-Και σε τι βάθος βρισκόμαστε;
-Σε βάθος τριάντα πέντε λευγών.
-Άρα, είπα ενώ συμβουλευόμουν το χάρτη, από πάνω μας βρίσκεται η ορεινή περιοχή της Σκοτίας, και κάπου εδώ ορθώνεται η πανύψηλη κορφή της οροσειράς των Γκράμπιανς, που τα σκεπάζει το χιόνι.
-Ναι, αποκρίθηκε γελώντας ο καθηγητής. Είναι κάπως βαριά, αλλά ο θόλος είναι πολύ γερός: ο μεγάλος αρχιτέκτονας τον σύμπαντος τον κατασκεύασε από καλά υλικά και αντέχει, κάτι που δεν πρόκειται να καταφέρει ποτέ ο άνθρωπος! Τι είναι οι καμάρες που υποβαστάζουν τις γέφυρες ή τα τόξα των καθεδρικών εκκλησιών μπροστά σ' αυτό το μεγαλοπρεπή ναό, που η ακτίνα τον ισούται με τρεις λεύγες και μέσα στον οποίο μπορεί να χωρέσει ένας ολόκληρος ωκεανός με τις τρικυμίες του;
-Ω, δε φοβάμαι μήπως μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι! Και τώρα, θείε μου, ποια είναι τα σχέδιά σας; Δεν έχετε κατά νου να επιστρέψουμε στην επιφάνεια της Γης;
-Να επιστρέψουμε; Άκου εκεί! Αντίθετα, αφού όλα πήγαν καλά ως εδώ, θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας!
-Ωστόσο, δε βλέπω με ποιό τρόπο θα μπορέσουμε να διεισδύσουμε κάτω απ' αυτή την υδάτινη έκταση.
-Ω! Ούτε κι εγώ ισχυρίστηκα ποτέ ότι έχω σκοπό να κάνω βουτιά στα νερά της. 'Ομως, αν ένας ωκεανός δεν είναι, στην πραγματικότητα, τίποτα παραπάνω από μια λίμνη, εφόσον περιβάλλεται από ξηρά, φαντάσου τι θα 'ναι αυτή η υπόγεια θάλασσα που είναι περικυκλωμένη από ένα γρανιτένιο τείχος.
-Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό.
-Ε λοιπόν! Είμαι βέβαιος ότι στην αντίπερα ακτή θ' ανακαλύψουμε νέες διόδους
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/gx1FKbAS.jpg
…………..rnΕδώ τελειώνει αυτό που ονόμασα «ημερολόγιο καταστρώματος», το οποίο διασώθηκε, ευτυχώς, από το ναυάγιο. Ξαναρχίζω λοιπόν την αφήγησή μου όπως και πριν.rnΕίναι αδύνατο να εξιστορήσω τι συνέβη όταν η σχεδία μας έπεσε πάνω στους σκοπέλους της ακτής. 'Ενιωσα να πέφτω στη θάλασσα κι αν γλίτωσα το θάνατο, αν δεν έγινα χίλια κομμάτια πάνω στα απόκρημνα βράχια, είναι γιατί με τράβηξε από την άβυσσο το δυνατό χέρι τον Χανς.rnO θαρραλέος Ισλανδός με μετέφερε σ' ένα σημείο όσον δεν έφταναν τα κύματα, πάνω στην καυτή άμμο, όπου βρέθηκα ξαπλωμένος πλάι στο θείο μου.rn'Υστερα ξαναγύρισε εκεί στα βράχια, όπου πάνω τους έσκαζαν μανιασμένα τα κύματα, για να περισώσει ότι απόμεινε από το ναυάγιο. Δεν μπορούσα ν' αρθρώσω λέξη αισθανόμουν εξαντλημένος από τη συγκίνηση και την κούραση. Μια ώρα πέρασε ώσπου να συνέλθω.rnΣτο μεταξύ, εξακολουθούσε να πέφτει καταρρακτώδης βροχή, η έντασή της όμως είχε διπλασιαστεί, πράγμα που φανερώνει συνήθως το τέλος μιας καταιγίδας. Βρήκαμε καταφύγιο απ' τους καταρράκτες τον ουρανού κάτω από μερικά βράχια που προεξείχαν. O Χανς ετοίμασε φαγητό, αλλά δεν μπόρεσα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου, κι ο καθένας από μας, εξουθενωμένος από τριών ημερών αγρύπνια, βυθίστηκε σ' έναν ανήσυχο ύπνο.rnΤην επομένη, ο καιρός ήταν υπέροχος. O ουρανός κι η θάλασσα είχαν γαληνέψει και βρίσκονταν σε απόλυτη αρμονία. Η καταιγίδα δεν είχε αφήσει πίσω της ούτε ίχνος. Το πρώτο πράγμα πού άκουσα ήταν τα χαρμόσυνα λόγια τον καθηγητή, πού καλωσόριζε το ξύπνημά μου. 'Ηταν απερίγραπτα χαρούμενος.rn—Ε λοιπόν, αγόρι μου, φώναξε, κοιμήθηκες καλά απόψε;rnΘα 'λεγε κανείς ότι βρισκόμασταν στο σπίτι μας στην οδό Κένιγκ. Ότι εγώ κατέβαινα ήσυχα ήσυχα για το γεύμα και πως την ίδια κιόλας μέρα θα γιορτάζαμε τους γάμους μου με την κακομοίρα την Γκράουμπεν.rnΜα αλίμονο! 'Ετσι που παρέσυρε η καταιγίδα τη σχεδία μας προς τ' ανατολικά, είχαμε περάσει κάτω από τη Γερμανία, κάτω από την αγαπημένη μου πόλη, το Αμβούργο, κάτω από εκείνο το δρόμο όπου κατοικούσε ότι πολυτιμότερο είχα σ' αυτό τον κόσμο. Τότε λοιπόν δε μας χώριζαν παρά μονάχα σαράντα λεύγες! Αλλά σαράντα λεύγες καθέτως κι ένας τοίχος από γρανίτη, πράγμα πού σήμαινε ότι στην πραγματικότητα θα 'πρεπε να διανύσω πάνω από χίλιες λεύγες για να φτάσω ως εκεί!rn'Ολες αυτές οι οδυνηρές σκέψεις πέρασαν απ' το μυαλό μού πριν προλάβω να αποκριθώ στην ερώτηση πού μου είχε κάνει ο θείος μου.rn—'Ωστε έτσι λοιπόν! επανέλαβε. Δε θες να μας πεις αν κοιμήθηκες καλά;rn—Πολύ καλά, απάντησα. Νιώθω, βέβαια, ακόμα εξουθενωμένος, αλλά θα μου περάσει.rn—Αυτό να λέγεται. Είσαι απλώς λίγο κουρασμένος, αυτό είν' όλο.rn—'Εχω την εντύπωση ότι είστε πολύ χαρούμενος σήμερα, θείε μου.rn—Ενθουσιασμένος, αγόρι μου! Ενθουσιασμένος! Φτάσαμε!rn—Στο τέρμα της αποστολής μας;rn—Όχι, φτάσαμε όμως στην αντίπερα όχθη αυτής της θάλασσας που δεν είχε τελειωμό. Τώρα θ' αρχίσουμε να ταξιδεύουμε και πάλι στην ξηρά, και θα τρυπώσουμε πραγματικά στα έγκατα της Γης.rn—Θείε μου, επιτρέψτε μου να σας κάνω μια ερώτηση.rn —Σου επιτρέπω, Άξελ.rn—Και η επιστροφή;rn—Η επιστροφή; Αχ, εδώ δε φτάσαμε ακόμα στον προορισμό μας, κι εσύ σκέφτεσαι πώς θα ξαναγυρίσουμε πίσω;rn—'Οχι, το μόνο που θέλω να μάθω είναι με ποιο τρόπο θα επιστρέψουμε.rn—Με τον απλούστερο τρόπο τον κόσμου: Μόλις φτάσουμε στο κέντρο της γήινης σφαίρας, ή θα βρούμε ένα νέο δρόμο πού θα μας οδηγήσει στην επιφάνειά της ή θα ξαναγυρίσουμε πίσω, ωραία και καλά, από το δρόμο που ήρθαμε. Θέλω να πιστεύω ότι θα τον βρούμε ανοιχτό στην επιστροφή.rn—Τότε, θα πρέπει να επισκευάσουμε τη σχεδία.rn—Αναγκαστικά.rn—Και οι προμήθειες; Φτάνουν τα τρόφιμα που έχουμε για να πραγματοποιήσουμε όλα αυτά τα σπουδαία πράγματα;rn—Ναι, αυτό είναι βέβαιο. O Χανς είναι ικανότατο παλικάρι, κι είμαι σίγουρος ότι κατάφερε να περισώσει το μεγαλύτερο μέρος τον φορτίου μας. Μπορούμε να το διαπιστώσουμε και μόνοι μας άλλωστε.rnΒγήκαμε από κείνη τη σπηλιά, που την έδερναν από παντού οι άνεμοι. Είχα μια ελπίδα που, την ίδια στιγμή, με γέμιζε φόβο: μετά την τρομακτική προσάραξη της σχεδίας θεωρούσα αδύνατο να μην έχουν καταστραφεί όλα όσα μετέφερε. Μα έκανα λάθος.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/gx1FKN00.jpg
rn……………rn'Υστερα, λίγα βήματα πιο κάτω, η διάταξη των υψωμάτων που μας περιέβαλλαν, η εμφάνιση κάποιου ρυακιού, η εξαίσια θέα κάποιου βράχου με βύθιζαν και πάλι στις αμφιβολίες μου.rnΜίλησα στο Θείο μου για το δίλημμά μού αυτό. Δίσταζε κι εκείνος όσο κι εγώ. Δεν μπορούσε να προσανατολιστεί σ' αυτό το τοπίο πού έμοιαζε παντού το ίδιο.rn-Είναι προφανές, τον είπα, πως δεν προσαράξαμε στο σημείο απ' όπου αναχωρήσαμε, αλλ' ότι η καταιγίδα μάς παρέσυρε λίγο πιο πάνω, κι αν βαδίσουμε κατά μήκος της ακτής, θα ξαναβρεθούμε στο Πορτ Γκράουμπεν.rn-Σ' αυτή την περίπτωση, αποκρίθηκε ο θείος μου, είναι ανώφελο να συνεχίσουμε την εξερεύνησή μας, και το καλύτερο που θα 'χαμε να κάνουμε είναι να επιστρέψουμε στη σχεδία. Μήπως όμως κάνεις λάθος, Άξελ;rn-Είναι δύσκολο να πω με βεβαιότητα, θείε μου, γιατί όλα αυτά τα βράχια μοιάζουν μεταξύ τούς. Νομίζω ωστόσο ότι αναγνωρίζω το ακρωτήριο, στην άκρη τον οποίου έφτιαξε ο Χανς το πλεούμενο μας. Πρέπει να βρισκόμαστε κοντά στο μικρό λιμάνι, αν δεν είμαστε κιόλας εκεί, πρόσθεσα παρατηρώντας προσεκτικά έναν ορμίσκο που κάτι μου θύμιζε.rn-'Οχι, Άξελ. Στην περίπτωση αυτή θα ξαναβρίσκαμε τουλάχιστον τα ίχνη μας, κι εγώ δε βλέπω τίποτα...rn-Εγώ όμως βλέπω! φώναξα κι έτρεξα μεμιάς προς την κατεύθυνση ενός αντικειμένου που λαμποκοπούσε πάνω στην άμμο.rn-Τι είν' αυτό λοιπόν;rn-Αυτό εδώ, αποκρίθηκα.rnΚι έδειξα στο θείο μου το σκουριασμένο εγχειρίδιο που μόλις είχα μαζέψει από κάτω.rn-Για κοίτα! είπε. Το 'χες μαζί σου αυτό το μαχαίρι; -Εγώ; Και βέβαια όχι! Εσείς όμως...rn-'Οχι απ' ό,τι ξέρω όχι, απάντησε ο καθηγητής. Δεν είχα ποτέ τέτοιο πράγμα στην κατοχή μου.rn-Αυτό είναι παράξενο!Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/gx1FLnq9.jpg
-Μα όχι, είναι πολύ απλό, Άξελ. Οι Ισλανδοί κουβαλούν συχνά μαζί τούς τέτοιου είδους μαχαίρια, κι ο Χανς, στον οποίο ανήκει, θα το 'χασε...rn'Εγνεψα αρνητικά με το κεφάλι. O Χανς ποτέ δεν είχε στην κατοχή τον τέτοιο μαχαίρι.rn-Λέτε λοιπόν να είναι το όπλο κανενός προϊστορικού πολεμιστή, φώναξα, κάποιου ζωντανού ανθρώπου, ενός σύγχρονου εκείνον τον γιγάντιου βοσκού; Μα όχι! Δεν είναι εργαλείο της Λίθινης εποχής! Ούτε καν της Εποχής τον Χαλκού! Αυτή η λεπίδα είναι από ατσάλι...rnO θείος μού έβαλε τέρμα στο συλλογισμό μου, που με παρέσερνε πάλι σε σκέψεις, και μου είπε με ύφος παγερό:rn-Ηρέμησε, Άξελ, κι έλα στα συγκαλά σον. Αυτό το εγχειρίδιο ανήκει στο 16ο αιώνα κι είναι στην πραγματικότητα ένα μικρό ξίφος, απ' αυτά πού φορούσαν στη ζώνη τους οι ευγενείς για να δίνουν τη χαριστική βολή. Η προέλευσή τον είναι απ' την Ισπανία. Δεν ανήκει ούτε σ' εσένα ούτε σ' εμένα ούτε στον κυνηγό, αλλ' ούτε και στα ανθρώπινα πλάσματα που ίσως ζουν στα έγκατα της Γης!rn-Θέλετε να πείτε πως...rn-Βλέπεις; O τρόπος με τον οποίο έχει στραβώσει μαρτυρεί ότι δε χρησιμοποιήθηκε για να κόβει λαιμούς. Το στρώμα της σκουριάς που καλύπτει τη λεπίδα τον χρονολογείται πολύ περισσότερο από μια μέρα, ένα χρόνο ή έναν αιώνα!rnΚατά τη συνήθειά τον, ο καθηγητής μιλούσε όλο και πιο έντονα, αφήνοντας τη φαντασία του να οργιάσει.rn-Άξελ, ξανάπε, είμαστε στα πρόθυρα μιας μεγάλης ανακάλυψης! Αυτή η λεπίδα έμεινε εγκαταλειμμένη πάνω στην άμμο εδώ κι εκατό, διακόσια, τριακόσια χρόνια καιrnστράβωσε χαράζοντας κάτι πάνω στα βράχια τούτης της υπόγειας θάλασσας!rn-Δεν ήρθε όμως μόνη της εδώ! φώναξα. Δε στράβωσε μοναχή της! Κάποιος είχε έρθει εδώ πριν από μας!... -Ναι! 'Ενας άνθρωπος.rn-Κι αυτός ο άνθρωπος;...rn-Κι αυτός ο άνθρωπος χρησιμοποίησε το εγχειρίδιο για να χαράξει το όνομά του! Αυτός ο άνθρωπος θέλησε γι' άλλη μια φορά ν' αφήσει ένα σημάδι πού να δείχνει το δρόμο ο οποίος οδηγεί στο κέντρο της Γης! 'Ελα να ψάξουμε, έλα να ψάξουμε!rnΚι αρχίσαμε να ερευνάμε σπιθαμή προς σπιθαμή το ψηλό τείχος, αναζητώντας την παραμικρή ρωγμή πού θα μπορούσε να υποδηλώνει την ύπαρξη κάποιας στοάς.rn'Ετσι, φτάσαμε σ' ένα σημείο όπου η ακτή περιοριζόταν σε μια στενή λουρίδα γης. Η θάλασσα έλουζε σχεδόν τη βάση των ψηλών βράχων κι άφηνε μονάχα ένα μικρό πέρασμα, που το μήκος του δεν ξεπερνούσε τα δύο μέτρα. Ανάμεσα σε δύο βράχους πού προεξείχαν, διακρίναμε την είσοδο μιας σκοτεινής στοάς.rnΣ' εκείνο το σημείο, πάνω σε μια πλάκα από γρανίτη, υπήρχαν δύο μυστηριώδη γράμματα μισοσβησμένα από το χρόνο - τα δύο αρχικά του ατρόμητου και φανταστικού ταξιδευτή:rn-Α.Σ.! φώναξε ο θείος μου. Άρνε Σάκνονσσεμ! Πάντα ο Άρνε Σάκνουσσεμ!rnΑπ' την αρχή αυτού του ταξιδιού είχα ζήσει πράγματα απίστευτα. Είχα κάθε λόγο να πιστεύω πως τίποτα πια δε θα με εξέπληττε κι ότι κανένα θαύμα δε θα μ' έκανε να χάσω τη λαλιά μου. Ωστόσο, στη θέα αυτών των δύο γραμμάτων που είχαν χαραχτεί εκεί πριν από τριακόσια χρόνια έμεινα αποσβολωμένος τόση ώρα, που θα 'λεγε κανείς ότι αποβλακώθηκα. 'Οχι μόνο μπορούσα να διαβάσω πάνω στο βράχο την υπογραφή του σοφού αλχημιστή, αλλά κρατούσα στα χέρια μου και το εγχειρίδιο με το οποίο την είχε σκαλίσει. Θα 'πρεπε να ήμουν απίστευτα κακόπιστος για να τολμήσω ν' αμφισβητήσω την ύπαρξη τον ταξιδευτή και το γεγονός τον ταξιδιού του.rnΕνόσω οι σκέψεις αυτές τριγύριζαν στο μυαλό μου, ο καθηγητής Λίντενμπροκ, έρμαιο του ενθουσιασμού τον, έπλεκε ένα διθυραμβικό εγκώμιο για τον Άρνε Σάκνονσσεμ.rn-Η μεγαλοφυΐα σου είναι αξιοθαύμαστη! αναφωνούσε. Δεν παρέλειψες τίποτα, προκειμένου να δείξεις και σ' άλλους θνητούς τους δρόμους που οδηγούν κάτω απ' την επιφάνεια της Γης, ώστε οι όμοιοι σου να μπορέσουν κάποτε να ξαναβρούν τα ίχνη που άφησες πίσω σου, εδώ και τρεις αιώνες, στα βάθη αυτής της σκοτεινής αβύσσου! Θέλησες να παρακινήσεις κι άλλους ν' αντικρίσουν τα θαύματα που είδαν τα δικά σον μάτια! T' όνομά σου, χαραγμένο στους κυριότερους σταθμούς αυτού του ταξιδιού, οδηγεί τον ταξιδευτή που έχει το θάρρος να σ' ακολουθήσει κατευθείαν στο στόχο τον, και θα 'ναι γραμμένο από το χέρι σον ακόμα και στο κέντρο τον πλανήτη μας. Ε λοιπόν, θα γράψω κι εγώ τ' όνομά μου σ' αυτή την τελευταία γρανιτένια πλάκα! Από δω και στο εξής όμως, αυτό το ακρωτήριο που αντίκρισες με τα μάτια σον, πλάι σ' αυτή τη θάλασσα που ανακάλυψες, θα φέρει το όνομά σου και θα λέγεται για πάντα ακρωτήριο Σάκνουσσεμ!rn'Ετσι -ή κάπως έτσι- μιλούσε ο καθηγητής, κι ένιωσα να παρασύρομαι κι εγώ από τον ενθουσιασμό που εξέφραζαν αυτά τα λόγια. Αισθάνθηκα μια φωτιά να αναζωπυρώνεται μες στο στήθος μου! Ξεχνούσα τα πάντα. Κι τους κινδύνους του ταξιδιού και τις δυσκολίες της επιστροφής. 'Ηθελα να επαναλάβω κι εγώ εκείνο που είχε κατορθώσει κάποιος άλλος, κι είχα την αίσθηση πως τίποτα στα όρια τον ανθρώπινου δεν είναι ακατόρθωτο!rn-Εμπρός, εμπρός! φώναξα.rnΕίχα ορμήσει κιόλας στη σκοτεινή στοά, όταν ο θείος μου με σταμάτησε για να με συμβουλέψει -αυτός που παρασυρόταν διαρκώς από τον ενθουσιασμό του- να είμαι υπομονετικός και ψύχραιμος.rn-Ας επιστρέψουμε καταρχήν στον Χανς για να φέρουμε τη σχεδία μας εδώ που βρισκόμαστε.rnΥπάκουσα στην εντολή του, αν και με κάποια δυσαρέσκεια, και γλίστρησα βιαστικά στο πέρασμα ανάμεσα απ' τα βράχια της ακτής.rn-Ξέρετε, θείε μου, έλεγα καθώς βάδιζα, μέχρι εδώ οι συγκυρίες ήταν πάντα με το μέρος μας!rn-Αχ! Αυτό πιστεύεις, Άξελ;rn-Και βέβαια, κι αυτό ισχύει και για την καταιγίδα που μας ξανάφερε στο σωστό δρόμο. Ας είναι ευλογημένη εκείνη η θύελλα! Μας γύρισε πίσω σ' αυτή την ακτή, απrnόπου μας είχε απομακρύνει η καλοκαιρία! Αν υποθέσουμε για μια στιγμή ότι η πλώρη μας (αν μια σχεδία έχει πλώρη!) άγγιζε τις νότιες ακτές της θάλασσας Λίντενμπροκ, αναλογίζεστε τι θα 'χαμε απογίνει; Δε θα 'χαμε αντικρίσει ποτέ το όνομα τον Σάκνουσσεμ, κι αυτή τη στιγμή θα βρισκόμασταν ολομόναχοι σε μια ακρογιαλιά δίχως άκρη.rn-Ναι, Άξελ, η θεία Πρόνοια μας βοήθησε, κι ενώ αρμενίζαμε προς το νοτιά, ξαναγυρίσαμε σ' αυτό ακριβώς το σημείο, στο βορρά και στο ακρωτήριο Σάκνουσσεμ. Πρέπει να ομολογήσω πως είναι σχεδόν απίστευτο κι ότι μου είναι αδύνατο να δώσω κάποια λογική εξήγηση σ' αυτό το γεγονός.rn-Ε, τι σημασία έχει; Το θέμα δεν είναι να το ερμηνεύσουμε, αλλά να επωφεληθούμε απ' αυτό!rn-Σίγουρα, αγόρι μου, αλλά...rn-Αλλά θα ξαναπάρουμε το δρόμο τον βορρά, θα ξαναπεράσουμε κάτω απ' τη βόρεια Ευρώπη, τη Σουηδία, τη Σιβηρία -ποιος ξέρει!- αντί να ταξιδεύουμε κάτω απ' τις ερήμους της Αφρικής ή τα κύματα του ωκεανού, και δεν υπάρχει λόγος να ξέρουμε τίποτα περισσότερο!rn-Ναι, Άξελ, έχεις δίκιο, και οι οιωνοί είναι καλοί για μιας τώρα που θ' αφήσουμε πίσω μας αυτή την επίπεδη θάλασσα που δε θα μας οδηγούσε πουθενά. Θ' αρχίσουμε να κατεβαίνουμε - να κατεβαίνουμε κι άλλο, κι άλλο! 'Οπως ξέρεις, δε μας απομένουν παρά χίλιες πεντακόσιες λεύγες για να φτάσουμε στο κέντρο της Γης!rn-Ελάτε τώρα! φώναξα. Δεν υπάρχει λόγος να το συζητάμε! Εμπρός, ας ξεκινήσουμε!rnH παράλογη συζήτησή μας συνεχιζόταν ακόμα όταν φτάσαμε στο σημείο όπού βρισκόταν ο κυνηγός. 'Ολα ήταν έτοιμα και μπορούσαμε να ξεκινήσουμε αμέσως κιόλας. Δεν υπήρχε ούτε ένα δέμα που να μην έχει φορτωθεί στη σχεδία. Πήραμε τις θέσεις μας και ο Χανς, αφού σήκωσε το πανί, κατευθύνθηκε κατά μήκος της ακτής προς το ακρωτήριο Σάκνουσσεμ.rnO αέρας που φυσούσε δεν ήταν ευνοϊκός για ένα πλεούμενο που δεν μπορούσε να ορτσάρει. 'Ετσι, σε πολλά σημεία ήμασταν αναγκασμένοι να βοηθάμε κι εμείς, χρησιμοποιώντας τα σιδηρόδετα μπαστούνια μας. Πολλές φορές, τα βράχια που ξεπρόβαλλαν στην επιφάνεια του νερού μάς ανάγκαζαν να κάνουμε αρκετά μεγάλες παρακάμψεις. Τέλος, ύστερα από ταξίδι τριών ωρών, δηλαδή κατά τις έξι το απόγευμα, φτάσαμε σ' ένα σημείο όπου μπορούσαμε ν' αράξουμε.rnΠήδηξα στη στεριά και μ' ακολούθησαν ο θείος μου και ο Ισλανδός. Το ταξίδι που είχαμε κάνει πάνω στη σχεδία δε με είχε βοηθήσει καθόλου να ξαναβρώ την ηρεμία μου. H πρότασή μου ήταν πως, στην ανάγκη, θα 'ταν προτιμότερο να κάνουμε «το στόλο μας», ώστε να μην υπάρχει καμιά δυνατότητα να γυρίσουμε πίσω. Ο θείος μου όμως είχε αντιρρήσεις. H πρωτόγνωρη διαλλακτικότητά τον μου έκανε μεγάλη εντύπωση.rn-Τουλάχιστον, είπα, ας ξεκινήσουμε χωρίς να χάνουμε στιγμή.rn-Ναι, αγόρι μου πριν γίνει αυτό όμως, πρέπει να εξερευνήσουμε αυτή την καινούρια στοά, για να δούμε μήπως πρέπει να ετοιμάσουμε τις σκάλες μας.rnO θείος μου άναψε τη συσκευή τον Ρύμκορφ κι αφήσαμε πίσω μας τη σχεδία, που την είχαμε δέσει στην ακτή. Άλλωστε, η είσοδος της στοάς δεν απείχε ούτε είκοσι βήματα, κι η μικρή μας ομάδα, μ' εμένα επικεφαλής, τρύπωσε εκεί μέσα χωρίς χρονοτριβή.rnH διάμετρος αυτού τον ανοίγματος, που είχε σχήμα σχεδόν κυκλικό, ήταν περίπου πέντε πόδια. H σκοτεινή σήραγγα ήταν σμιλεμένη μέσα στο βράχο και τα τοιχώματά της ήταν τέλεια λειασμένα από τα υλικά των ηφαιστειακών εκρήξεων, των οποίων αποτελούσε άλλοτε τη δίοδο. Το κάτω μέρος της ήταν περίπου στο ύψος τον εδάφους, κι έτσι μπορέσαμε να μπούμε χωρίς την παραμικρή δυσκολία.rnΑκολουθούσαμε μια πορεία σχεδόν οριζόντια όταν, σε απόσταση έξι βημάτων, συναντήσαμε έναν πελώριο βράχο, που μας εμπόδιζε να προχωρήσουμε.rn-Καταραμένε βράχε! φώναξα θυμωμένος, πιστεύοντας ότι το εμπόδιο που μας έφραζε το δρόμο ήταν απροσπέλαστο.rn'Οσο και να ψάχναμε δεξιά κι αριστερά, πάνω και κάτω, δε βρίσκαμε ούτε ένα πέρασμα, ούτε μια διακλάδωση. H απογοήτευσή μου ήταν μεγάλη και δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι υπήρχε στ' αλήθεια αυτό το εμπόδιο. 'Επεσα στα τέσσερα. Εξέτασα το κάτω μέρος τον βράχου. Πουθενά πέρασμα. Από πάνω. Το ίδιο τείχος από γρανίτη. O Χανς φώτισε με τη λάμπα όλα τα σημεία τον τοίχού. Δε διακρίναμε πουθενά κάτι που να μας έδινε ελπίδες ότι θα συνεχίζαμε την πορεία μας. 'Επρεπε να παραιτηθούμε απ' την ιδέα ότι θα προχωρούσαμε.rnΕίχα καθίσει καταγής. O θείος μου βάδιζε πάνω κάτω στο διάδρομο με μεγάλες δρασκελιές.rn-Μα τότε ο Σάκνουσσεμ πώς;..., φώναξα.rn-Ναι, έκανε ο θείος μου. Άραγε, να συνάντησε κι εκείνος το ίδιο γρανιτένιο τείχος;rn-'Οχι! 'Οχι! ξανάπα με έντονο ύφος. Αυτό το τείχος έκλεισε ξάφνου το πέρασμα μετά από κάποια σεισμική δόνηση ή κάποιο απ' αυτά τα μαγνητικά φαινόμενα που επιδρούν στο φλοιό της Γης. Πρέπει να μεσολάβησαν πολλά χρόνια ανάμεσα στην επιστροφή τον Σάκνουσσεμ και στην πτώση αυτού τον βράχου. Δεν είναι φανερό εξάλλου ότι αυτή η στοά αποτελούσε άλλοτε τη δίοδο μέσα απ' την οποία ξεχυνόταν λάβα κι ότι εκείνη την εποχή τα υλικά των ηφαιστειακών εκρήξεων έβρισκαν πέρασμα σ' αυτό το σημείο; Κοιτάξτε τις πρόσφατες ρωγμές που αυλακώνουν το γρανιτένιο ταβάνι είναι φτιαγμένο από υλικά που έχουν μεταφερθεί εδώ, από πελώριες πέτρες, λες και κατασκευάστηκε από το χέρι κάποιον γίγαντα. Κάποια μέρα, η ώθηση ήταν δυνατότερη απ' ό,τι συνήθως, κι αυτός ο βράχος, που έφραξε την καμάρα σαν κλειδωμένη πόρτα, κύλησε ως εδώ κι έκλεισε για πάντα αυτό το πέρασμα. Είναι ένα εμπόδιο τυχαίο, το οποίο δε συνάντησε ο Σάκνουσσεμ. Κι αν δε βρούμε κάποιο τρόπο να το βγάλουμε απ' τη μέση, Θα 'μαστε ανάξιοι να φτάσουμε στο κέντρο της Γης!rnΝα με τι τρόπο μιλούσα! Το πνεύμα του καθηγητή είχε εισχωρήσει πια εξ ολοκλήρου μέσα μου. Με είχε καταλάβει το πάθος των ανακαλύψεων. Ξεχνούσα το παρελθόν, αδιαφορούσα για το μέλλον. Για μένα ήταν σαν να μην ντεήρχε τίποτα πια στην επιφάνεια της υδρογείου, στα έγκατα της οποίας είχα τρυπώσει - ούτε οι πόλεις ούτε οι εξοχές ούτε το Αμβούργο ούτε η οδός Κένιγκ ούτε η φτωχή μου Γκράουμπεν, που θα 'πρεπε να με θεωρεί πλέον χαμένο για πάντα μέσα στα σκοτεινά λαγούμια της Γης!rn-Ε λοιπόν, ξανάπε ο Θείος μου, ας ανοίξουμε ένα πέρασμα όπως να 'ναι με τις αξίνες, με τους κασμάδες! Ελάτε να ρίξουμε αυτό τον τοίχο!rn-Ο βράχος είναι πολύ σκληρός για την αξίνα! φώναξα.rn-Τότε με τον κασμά!rn-Το μήκος τον είναι μεγάλο για τον κασμά!rn-Μα!...rn-Ε λοιπόν! Το μπαρούτι! Μια έκρηξη! Ελάτε ν' ανοίξουμε ένα πέρασμα και να τινάξουμε στον αέρα αυτό το εμπόδιο!rn-Το μπαρούτι;rn-Ναι! Στο κάτω κάτω της γραφής, ένα βράχο θ' ανατινάξουμε μονάχα!rn-Χανς, άρχισε αμέσως δουλειά! φώναξε ο θείος μου.rnO Ισλανδός ξαναγύρισε στη σχεδία και, πριν περάσει πολλή ώρα, επέστρεψε με μια αξίνα, την οποία χρησιμοποίησε για ν' ανοίξει μια βαθιά τρύπα στο βράχο, όπου θα βάζαμε την εκρηκτική ύλη. H δουλειά ήταν σκληρή. 'Επρεπε να δημιουργήσει ένα κοίλωμα αρκετά μεγάλο ώστε να χωρέσει πενήντα λίβρες βαμβακοπυρίτιδας, η εκρηκτική δύναμη της οποίας είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη απ' αυτή του κανονικού μπαρουτιού.rnΤο μυαλό μου βρισκόταν σε εκπληκτική υπερδιέγερση. 'Οσο δούλευε ο Χανς, βοηθούσα όπως μπορούσα το θείο μου να ετοιμάσει ένα μακρύ φιτίλι, φτιαγμένο από υγρή πυρίτιδα και κλεισμένο σ' ένα σωλήνα από πανί.rn-Θα περάσουμε! έλεγα.rn-Θα περάσουμε! επαναλάμβανε κι ο Θείος μου.rnΤα μεσάνυχτα είχαμε τελειώσει όλα όσα χρειάζονταν για ν' ανατινάξουμε το βράχο. H ποσότητα της βαμβακοπυρίτιδας ήταν τοποθετημένη στο κοίλωμα, και το φιτίλι, που ξετυλιγόταν σ' όλο το μήκος της στοάς, έφτανε μέχρι έξω.rnΤώρα πια, μια σπίθα θ' αρκούσε για να βάλει σε λειτουργία την εκπληκτική αυτή κατασκευή.rn-Θα τ' αφήσουμε γι' αύριο, είπε ο καθηγητής.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq2CbwSS.jpg
rn'Επρεπε ν' αφήσω και πάλι τα πράγματα όπως είχαν και να περιμένω έξι ατέλειωτες ώρες!rnΗ επομένη, Πέμπτη, 27 Αυγούστου, ήταν μια από τις πιο αξιομνημόνευτες μέρες του ταξιδιού μας στα έγκατα της Γης. Κάθε φορά που την ξαναφέρνω στο νου μου, με πλημμυρίζει ο ίδιος τρόμος κι η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Από κείνη τη στιγμή και μετά, η λογική, η κρίση μας, η ευφυΐα μας θα έπαυαν να παίζουν οποιονδήποτε ρόλο σ' αυτή την ιστορία, και θα γινόμασταν έρμαια των φαινομένων της Γης.rnΣτις έξι το πρωί ήμασταν ήδη στο πόδι. Πλησίαζε η στιγμή που, με τη βοήθεια του μπαρουτιού, θ' ανοίγαμε ένα δρόμο μέσ' απ' το γρανιτένιο τοίχο.rnΖήτησα να είμαι εγώ αυτός που θα έβαζε φωτιά στα εκρηκτικά. Αμέσως κατόπιν, θα έπρεπε να βιαστώ να συναντήσω τούς συντρόφους μου στη σχεδία, απ' την οποία δεν είχαμε ξεφορτώσει ούτε ένα δέμα. 'Επειτα θα ξανοιγόμασταν στη θάλασσα, για ν' αποφύγουμε τούς κινδύνους της έκρηξης, που τα αποτελέσματά της ίσως και να μην περιορίζονταν στα εσωτερικά τοιχώματα τον γρανίτη.rnΣύμφωνα με τούς υπολογισμούς μας, το φιτίλι θα έκαιγε για δέκα λεπτά πριν μεταδοθεί η φλόγα στα εκρηκτικά. Επομένως, είχα αρκετό χρόνο στη διάθεσή μου για να επιστρέψω στη σχεδία.rn'Ενιωσα κάποια συγκίνηση καθώς ετοιμαζόμουν να εκπληρώσω το ρόλο που είχα αναλάβει.rn'Υστερα από ένα γρήγορο γεύμα, ο θείος μου και ο κυνηγός επιβιβάστηκαν στο πλεούμενο, ενώ εγώ έμεινα στην ακρογιαλιά. 'Ημουν εφοδιασμένος μ' ένα αναμμένο φανάρι, που θα το χρησιμοποιούσα για να βάλω φωτιά στο φιτίλι.rn-Ξεκίνα, αγόρι μου, μου είπε ο θείος μου, κι έλα αμέσως να μας βρεις.rn-Μείνετε ήσυχος, αποκρίθηκα, δεν πρόκειται να χαζεύω στο δρόμο.rnΚατευθύνθηκα αμέσως στην είσοδο της στοάς. Άνοιξα το καπάκι απ' το φανάρι μου κι έπιασα την άκρη τον φιτιλιού. O καθηγητής κρατούσε το χρονόμετρό του.rn-Είσαι έτοιμος; μου φώναξε.rn-'Ετοιμος.rn-Ε λοιπόν! Άναψέ το, αγόρι μου!rn'Εφερα αμέσως σε επαφή με τη φλόγα το φιτίλι, που άρχισε να πετάει σπίθες, και ξαναγύρισα τρέχοντας στην ακρογιαλιά.rn-Μπες στη σχεδία, έκανε ο θείος μου, και ξεκινάμε αμέσως.rnΜε μια δυνατή σπρωξιά, ο Χανς έριξε τη σχεδία στη θάλασσα. Απομακρυνθήκαμε καμιά σαρανταριά μέτρα. Νιώθαμε τη συγκίνηση της στιγμής. Ο καθηγητής είχε τοrnβλέμμα τον καρφωμένο στο δείκτη του χρονόμετρού. rn-Πέντε λεπτά ακόμα, έλεγε. Τέσσερα λεπτά! Τρία! Η καρδιά μου σφυροκοπούσε σαν τρελή.rn-Δύο ακόμα! 'Ενα!... Γκρεμιστείτε, γρανιτένια βουνά!rnΤι συνέβη εκείνη την ώρα; Νομίζω ότι δεν άκουσα ποτέ το θόρυβο της έκρηξης. Την ίδια στιγμή όμως, οι βράχοι άλλαξαν σχήμα μπρος στα μάτια μου. Άνοιξαν στα δυο σαν παραπέτασμα. Είδα ν' ανοίγεται στην ακρογιαλιά μια άβυσσος δίχως αρχή και τέλος. Μέσα στη δίνη, η θάλασσα δεν ήταν πια παρά ένα πελώριο κύμα, όπού πάνω τον ισορροπούσε κάθετα η σχεδία μας.rnΧάσαμε κι οι τρεις την ισορροπία μας. Σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, το φως χάθηκε και μας τύλιξε το πιο βαθύ σκοτάδι. 'Επειτα ένιωσα ότι δεν είχα από πού να κρατηθώ, πως δεν υπήρχε τίποτα κάτω απ' τα πόδια μου . Ούτε καν η σχεδία. Αισθάνθηκα ότι καταποντιζόμασταν ολοταχώς. Σαν να μην υπήρχε σχεδία. Θέλησα να πω κάτι στο θείο μου όμως το μουγκρητό των κυμάτων ήταν τόσο δυνατό, πού δε Θα με άκουγε.rnΠαρ' όλο το έρεβος, το θόρυβο, την κατάπληξη, τη συγκίνηση που αισθανόμουν, κατάλαβα τι συνέβαινε.rnΠίσω απ' το βράχο που είχαμε ανατινάξει, υπήρχε μια άβυσσος. Η έκρηξη είχε προκαλέσει κάτι σαν σεισμό στο έδαφος, πού ήταν γεμάτο ρωγμές. 'Ενα απέραντο χάος είχε ανοιχτεί μπροστά μας, κι η θάλασσα κυλούσε σαν χείμαρρος στα βάθη του και μας παρέσερνε μαζί της.rn'Ενιωσα ότι ήμουν χαμένος.rnΚατ' αυτό τον τρόπο κύλησαν μία, δυο ώρες - ούτε ξέρω! Σφιγγόμασταν ο ένας πάνω στον άλλο κρατιόμασταν από το χέρι για να μην πεταχτούμε έξω απ' τη σχεδία. Κάθε φορά πού το πλεούμενο ακουμπούσε στα τοιχώματα, νιώθαμε βίαια τραντάγματα. Παρ' όλα αυτά, σπάνιες ήταν οι φορές που χτυπούσαμε κι απ' αυτό συμπέρανα ότι η σήραγγα είχε μεγαλώσει αισθητά. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι αυτός ήταν ο δρόμος τον Σάκνουσσεμ, κι ωστόσο, αντί να τον κατέβουμε μόνοι, είχαμε συμπαρασύρει, από απερισκεψία, και μια ολόκληρη θάλασσα!rnΚαταλαβαίνει κανείς ότι όλες αυτές οι ιδέες πού περνούσαν απ' το μυαλό μου ήταν αόριστες και συγκεχυμένες. Δυσκολευόμουν να βρω κάποιον ειρμό έτσι όπως τρέχαμε ιλιγγιωδώς, σαν να κατρακυλούσαμε. Αν κρίνω απ' τον αέρα που μου μαστίγωνε το πρόσωπο, η ταχύτητά μας Θα έπρεπε να ξεπερνάει κατά πολύ ακόμα κι εκείνη των πιο γρήγορων τρένων. 'Ηταν αδύνατο λοιπόν ν' ανάψουμε ένα δαδί σε τέτοιες συνθήκες, κι όσο για την τελευταία ηλεκτρική μας συσκευή, είχε γίνει κομμάτια τη στιγμή της έκρηξης.rn'Ετσι, έμεινα κατάπληκτος όταν είδα ξάφνου ένα φως να λάμπει δίπλα μου. Στη λάμψη του αντίκρισα το ήρεμο πρόσωπο τον Χανς. O επιδέξιος κυνηγός είχε καταφέρει ν' ανάψει το φανάρι και, παρ' όλο που η φλόγα του τρεμόπαιζε έτοιμη να σβήσει, σκορπούσε μερικές ανταύγειες μες στο σκοτάδι.rnH στοά ήταν μεγάλη. Είχα δίκιο που τη φανταζόμουν κάπως έτσι. Το λιγοστό φως δε μας επέτρεπε να διακρίνουμε ταυτόχρονα και τα δυο της τοιχώματα. Τα νερά που μας παρέσερναν ολοταχώς προς τα κάτω κυλούσαν με ροή πολύ μεγαλύτερη κι από τα πιο μανιασμένα ποτάμια της Αμερικής. H επιφάνειά τους έμοιαζε με μια δέσμη από πύρινα βέλη που είχαν εκτοξευτεί με τρομερή δύναμη. Δεν υπήρχε καλύτερη παρομοίωση απ' αυτή για να περιγράψω την εντύπωση που μου έδιναν. Καμιά φορά, η σχεδία μας έπεφτε σε δίνες και τότε άρχιζε να στροβιλίζεται καθώς κυλούσε με φόρα προς τα κάτω. 'Οταν πλησιάζαμε τα τοιχώματα της σήραγγας, έριχνα στο μέρος εκείνο το φως τον φαναριού, κι έτσι μπορούσα να υπολογίσω την ταχύτητα της σχεδίας βλέποντας τις προεξοχές τον βράχου να περνούν μπροστά απ' τα μάτια μου σαν ευθείες σειρές - λες κι ήμασταν εγκλωβισμένοι σ' ένα πλέγμα κινούμενων γραμμών. Κατά την εκτίμησή μου, τρέχαμε με ταχύτητα τριάντα λεύγες την ώρα.rnO θείος μου κι εγώ κοιτούσαμε γύρω μας βλοσυροί, αγκιστρωμένοι σ' ό,τι είχε απομείνει απ' το κατάρτι μας, το οποίο είχε γίνει κομμάτια τη στιγμή της έκρηξης. Στρέφαμε την πλάτη μας στον άνεμο, για να μην πάθουμε ασφυξία μ' όλη αυτή την ταχύτητα, που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορούσε να ανακόψει.rnΠαρ' όλα αυτά, οι ώρες κυλούσαν. H κατάσταση παρέμενε η ίδια, κι ωστόσο συνέβη κάτι που χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο τα πράγματα.rnΠροσπαθώντας να βάλω λίγη τάξη στο φορτίο μας, διαπίστωσα ότι το μεγαλύτερο μέρος των πραγμάτων που είχαμε πάρει μαζί μας είχε χαθεί τη στιγμή της έκρηξης, τότε που η θάλασσα μας παρέσυρε με ορμή στη δίνη της! Θέλησα να υπολογίσω ακριβώς τι αποθέματα είχαμε και, κρατώντας στο χέρι μου το φανάρι, άρχισα να ψάχνω. Από τα εργαλεία μας δε μας είχε απομείνει παρά μόνο η πυξίδα και το χρονόμετρο. Από τις σκάλες και τα σκοινιά μας, το μόνο που υπήρχε ήταν ένα κομμάτι σκοινί τυλιγμένο γύρω απ' το κατάρτι. Δεν είχαμε ούτε αξίνες ούτε κασμάδες ούτε σφυριά και, για κακή μας τύχη, τα τρόφιμα που είχαν διασωθεί έφταναν ίσα ίσα για μια μέρα.rn'Εψαξα σχολαστικά κάθε γωνιά της σχεδίας - μέχρι και τα κενά που σχηματίζονταν ανάμεσα στις σανίδες και στα δοκάρια! Τίποτα! Οι προμήθειές μας ήταν όλες κι όλες ένα κομμάτι παστό κρέας και μερικές γαλέτες.rnΚοιτούσα γύρω μου αποβλακωμένος. Δεν ήθελα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Κι ωστόσο, γιατί τρόμαζα στη σκέψη αυτού τον κινδύνου; Ακόμα κι αν είχαμε τρόφιμα για μήνες, για χρόνια, πώς θα γλιτώναμε από την άβυσσο όπού μας τραβούσε αυτός ο ακατανίκητος χείμαρρος; Τι ωφελούσε να τρέμω στη σκέψη ότι θα μας βασάνιζε η πείνα, όταν ο θάνατος έπαιρνε στα μάτια μας τόσες άλλες μορφές; Θα 'χαμε άραγε τον καιρό να πεθάνουμε από ασιτία;rnΠάντως, για κάποιο ανεξήγητο λόγο ξεχνούσα τους άμεσους κινδύνους κι η φαντασία μου κάλπαζε σ' εκείνη τη μελλοντική απειλή, την οποία έβλεπα, θαρρείς, μπροστά μου σ' όλη της τη φρίκη. Άλλωστε, μπορεί και να τα καταφέρναμε να γλιτώσουμε από τα μανιασμένα νερά τον χειμάρρου και να επιστρέφαμε στην επιφάνεια της Γης. Με ποιο τρόπο; Δεν μπορούσα να πω. Πού; Τι σημασία είχε; Μπορεί να υπήρχε έστω και μια ελπίδα στις χίλιες, ενώ ο θάνατος από πείνα δε μας άφηνε σε καμιά περίπτωση περιθώρια να ελπίζουμε.rnΣκέφτηκα να τα πω όλ' αυτά στο θείο μου να του δείξω σε τι ένδεια είχαμε περιέλθει, και να υπολογίσω με ακρίβεια το χρόνο που μας απόμενε να ζήσουμε. Βρήκα όμως το κουράγιο να σωπάσω. Δεν ήθελα να ταράξω την ψυχραιμία του.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq2CcNHr.jpg
Εκείνη τη στιγμή, το φως του φαναριού τρεμόπαιξε κάπως κι έσβησε εντελώς. Το φιτίλι είχε καεί ως το τέλος. Γι' άλλη μια φορά μας τύλιξε το σκοτάδι. Δεν είχαμε πια καμιά ελπίδα να φωτίσουμε αυτό το αξεδιάλυτο έρεβος. Μας είχε απομείνει ένα δαδί, αλλά δε θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε αναμμένο. Τότε, έκλεισα τα μάτια μου, όπως κάνουν τα παιδιά, για να μη βλέπω όλη εκείνη τη μαυρίλα.rnΜεσολάβησε ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, κι έπειτα η ταχύτητα με την οποία κινούμασταν διπλασιάστηκε. Το κατάλαβα από τον αέρα που ένιωθα στο πρόσωπό μου. H πλαγιά πάνω στην οποία κυλούσε το νερό ήταν υπερβολικά επικλινής. Πιστεύω ότι στην πραγματικότητα είχαμε πάψει να κυλάμε. Πέφταμε. Είχα την εντύπωση ότι η πτώση μας ήταν σχεδόν κατακόρυφη. O Θείος μου και ο Χανς με είχαν αδράξει σφιχτά από τα μπράτσα και με κρατούσαν γερά.rnΞάφνου, ύστερα από κάποιο διάστημα που ήταν αδύνατο να το υπολογίσω, αισθάνθηκα ένα τράνταγμα. H σχεδία δεν είχε χτυπήσει πάνω σε κάτι σκληρό, αλλά η πτώση μας σταμάτησε. 'Ενας στρόβιλος νερού, μια πελώρια υδάτινη στήλη έπεσε με δύναμη στο πλεούμενό μας. Ασφυκτιούσα. Πνιγόμουν...rnΠαρ' όλα αυτά, η ξαφνική αυτή πλημμύρα δεν κράτησε πολύ. Σε λίγα δευτερόλεπτα ανάσαινα και πάλι, μ' όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου, καθαρό αέρα. O Θείος μου και ο Χανς μού κρατούσαν το χέρι τόσο δυνατά, που κόντευε να σπάσει. Εξακολουθούσαμε να βρισκόμαστε κι οι τρεις πάνω στη σχεδία.rn…………………………rnΥποθέτω ότι θα πρέπει να ήταν δέκα η ώρα το βράδυ. Η πρώτη αίσθησή μου που λειτούργησε μετά το τελευταίο μας πάθημα ήταν η ακοή. Άκουσα σχεδόν αμέσως -γιατί την άκουσα, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω- τη σιωπή που απλωνόταν μέσα στη σήραγγα έπειτα από τα μουγκρητά που εδώ και πολλές ώρες ταλαιπωρούσαν τ' αυτιά μου. Τέλος, άκουσα σαν μακρινό μουρμουρητό το θείο μου να λέει:rn-Ανεβαίνουμε!rn-Τι θέλετε να πείτε; φώναξα.rn-Ναι, ανεβαίνουμε! Ανεβαίνουμε!rnΆπλωσα το χέρι μου ακούμπησα το βράχο. Το χέρι μου μάτωσε. Κινούμασταν προς τα πάνω με εκπληκτική ταχύτητα.rn-Το δαδί! Το δαδί! φώναξε ο καθηγητής.rnO Χανς κατάφερε, με πολλές δυσκολίες, να το ανάψει, και η φλόγα τον, που παρέμενε σταθερή παρ' όλο που κινούμασταν προς τα πάνω, έριξε αρκετό φως στο χώρο που μας περιέβαλλε.rn-Είναι πράγματι αυτό που σκεφτόμουν, είπε ο Θείος μου. Βρισκόμαστε σ' ένα στενόμακρο πηγάδι, που η διάμετρός τον δεν ξεπερνά τα οκτώ μέτρα. Αφού έφτασε στον πυθμένα της αβύσσου, το νερό ξαναβρίσκει την πραγματική τον στάθμη και μας ανεβάζει κι εμάς μαζί.rn-Προς τα πού;rn…………………………….»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα