι νόημα είχαν, πάλι, αυτά τα λόγια; Προς τι αυτή η ηρεμία; Αυτό το χαμόγελο;rn-Πώς; φώναξα. Βρισκόμαστε στο επίκεντρο μιας έκρηξης; Το πεπρωμένο μας έριξε σε μια σήραγγα που ξερνάει πυρακτωμένη λάβα, βράχους, νερό σε κατάσταση βρασμού κι όλα τα υλικά που συνοδεύουν μια ηφαιστειακή έκρηξη; Θα μας πετάξει, θα μας τινάξει μακριά, θα μας ξαποστείλει, θα μας ξεράσει όπως τη λάβα, μαζί με κομμάτια βράχων, σε μια βροχή από στάχτες και σκωρίες, μέσα σε μια δίνη από φλόγες, κι αυτό εσείς το θεωρείτε ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μας συμβεί;rn-Ναι, αποκρίθηκε ο καθηγητής κοιτάζοντάς με πάνω απ' τα γυαλιά του, γιατί είναι η μόνη μας ευκαιρία να ξαναγυρίσουμε στην επιφάνεια της Γης!rnΠροσπερνώ με συντομία τις χιλιάδες σκέψεις που πέρασαν εκείνη τη στιγμή απ' το μυαλό μου. O θείος μου είχε δίκιο, απόλυτο δίκιο, και ποτέ άλλοτε δε μου φάνηκε τόσο ατρόμητος και τόσο αποφασισμένος όσο εκείνη την ώρα, καθώς περίμενε και υπολόγιζε με ηρεμία το ενδεχόμενο μιας έκρηξης.rnΠαρ' όλα αυτά, εξακολουθούσαμε ν' ανεβαίνουμε. Η ανοδική μας πορεία συνεχίστηκε οληνύχτα. Ο θόρυβος που μας τύλιγε γινόταν ολοένα κι εντονότερος. Ασφυκτιούσα. Νόμιζα ότι είχε φτάσει το τέλος μου κι ωστόσο η φαντασία μου έπαιζε περίεργα παιχνίδια, κι είχα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά σε μια έρευνα εντελώς παιδιάστικη. Δεν ήμουν όμως κύριος των σκέψεών μου απλώς τις άφηνα να διαδέχονται η μια την άλλη στο μυαλό μου!rnΉταν φανερό ότι αυτό που μας ωθούσε προς τα πάνω ήταν η κινητήρια δύναμη μιας ηφαιστειακής έκρηξης. Κάτω απ' τη σχεδία μας το νερό έβραζε, και στην επιφάνεια του υπήρχε ένα στρώμα λάβας κι ένα σωρό πέτρες που στην κορφή της διόδου θα διασκορπίζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Βρισκόμασταν λοιπόν στον κρατήρα ενός ηφαιστείου. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία γι' αυτό.rn……………………………
Τα σταματήματα και ξεκινήματα με ζάλισαν και μ' έκαναν να χάσω τις αισθήσεις μου. Αν δεν ήταν ο Χανς να με κρατάει στην αγκαλιά του, το κεφάλι μου θα 'χε γίνει λιώμα πάνω στο γρανίτη όχι μια, αλλά πολλές φορές.rn'Ετσι, δεν έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου τίποτα απ' όσα διαδραματίστηκαν τις ώρες που ακολούθησαν. Διατηρώ μόνο μια συγκεχυμένη αίσθηση ότι άκουγα συνεχώς εκρήξεις, ότι έβλεπα τους βράχους να κουνιούνται, ότι, η σχεδία μας στροβιλιζόταν σαν να 'χε πέσει σε ρουφήχτρα. Κυλούσε πάνω σε κύματα από λάβα, μέσα σε μια βροχή από στάχτες. Μας τύλιξαν φλόγες που τριζοβολούσαν. Θαρρείς και κάποιος γιγάντιος ανεμιστήρας δημιουργούσε μια αληθινή λαίλαπα, η οποία ενεργοποιούσε, με τη σειρά της, τη φωτιά που κρύβεται στα έγκατα της Γης. H τελευταία μου εικόνα ήταν ο Χανς μέσα στις ανταύγειες μιας πυρκαγιάς, κι έπειτα έπαψα να νιώθω οτιδήποτε άλλο πέρα απ' τον αποτρόπαιο τρόμο των καταδικασμένων σε θάνατο, σαν είναι δεμένοι στο στόμιο ενός κανονιού, τη στιγμή που πέφτει η κανονιά και διαμελίζονται στους τέσσερις ανέμους.rnΌταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, ένιωσα το δυνατό χέρι τον οδηγού που με είχε αδράξει από τη ζώνη. Με το άλλο τον χέρι κρατούσε το θείο μου. Δεν ήμουν σοβαρά τραυματισμένος, αλλά αισθανόμουν μια κατάπτωση σ' όλο μου το σώμα. Είδα ότι βρισκόμουν στην πλαγιά ενός βουνού, δυο βήματα απ' το χείλος ενός γκρεμού, όπου κινδύνευα κάθε στιγμή να πέσω. O Χανς με είχε σώσει από βέβαιο θάνατο τη στιγμή που κατρακυλούσα στην πλαγιά τον κρατήρα.rn-Πού βρισκόμαστε; ρώτησε ο θείος μου, ο οποίος φαινόταν εκνευρισμένος που είχε ξαναγυρίσει στην επιφάνεια της Γης. rnO οδηγός ανασήκωσε τους ώμους τον, για να μας δείξει πως δεν είχε ιδέα.rn-Στην Ισλανδία, είπα.rn-«Νέιγ», αποκρίθηκε ο Χανς.rn-Πώς όχι; φώναξε ο καθηγητής.rn-Ο Χανς κάνει λάθος, είπα καθώς ανασηκωνόμουν.rn'Υστερα από τα αναρίθμητα απρόσμενα γεγονότα αυτού τον ταξιδιού, μας ανέμενε μια ακόμα έκπληξη. Περίμενα ν' αντικρίσω ένα κωνικό βουνό που το κάλυπταν αιώνιοι πάγοι μες στην απέραντη ερημιά του βορρά, κάτω απ' τις χλωμές αχτίδες του ήλιου τον μεσονυκτίου, οι οποίες αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο γεωγραφικό πλάτος της Γης και τώρα, αντίθετα απ' όλες μου τις προβλέψεις, ο θείος μου, ο Ισλανδός κι εγώ ήμασταν ξαπλωμένοι στα μισά της πλαγιάς ενός βουνού που το έλουζαν οι καυτές αχτίδες του ήλιου, ο οποίος μας κατέκαιγε με τη λάβρα του.rnΔίσταζα ακόμα να πιστέψω στα μάτια μου αλλά το αληθινό κάψιμο που ένιωθα σ' ολόκληρο το κορμί μου δε μου επέτρεπε να αμφιβάλλω πια. Είχαμε βγει απ' τον κρατήρα μισόγυμνοι, και το φωτεινό άστρο, με το οποίο δεν είχαμε έρθει σε καμιά επαφή εδώ και δύο μήνες, μας χάριζε απλόχερα φως και θερμότητα, λούζοντας μας με τα κύματα της θαυμαστής του ακτινοβολίας.rn'Οταν τα μάτια μου συνήθισαν αυτή την ασυνήθιστη για μένα λάμψη, στράφηκα γύρω μου να δω και να διορθώσω τα λανθασμένα συμπεράσματα στα οποία με είχε οδηγήσει η φαντασία μου. Είχα υπολογίσει ότι θα βρισκόμουν τουλάχιστον στη Σπιτσβέργη, και δεν ήμουν απ' τους ανθρώπους που μεταπείθονται εύκολα.rnO καθηγητής πήρε πρώτος το λόγο και είπε:rn -Πράγματι, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που να μου θυμίζει την Ισλανδία.rn-Το νησί Γιαν Μάγεν όμως; αποκρίθηκα εγώ.rn-Δε θα το 'λεγα, αγόρι μου. Αυτό εδώ δεν είναι ηφαίστειο του βορρά, με λοφίσκους από γρανίτη κι ένα χιονισμένο σκουφάκι στην κορφή του.rn-Ωστόσο...rn-Κοίτα, Άξελ, κοίτα!rnΠάνω απ' τα κεφάλια μας, σε απόσταση που δεν ξεπερνούσε τα πεντακόσια μέτρα, υψωνόταν ο κρατήρας ενός ηφαιστείου από τον οποίο, κάθε τέταρτο περίπου, ξεπετιόταν με μια δυνατή έκρηξη μια ψηλή στήλη από φλόγες ανάκατες με ελαφρόπετρες, στάχτες και λάβα. Αισθανόμουν τους σπασμούς στα έγκατα του βουνού, που ανάσαινε σαν φάλαινα και κατά καιρούς ξερνούσε φωτιά κιrnαέρα απ' τα πελώρια σωθικά τον. Από κάτω μας, οι ηφαιστειακές ύλες κυλούσαν πάνω σε μια απότομη κατωφέρεια σε βάθος επτακοσίων ή οκτακοσίων ποδιών, πράγμα που σήμαινε ότι το ύψος τον βουνού δεν ξεπερνούσε τα εξακόσια μέτρα. Οι υπώρειές του χάνονταν μέσα σ' ένα τεράστιο μπουκέτο από καταπράσινα δέντρα, ανάμεσα στα οποία διέκρινα ελιές, συκιές και κλήματα φορτωμένα με ροδοκόκκινα σταφύλια.rn'Επρεπε να παραδεχτώ ότι αυτή η εικόνα δε θύμιζε σε τίποτα αρκτική περιοχή.rnΑν άφηνες το βλέμμα σου να πλανηθεί πέρα απ' αυτό τον καταπράσινο περίβολο, χανόταν σχεδόν αμέσως στα νερά μιας υπέροχης θάλασσας ή λίμνης, που έκανε τούτο το μαγικό μέρος να μοιάζει μ' ένα νησί που η έκτασή τον δεν ξεπερνούσε μερικές λεύγες. Στην ανατολή διέκρινε κανείς μερικά σπιτάκια κατά μήκος ενός μικρού λιμανιού, όπου μερικά πλεούμενα με ασυνήθιστο σχήμα λικνίζονταν στη ράχη καταγάλανων κυμάτων. Πέρα μακριά, έβλεπες ν' αναδύονται μέσ' απ' το απέραντο γαλάζιο μικρά νησάκια τόσο πολλά, που έμοιαζαν με μια τεράστια μυρμηγκοφωλιά. Προς τη δύση, οι απομακρυσμένες ακτές εκτείνονταν ως τη γραμμή τον ορίζοντα. Στη μια πλευρά τούς διακρίνονταν οι γαλαζωπές σκιές βουνών με αρμονικά σχήματα στις άλλες, που βρίσκονταν ακόμα μακρύτερα, δέσποζε ένας πανύψηλος κώνος, στην κορφή του οποίου κυμάτιζε ένα λοφίο καπνού. Κατά το βορρά απλωνόταν μια θάλασσα δίχως τέλος, που στραφτάλιζε κάτω απ' τις αχτίδες του ήλιού κι όπού ξεχώριζες κάπού κάπου την άκρη ενός ιστίού ή την καμπύλη ενός πανιού που φούσκωνε στον άνεμο.rnΤο θέαμα αυτό ήταν τόσο απρόσμενο, που η εξαιρετική ομορφιά του τοπίου φάνταζε εκατό φορές ωραιότερη στα μάτια μας.rn-Πού βρισκόμαστε; Πού βρισκόμαστε; επαναλάμβανα διαρκώς με φωνή που μόλις ακουγόταν.rn……………………………….rnΤην ώρα που καθένας από μας απολάμβανε τις χαρές της ανάπαυσης, ξεπρόβαλε μέσ' από έναν ελαιώνα ένα παιδί.rn-Α! φώναξα. Να κι ένας κάτοικος αυτού τον ευτυχισμένοι) τόπου!rn'Ηταν ένα μικρό χαμίνι, ντυμένο πολύ φτωχικά, κάπως αρρωστιάρικο και που, απ' ό,τι φάνηκε, τρόμαξε πολύ σαν μας είδε. Πραγματικά, η γύμνια μας και οι βρόμικες γενειάδες μας μας έδιναν μια τόσο αλλόκοτη όψη, που έπρεπε να το περιμένουμε ότι θα τρομάζαμε τους κατοίκούς, εκτός κι αν βρισκόμασταν σε μέρος όσον κατοικούσαν μονάχα ληστές.rnΤη στιγμή που ο πιτσιρίκος ετοιμαζόταν να το βάλει στα πόδια, ο Χανς τον κυνήγησε και τον έφερε πίσω, παρ' όλο που εκείνος φώναζε και κλοτσούσε.rnO Θείος μου προσπάθησε να τον ηρεμήσει όσο μπορούσε, και τον ρώτησε σε άπταιστα γερμανικά:
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1oT9.jpg
rn—Ποιο είναι το όνομα αυτού του βουνού, μικρέ μου φίλε;rnΤο παιδί δεν αποκρίθηκε.rn—Μάλιστα, είπε ο θείος μου, δε βρισκόμαστε στη Γερμανία.rnΚαι επανέλαβε την ίδια ερώτηση στα αγγλικά.rnΟύτε αυτή τη φορά πήρε απάντηση απ' το παιδί. H περιέργειά μου όσο πήγαινε και μεγάλωνε.rn—Λες να είναι μουγγός; φώναξε ο καθηγητής — που περηφανευόταν για την πολυγλωσσία του — κι επανέλαβε την ίδια ερώτηση στα γαλλικά.rnΤο παιδί εξακολουθούσε να σιωπά.rn—Τότε θα δοκιμάσουμε τα ιταλικά, ξανάπε ο θείος μου και ρώτησε σ' αυτή τη γλώσσα:rn—Dove ηοί siumo («Πώς ονομάζεται αυτό το νησί;» (Σ.Τ.Ε.))?rn—Ναι! Πού βρισκόμαστε; επανέλαβα με ανυπομονησία. Το παιδί δεν αποκρινόταν.rn—Εμπρός λοιπόν! Θα μιλήσεις; φώναξε ο θείος μου, που είχε αρχίσει να παρασύρεται απ' το θυμό τον κι είχε αρπάξει το παιδί απ' τ' αυτιά. Come si ηοmα questa isola?rn—Stromboli! αποκρίθηκε ο μικρός βοσκός, που ξέφυγε απ' τα χέρια τον Χανς κι έφυγε τρέχοντας προς την πεδιάδα μέσα απ' τον ελαιώνα.rnΤον ξεχάσαμε στη στιγμή! Το Στρόμπολι! Το πόσο επηρέασε τη φαντασία μου αυτή η αναπάντεχη ονομασία δε λέγεται! Βρισκόμασταν καταμεσής της Μεσογείου, στη μέση τον Αιολικού αρχιπελάγούς τεον κουβαλούσε τόσες μνήμες από τη μυθολογία στην αρχαία Στρογγύλη, όπον ο Αίολος κρατούσε φυλακισμένούς τους ανέμους και τις καταιγίδες. Κι αυτά τα γαλαζωπά βουνά που εκτείνονταν στην ανατολή ήταν τα βουνά της Καλαβρίας! Και το ηφαί στειο πον υψωνόταν στον ορίζοντα προς το νοτιά ήταν η Αίτνα, η Αίτνα με όλη της την αγριότητα!rn-Το Στρόμπολι! Το Στρόμπολι! επαναλάμβανα.rnO Θείος μου με σιγοντάριζε γνέφοντας και μιλώντας. Λες και τραγουδούσαμε σε χορωδία!rnΑχ, τι ταξίδι! Τι υπέροχο ταξίδι! Είχαμε μπει από ένα ηφαίστειο κι είχαμε βγει από ένα άλλο, κι αυτό το άλλο απείχε πάνω από χίλιες διακόσιες λεύγες από το Σνέφελς, εκεί στην άγονη Ισλανδία, που βρισκόταν στα πέρατα τον κόσμού! Κατά τύχη, αυτή η αποστολή τέλειωνε σ' ένα από τα πιο θαυμαστά μέρη της Γης. Είχαμε αφήσει πίσω μας την περιοχή των αιώνιων πάγων για χάρη του πράσινού, που έφτανε ως εκεί όπου έβλεπε το μάτι, κι είχαμε εγκαταλείψει την γκριζωπή καταχνιά που κρεμόταν πάνω απ' τα κεφάλια μας στις αρκτικές περιοχές, για να έρθουμε στο γαλανό ουρανό της Σικελίας!rn……………………..rnΕδώ τελειώνει ένα χρονικό, στο άκουσμα του οποίον θα στέκονταν με πολλές επιφυλάξεις ακόμα κι εκείνοι που έχουν μάθει να μην εκπλήσσονται με τίποτα. Εγώ όμως έχω τον τρόπο μου ν' αμύνομαι στην ανθρώπινη δυσπιστία.rnΟι ψαράδες τον Στρόμπολι μας υποδέχτηκαν με τις τιμές που αρμόζουν σε ναυαγούς. Μας έδωσαν ρούχα και τρόφιμα. 'Υστερα από σαράντα οκτώ ώρες, στις 31 Αυγούστου, ένα μικρό ιστιοφόρο μάς πήγε στη Μεσσήνη, όπου αναπαυτήκαμε για λίγες μέρες και συνήλθαμε από τις κακουχίες μας.rnΤην Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου επιβιβαστήκαμε στο Βολτέρ, ένα από τα ταχυδρομικά ατμόπλοια της Αυτοκρατορικής Υπηρεσίας Μεταφορών της Γαλλίας, και τρεις μέρες αργότερα πατούσαμε το πόδι μας στη Μασσαλία, μην έχοντας τίποτ' άλλο στο μυαλό μας που να μας απασχολεί, παρά την καταραμένη την πυξίδα μας. Αυτό το ανεξήγητο γεγονός με ενοχλούσε βαθύτατα. Το βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου φτάσαμε στο Αμβούργο.rn……………….rnΣας αφήνω να φανταστείτε πόση αίσθηση προκάλεσε στο Αμβούργο η επιστροφή τον καθηγητή Λίντενμπροκ. Η Μάρθα δεν είχε καταφέρει να κρατήσει το στόμα της κλειστό, κι έτσι η είδηση της αναχώρησής τον για το κέντρο της Γης είχε κάνει το γύρο του κόσμου. Κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει, αλλά, κι όταν ακόμα τον είδαν μπροστά τους, πάλι δεν το πίστεψαν.rnΠαρ' όλα αυτά, η παρουσία τον Χανς και διάφορες πληροφορίες που έφτασαν από την Ισλανδία είχαν ως αποτέλεσμα να μεταστραφεί σιγά σιγά η κοινή γνώμη.rn'Ετσι, ο θείος μου αναγνωρίστηκε απ' όλους ως μεγάλος άντρας, κι εγώ ήμουν ο ανιψιό; ενός μεγάλου - κι αυτό δεν είναι λίγο! Στο Αμβούργο διοργανώθηκε μια γιορτή προς τιμή μας. Στο Γιοχαννέουμ, σε μια συνεδρία ανοιχτή στο κοινό, ο θείος μου ανέπτυξε το χρονικό της ερευνητικής αποστολής τον, παραλείποντας μόνο ό,τι είχε να κάνει με την πυξίδα. Την ίδια μέρα κατέθεσε στα αρχεία της πόλης το έγγραφο του Σάκνουσσεμ, εκφράζοντας τη μεγάλη τον λύπη επειδή οι συνθήκες, που ξεπερνούσαν τη θέλησή τον, δεν τον είχαν επιτρέψει να ακολουθήσει τα ίχνη τον μεγάλου Ισλανδού περιηγητή ως το κέντρο της Γης. Δέχτηκε το θρίαμβο του με ταπεινοφροσύνη, κι αυτό του προσέδωσε ακόμα μεγαλύτερο κύρος.rnΟι τιμές που αποδόθηκαν στο πρόσωπό τον ήταν επόμενο να επισύρουν τις αντιδράσεις εκείνων που τον φθονούσαν. 'Ετσι κι έγινε και, δεδομένου ότι οι θεωρίες του, οι οποίες αποδεικνύονταν από τα ίδια τα γεγονότα, βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με τις επιστημονικές θέσεις για την ύπαρξη μιας άσβεστης φωτιάς στο κέντρο της Γης, χρειάστηκε να υποστηρίξει τα λεγόμενά τον, με επιστολές ή προφορικές συζητήσεις, σε μια άκρως ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων με επιστήμονες απ' όλο τον κόσμο.rn'Οσο για μένα, μου είναι αδύνατο να δεχτώ τη θεωρία του περί ψύξης του φλοιού της Γης. Παρ' όλα όσα είδα, πιστεύω και θα πιστεύω πάντα στην εσωτερική θερμότητα ομολογώ όμως ότι υπό ορισμένες συνθήκες, τις οποίες δεν μπορούμε ακόμα να προσδιορίσουμε, ο νόμος αυτός ίσως να αλλάζει εν μέρει, υπό την επίδραση των φυσικών φαινομένων.rn…………………….rnΑπό κείνη τη μέρα, ο θείος μου ήταν ο ευτυχέστερος απ' όλους τους επιστήμονες, κι εγώ ο ευτυχέστερος των θνητών, γιατί η ωραία μου Βιρλανδέζα, αφού παραιτήθηκε από τα καθήκοντα της κηδεμονευόμενης, βρήκε μια καινούρια θέση στο σπίτι της οδού Κένιγκ, με τη διπλή ιδιότητα της ανιψιάς και της συζύγου. Δε χρειάζεται να προσθέσω ότι θείος της ήταν ο διάσημος καθηγητής 'Οττο Λίντενμπροκ, αντεπιστέλλον μέλος όλων των επιστημονικών ενώσεων, γεωγραφικών και ορυκτολογικών, στα τέσσερα σημεία της Γης.
ΤΕΛΟΣ
rn…………………………»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα