HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Οι τελευταίες ώρες του Γ. Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά

Topic #1765 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 42 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #9836 • 06 Apr 2009, 17:13 UTC
Πηγή: το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990) «Αποχαιρετισμός. Οι τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά» από τις εκδόσεις Κέδρος (το κείμενο όπως έχει μεταφερθεί σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο)

«…………………….
Εισαγωγή:

Στις 5 Μαρτίου 1957, μέρα Τρίτη, όλες οι πρωινές αθηναϊκές εφημερίδες έγραψαν :

ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 4. ( Ιδ. Υπ. ) - Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.
Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.
Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.
Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.
Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : " Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε ". Κάποιος απήντησε : " Καλά παραδιδόμαστε ". Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν " Μολών λαβέ ".
Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.
Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα.
Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.
Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.

( Ακριβές αντίγραφο απ' τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου 1957 )



Αποσπάσματα στίχων

Α Π Ο Χ Α Ι Ρ Ε Τ Ι Σ Μ Ο Σ

( Ο Γρηγόρης ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ αποκλεισμένος rnστη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά ).

Τέλειωσαν πια τα ψέματα - δικά μας και ξέναrnΗ φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πιαrnΝα ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.

Κι όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,rnΝα δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ - ( για ποιόν; Για μένα;rnΓια τους άλλους; ) Πρέπει.rnΜου χρειάζεται πριν απ' το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.

Οι άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία - σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν' ακουστεί μια πελώρια κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ' τη σιωπήrnΠου θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.

Μαρμαρωμένη ησυχία, - μ' όλο που ακούγονταιrnΟι ντουφεκιές κ' οι φωνές - πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονταιrnΣτεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουνrnΚαι μένουν σ' έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ' αιχμηρά. rnΤι ησυχία, -rnΜ' όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. -

Πίσω και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο ατελείωτος θάνατος, στη μέση rn( στη μέση ; ) εγώ. - Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος :rnΈνας τμηματικός θάνατος ; Πρέπει να τον γνωρίσω.rnΔεν προφταίνω.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1gdTW0.jpg


………………

Παντού μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος. rnΜονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.rnΔε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρροςrnμήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.rnΊσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα - δηλαδή πιο ειλικρινείς.rnΕγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.rnΕσείς πηγαίνετε. ( Φύγανε.) Δε σας κρατώ. ( Φύγανε κιόλας. ) Στο καλό. rnΗ φωτιά πλησιάζει. Συχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα. Συγχωρέστε με.

……………………….rnΔε δέχομαι, όχι, τη θυσία για το θάνατο. Τη δέχομαιrnΜονάχα για τη ζωή - για μια ζωή που πια δε θα rnΑπαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.

rnΠοτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότηταrnμιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,rnτ' ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της rnμ' ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,rnτον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,rnμέσα σ' αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός τουrnείναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :rnαπό δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.rnΜην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,rnΠως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.rnΤούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια -rnΜπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μαςrnΜια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μουrnμες απ' το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μουrnθα παραλάβουν απ' τα χέρια μου φλεγόμενηrnτη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ' όλες τις νύχτες των σκλάβων,rnφλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.rnΜπορώ να επαναλάβω :

" Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου - το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίουrnενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ' το χωριό Λύση,rnοδηγού ταξί το επάγγελμα,rnπούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξηrn" Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α "rnκαι που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο - μην το ξεχάστε, σύντροφοι - rnΣτις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,rnγεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα rnματωμένα γόνατα της πλάσης.rn…………………..

Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;-rnΈτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου.rnΔε θα σέιδει ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: "Είμαι πέρφανη για το γιο μου, - κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου".rnΈτσι. Γεια σου, μάνα.

Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ' τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ' το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.rnΕσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.rnΕσείς, κ' η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ' απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,rnΓιατί ήμουνα φίλος καλός rnκ' ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.rn………………….

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1ge7TS.jpg


Κ' έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ' τη σκλαβιά του από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ' το ξεσκλάβωμα της πατρίδας στο ξεσκλάβωμα του κόσμου ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν' αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ' ένα χαντάκι τ' αμάξι μου.rnΠήρα τ' όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιοςrnπου θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε,rn( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) - θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ' έτσι λίγο - λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος rnκαι ν' αχνίζει στον κόρφο μας. rnΓεια σας.

( Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ' το δυνατό σαγόνι της κ' είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : " Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου ". Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου. )

Α Θ Η Ν Α . 5 Ε Ω Σ 2 5 Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ 1 9 5 7 rnΓ Ι Α Ν Ν Η Σ Ρ Ι Τ Σ Ο Σrn……………….»

rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →