Στην αρχή, δεν είδα τίποτα. Σφάλισα μεμιάς τα μάτια μου, που είχαν ξεσυνηθίσει το φως. Μόλις μπόρεσα όμως να τα ξανανοίξω, η έκπληξή μου ξεπέρασε κι αυτήν ακόμα τη μαγεία που ένιωσα να με κατακλύζει.
-Η θάλασσα! φώναξα.
-Ναι, απάντησε ο θείος μου. H θάλασσα Λίντενμπροκ, και θέλω να πιστεύω ότι κανείς θαλασσοπόρος δε θα αμφισβητήσει το γεγονός ότι εγώ την ανακάλυψα και το δικαίωμά μου να της δώσω το όνομά μου!
Μια απέραντη υδάτινη έκταση, η αρχή μιας λίμνης ή ενός ωκεανού, απλωνόταν ως εκεί όπου έφτανε το μάτι. Στην ακτή, που είχε το σχήμα ενός πελώριου μισοφέγγαρου, τα κύματα έσκαγαν πάνω σε μια λεπτή άμμο που χρύσιζε σπαρμένη από τα μικρά εκείνα όστρακα όπου κατοίκησαν τα πρώτα πλάσματα της δημιουργίας. O παφλασμός τους ήταν ηχηρός, μ' εκείνη την ιδιαίτερη ένταση που προσλαμβάνει ο ήχος σ' ένα χώρο κλειστό και πελώριο. Το αεράκι που φυσούσε παρέσερνε στο διάβα του τον αφρό των κυμάτων, κι ένιωθα μερικές σταγόνες να ραντίζουν το πρόσωπό μου. Σ' αυτή την ελαφρά κατωφερική παραλία, σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων απ' το σημείο όπου έσκαγαν τα κύματα, ξεπετάγονταν κάτι πελώριοι βράχοι, που πλάταιναν όσο ανέβαιναν προς τα πάνω και χάνονταν σε ύψη δυσθεώρητα. Κάποιοι απ' αυτούς άπλωναν τις μυτερές τους ρίζες στην ακτή σχηματίζοντας ακρωτήρια και κάβους που τους είχε σμιλέψει η ορμή τον αντιμάμαλου. Πιο πέρα διέκρινε κανείς ολοκάθαρα τις επιβλητικές σκιές τους να προβάλλουν μέσ' από την καταχνιά ως τα βάθη τον ορίζοντα.
'Ηταν ένας πραγματικός ωκεανός, μ' εκείνη την παράξενη ομορφιά πού συναντά κανείς σ' όλες τις ακτές στην επιφάνεια της Γης, αλλά έρημος και με όψη άγρια κι εφιαλτική.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aVD1jy0.jpg
Το γεγονός ότι το βλέμμα μού μπορούσε να πλανηθεί ως πέρα μακριά οφειλόταν σ' ένα «ειδικό» φως που φώτιζε και την παραμικρή λεπτομέρεια αυτής της Θάλασσας. Δεν ήταν το ηλιακό φως με τις λαμπρές του δέσμες και την εκθαμβωτική ακτινοβολία των ηλιαχτίδων του, ούτε η χλωμή και ακαθόριστη λάμψη του άστρου της νύχτας, πού δεν είναι παρά μια αντανάκλαση χωρίς θέρμη. Το τρεμουλιαστό διάχυτο φως που σκορπιζόταν ολόγυρά μας, η διαυγής και σκληρή λευκότητά τον, η ελαφρά υψηλή Θερμοκρασία τον, η λάμψη τον -πού στην πραγματικότητα ήταν πολλαπλάσια εκείνης τον φεγγαριού-, όλα αυτά παρέπεμπαν δίχως άλλο σε κάποιο φαινόμενο τον ηλεκτρισμού. Αυτό το φως που διαχεόταν παντού σ' εκείνη την πελώρια σπηλιά -τόσο μεγάλη, πού θα μπορούσε να χωρέσει μέσα της κι έναν ωκεανό- έμοιαζε με το πολικό σέλας, με μια συνεχή κοσμική ακτινοβολία.rnO θόλος πού κρεμόταν πάνω απ' το κεφάλι μου, ο ουρανός -αν μπορεί κανείς να τον ονομάσει έτσι-, ήταν, θαρρείς, φτιαγμένος από μεγάλα σύννεφα, από κινούμενες μάζες υδρατμών που μεταμορφώνονταν συνεχώς και οι οποίες, λόγω τον φαινομένου της υγροποίησης, θα έπρεπε από καιρό σε καιρό να διαλύονται σε καταρρακτώδεις βροχές. Κανονικά, θα 'πρεπε να πιστέψω ότι, με τόσο αυξημένη ατμοσφαιρική πίεση, θα 'ταν αδύνατο να προκαλείται εξάτμιση. Κι ωστόσο, βάσει κάποιον νόμου της φυσικής που εκείνη τη στιγμή μού διέφευγε, πυκνά σύννεφα ταξίδευαν στον αέρα. Παρ' όλα αυτά, «είχε καλό καιρό». Τα ηλεκτρικά φορτία δημιουργούσαν καταπληκτικά παιχνίδια φωτός στα νέφη εκείνα που βρίσκονταν πολύ ψηλά. 'Εντονες σκιές διαγράφονταν στα κατώτερα στρώματά τούς και, στα σημεία όπου σχηματιζόταν κάποιο κενό, ξεγλιστρούσε κι έφτανε ως εμάς μια αχτίδα φωτός με εκπληκτική ένταση. Για να μην τα πολυλογώ όμως, δε θύμιζε σε τίποτα τον ήλιο, γιατί το φως της δεν εξέπεμπε καμιά Θερμότητα. Το αποτέλεσμα ήταν θλιβερό• απέραντα μελαγχολικό. Αντί για ένα στερέωμα γεμάτο αστέρια, αυτό που ένιωθα να υπάρχει πίσω απ' τα σύννεφα ήταν ένας θόλος από γρανίτη, που βάραινε πάνω στους ώμους μου μ' όλο του το βάρος. Παρ' όλη πάντως την απεραντοσύνη του, αυτός ο χώρος δε θα 'ταν αρκετός για να διαγράψει την τροχιά τον ούτε ο πιο ταπεινός από τους δορυφόρους των πλανητών.rnΘυμήθηκα τότε τη θεωρία που είχε διατυπώσει κάποιος Άγγλος πλοίαρχος, ο οποίος παρομοίαζε τη Γη με μια κοίλη σφαίρα, στο εσωτερικό της οποίας ο αέρας παρέμενε φωτεινός λόγω της υψηλής ατμοσφαιρικής πίεσης που επικρατούσε κι όπου διέγραφαν τις μυστηριώδεις τροχιές τους δύο πλανήτες, ο Πλούτωνας κι η Προσερπίνη (1). Άραγε, να 'λεγε αλήθεια;rn'Ημασταν στ' αλήθεια εγκλωβισμένοι μέσα σ' αυτό το πελώριο σπήλαιο. 'Ηταν αδύνατο να υπολογίσει κανείς το πλάτος τον, καθώς η ακτή πλάταινε όλο και περισσότερο ως εκεί όπου έφτανε το μάτι, αλλ' ούτε και το μήκος του, μια που το βλέμμα μας σταματούσε όπου άρχιζε η κάπως ακαθόριστη γραμμή του ορίζοντα. 'Οσο για το ύψος του, έρεπε να ισοδυναμεί με αρκετές λεύγες. Κι ούτε μπορούσαμε να διακρίνουμε πού άρχιζαν και πού τέλειωναν τα γρανιτένια θεμέλια αυτής της σπηλιάς. Ωστόσο, στον αέρα αιωρούνταν ένα σύννεφο που πρέπει να βρισκόταν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την επιφάνεια τον νερού, κι αυτό είχε να κάνει με την χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση, η οποία επέτρεπε στούς υδρατμούς να φτάσουν σε πολύ μεγαλύτερο ύψος απ' ό,τι στη γη.rnΣτην πραγματικότητα, η λέξη «σπηλιά» δεν αρκούσε για να περιγράψει εκείνο τον απέραντο χώρο. Αλλά και καμιά απ' τις λέξεις που επινόησαν οι άνθρωποι δεν αποδίδει επαρκώς τούς κινδύνους που παραμονεύουν στις αβύσσους της γήινης σφαίρας.rnΆλλωστε, δεν ήξερα καν σε ποιο γεωλογικό φαινόμενο θα έπρεπε να αποδώσω την ύπαρξη αυτού του πελώριού σπηλαίου. Θα μπορούσε άραγε να έχει δημιουργηθεί από την προοδευτική ψύξη τον εσωτερικού της υδρογείου; Από τα ταξιδιωτικά χρονικά γνώριζα την ύπαρξη πολλών ξακουστών σπηλαίων, αλλά κανένα απ' αυτά δεν είχε τέτοιες διαστάσεις.rnΑν και η σπηλιά της Γκουαχάρας, στην Κολομβία, την οποία είχε επισκεφτεί ο κύριος Φον Χούμπολντ, δεν αποκάλυψε στον επιστήμονα το μυστικό τον απέραντου βάθους της -παρ' όλο που την εξερεύνησε σε απόσταση δυόμισι χιλιάδων ποδιών-, στην πραγματικότητα δε θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερη απ' όσο είχε υπολογίσει ο rnεξερευνητής. Το πελώριο σπήλαιο Μαμούθ (2), στο Κεντάκυ, είχε πράγματι γιγάντιες αναλογίες, αφού ο θόλος του είχε ύψος πεντακόσια πόδια, και στην επιφάνειά του εκτεινόταν μια ανεξερεύνητη λίμνη, την οποία οι ταξιδιώτες είχαν διαπλεύσει σε απόσταση δέκα λευγών χωρίς να φτάσουν στο τέλος της. Τι ήταν όμως αυτές οι σπηλιές μπροστά σ' εκείνη που απλωνόταν μπρος στα μάτια μου, με τον ουρανό της που τον κάλυπταν υδρατμοί, με τις ηλεκτρικές της ακτινοβολίες και την απέραντη θάλασσα που περιέκλειε στα σπλάχνα της; H φαντασία μου ήταν πολύ φτωχή για να συλλάβει όλη εκείνη την απεραντοσύνη.rnΑτένιζα όλα τούτα τα θαύματα σιωπηλός. Δεν υπήρχαν λόγια για να περιγράψουν αυτό που ένιωθα. Είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε κάποιο μακρινό πλανήτη, στον Ουρανό ή στον Ποσειδώνα, κι ότι ήμουν αυτόπτης μάρτυρας φαινομένων που η «γήινη» φύση μου δε μου επέτρεπε να συνειδητοποιήσω. Για να περιγράψει κανείς αυτές τις καινούριες αισθήσεις, έπρεπε να εφεύρει και καινούριες λέξεις, τις οποίες η φαντασία μου αδυνατούσε να επινοήσει. Κοιτούσα, σκεφτόμουν, θαύμαζα, κι η έκπληξη που δοκίμαζα έκρυβε μέσα της κι ένα συναίσθημα τρόμου.rnΑυτό το απροσδόκητο θέαμα έγινε αιτία να ξαναπάρει το πρόσωπό μου το χρώμα της υγείας. Το θάμπωμα που ένιωθα λειτουργούσε θεραπευτικά, κι αυτή η νέα μέθοδος ίασης επιτάχυνε κατά πολύ την ανάρρωσή μου. Άλλωστε, εκείνο το δυνατό αεράκι, πλούσιο σε οξυγόνο, γέμιζε τα πνευμόνια μου και με αναζωογονούσε.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aVD2vni.jpg
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, ύστερα από εγκλεισμό σαράντα επτά ημερών μέσα σε μια στενόχωρη στοά, εκείνη η αύρα, που κουβαλούσε την αλμύρα της θάλασσας, μας πρόσφερε ατέλειωτη ευχαρίστηση.rn'Ετσι, δε μετάνιωσα ούτε στιγμή που βγήκα απ' τη σκοτεινή σπηλιά μου. Ο θείος μου, που είχε ήδη εξοικειωθεί μ' όλα εκείνα τα θαυμαστά φαινόμενα, τα περιεργαζότανrnαδιάφορος.rn-'Εχεις αρκετές δυνάμεις για να κάνουμε έναν περίπατο; με ρώτησε.rn-Ναι, βέβαια, αποκρίθηκα. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα μου ήταν πολύ ευχάριστο.rn-Ε, τότε στηρίξου στο μπράτσο μου, Άξελ, κι έλα να δούμε πού θα μας οδηγήσουν οι μαίανδροι αυτής εδώ της ακτής.rnΔέχτηκα την πρότασή του χωρίς να χάσω στιγμή, κι αρχίσαμε να περπατάμε κατά μήκος της αμμουδιάς αυτού του νέου ωκεανού. Στ' αριστερά μας, απότομα βράχια, σκαρφαλωμένα το ένα πάνω στ' άλλο, σχημάτιζαν ένα τιτάνιο πέτρινο οικοδόμημα, εκπληκτικό στην όψη. Στις πλευρές τον κυλούσαν αμέτρητοι καταρράκτες με πεντακάθαρα κελαρυστά νερά. Εδώ κι εκεί, ανάμεσα στα βράχια, κάποιες αναθυμιάσεις υποδείκνυαν τα σημεία απ' όπου ανέβλυζαν θερμές πηγές, και δεκάδες ρυάκια κυλούσαν ήρεμα προς το κοινό σημείο εκβολής τούς, δημιουργώντας το καθένα τη δική τον μουσική, καθώς κατρακυλούσαν στις πλαγιές.rnΑνάμεσα σ' αυτά τα ρυάκια αναγνώρισα τον πιστό σύντροφο τον ταξιδιού μας, το Χανς-μπαχ, που χανόταν ήρεμα στη θάλασσα - σάμπως αυτός να ήταν ο μοναδικός του προορισμός από την πρώτη μέρα της δημιουργίας.rn-Θα μας λείψει από δω και στο εξής, είπα μ' έναν αναστεναγμό.rn-Μπα! αποκρίθηκε ο καθηγητής. Τι σημασία έχει, αφού θα συναντήσουμε σίγουρα κάποιο άλλο;rnΔιέκρινα κάποια αγνωμοσύνη στην απάντησή του.rnΕκείνη τη στιγμή όμως την προσοχή μου την απέσπασε ένα απροσδόκητο γεγονός. Πεντακόσια βήματα πιο πέρα, μετά τη στροφή ενός ψηλού ακρωτηρίου, ξεπρόβαλε μπροστά μας ένα πυκνό δάσος από ψηλά φουντωτά δέντρα. Το αποτελούσαν δέντρα μεσαίου μεγέθους, που τα φυλλώματά τους θύμιζαν ομπρέλες και σχημάτιζαν ολοστρόγγυλα γεωμετρικά σχήματα. Η ένταση τον αέρα δεν επηρέαζε καθόλου τα φύλλα τους, που παρέμεναν ακούνητα, σαν να 'ταν ένα δάσος από απολιθωμένους κέδρους.rnΤάχυνα το βήμα μου. Μου ήταν αδύνατο να δώσω κάποιο όνομα σ' αυτό το είδος δέντρων. Μήπως δεν ανήκαν καν στα διακόσιες χιλιάδες είδη του φυτικού βασιλείου που έχουν καταγραφτεί μέχρι σήμερα, κι έπρεπε επομένως να τους παραχωρήσουμε μια ειδική θέση στα είδη χλωρίδας που αναπτύσσονται στις παραλίμνιες περιοχές; 'Οχι. 'Οταν φτάσαμε κάτω απ' τον ίσκιο τούς, η έκπληξή μου μετατράπηκε σε θαυμασμό.rnΣτην πραγματικότητα, τα φυτά που είχα μπροστά μου ανήκαν σ' ένα είδος που φύεται και στην επιφάνεια της Γης, μόνο που εδώ είχε πάρει γιγάντιες διαστάσεις. Ο Θείος μου τα αποκάλεσε αμέσως με τ' όνομά τούς:rnΜα αυτό είναι ένα δάσος από μανιτάρια! είπε.rnΚαι είχε απόλυτο δίκιο. Φανταστείτε τι διαστάσεις είχαν πάρει αυτά τα φυτά, τα οποία προτιμούν τα θερμά και υγρά μέρη. 'Ηξερα ότι κατά τον Μπουλλιάρ, η περίμετροςrnτον «Lycoperdon giganteum» μπορεί να φτάσει τα οκτώ με εννέα πόδια εδώ όμως είχαμε να κάνουμε με λευκά μανιτάρια που είχαν ύψος τριάντα με σαράντα πόδια και αντίστοιχη διάμετρο. Υπήρχαν κατά χιλιάδες. Το φως δεν κατόρθωνε να διαπεράσει τον παχύ τους ίσκιο, και κάτω απ' αυτούς τους τρούλους, που ήταν βαλμένοι. ο ένας πλάι στον άλλο σαν τις στρογγυλές σκεπές ενός αφρικανικού χωριού, επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι.rnΠαρ' όλα αυτά, εγώ θέλησα να προχωρήσω πιο μέσα. Αυτοί οι σαρκώδεις θόλοι σκόρπιζαν ολόγυρα ένα παγερό κρύο. Για μισή ώρα περιπλανιόμασταν μέσα σ' εκείνο το υγρό έρεβος, κι αισθάνθηκα μεγάλη ανακούφιση όταν επέστρεψα στην παραλία.rnΠάντως, τα μανιτάρια δεν αποτελούσαν τη μοναδική βλάστηση σ' εκείνο τον υπόγειο τόπο. Πιο πέρα φύτρωναν σε σύδεντρα κι ένα σωρό άλλα δέντρα με αποχρωματισμένα φυλλώματα. Εύκολα μπορούσε να τα αναγνωρίσει κανείς: ήταν ταπεινά δενδρύλλια, απ' αυτά που φύονται και πάνω στη γη μόνο που εδώ προσλάμβαναν εκπληκτικές διαστάσεις: Λυκοπόδια με ύψος εκατό ποδιών, γιγάντιες Σιγιλαρίες (3), δενδροφυείς φτέρες ψηλές όσο και τα έλατα που απαντούν σε μεγάλο γεωγραφικό πλάτος, Λεπιδόδεντρα με κυλινδρικούς διχαλωτούς βλαστούς, που απέληγαν σε μακριά φύλλα μ' ένα άγριο χνούδι που έστεκε ολόρθο - λες κι ήταν τερατώδη σαρκοβόρα φυτά.rn-Εκπληκτικό, θαυμάσιο, υπέροχο! φώναξε ο θείος μου. Εδώ υπάρχει όλη η χλωρίδα της δευτερογενούς περιόδου, της μεταβατικής εποχής. Να λοιπόν που τα ταπεινά φυτά των κήπων μας ήταν ολόκληρα δέντρα κατά τους πρώτους αιώνες ύπαρξης της γήινης σφαίρας! Κοίτα, Αξελ. Θαύμασε! Κανείς βοτανολόγος δε βρέθηκε ποτέ σε τέτοιο παράδεισο!rn- Έχετε δίκιο, θείε μου. Φαίνεται πως η θεία Πρόνοια θέλησε να διαφυλάξει μέσα σ' αυτό το απέραντο θερμοκήπιο όλα αυτά τα προκατακλυσμιαία φυτά, τα οποία γνωρίζουμε μόνο χάρη στη διορατικότητα των επιστημόνων που μπόρεσαν, προς μεγάλη τούς χαρά, να ανασυνθέσουν την εικόνα τους.rn-Μίλησες σωστά, αγόρι μου. Πρόκειται για ένα θερμοκήπιο, κι ίσως θα 'ταν ακόμα σωστότερο αν πρόσθετες ότι ,πιθανόν να πρόκειται και για θηριοτροφείο.rn-Θηριοτροφείο;rn-Ναι, και δε χωράει καμιά αμφιβολία γι' αυτό. Δες αυτή τη σκόνη που πατάμε, αυτά τα οστά που κείτονται σκόρπια πάνω στο χώμα!rn-Οστά; φώναξα. Ναι, είναι οστά πανάρχαιων ζώων!
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/PqD0cyA.jpg
'Εσκυψα αμέσως να δω εκείνα τα παμπάλαια απομεινάρια, που ήταν φτιαγμένα από μια άφθαρτη ορυκτή ουσία (4). Σε καθένα απ' αυτά τα γιγάντια οστά, που έμοιαζαν με απολιθωμένους κορμούς δέντρων, έδινα, χωρίς να διστάσω, κι από ένα όνομα.rn-Να η κάτω γνάθος τον Μαστόδοντου, έλεγα να οι τραπεζίτες του Δινοθήριου. Να κι ένα μηριαίο οστό που θα μπορούσε κάλλιστα ν' ανήκει στο μεγαλύτερο απ' αυτά τα ζώα, το Μεγαθήριο. Ναι, πρόκειται, όπως είπατε, για θηριοτροφείο, γιατί είναι βέβαιο ότι τα οστά δε μεταφέρθηκαν εδώ από έναν κατακλυσμό. Τα ζώα στα οποία ανήκαν έζησαν στις όχθες αυτής της υπόγειας θάλασσας, στη σκιά αυτών των δενδροφυών φυτών. Κοιτάξτε, διακρίνω και ολόκληρους σκελετούς. Κι ωστόσο...rn-Κι ωστόσο; έκανε ο Θείος μου.rn-Δεν καταλαβαίνω πώς βρέθηκαν τετράποδα όπως αυτά μέσα σε τούτη τη γρανιτένια σπηλιά!rn-Γιατί;rn-Γιατί τα ζώα έκαναν την εμφάνισή τούς στη Γη κατά τις δευτερογενείς εποχές, όταν είχε ήδη διαμορφωθεί το προσχωσιγενές έδαφος, το οποίο υποκατέστησε τούς διάπυρους βράχους της πρωτογενούς περιόδου.rn-Ε λοιπόν, Άξελ, υπάρχει μια πολύ απλή απάντηση στην ένστασή σον: ότι αυτό εδώ το έδαφος είναι προσχωσιγενές.rn-Πώς; Σε τέτοιο βάθος κάτω από την επιφάνεια της Γης;rn-Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, και το γεγονός αυτό μπορεί να ερμηνευτεί μια χαρά από γεωλογικής πλευράς. Κάποια εποχή, ο φλοιός που περιέβαλλε τη Γη ήταν ακόμα πολύ ελαστικός και υπάκουε σε μια παλινδρομική κίνηση από πάνω προς τα κάτω, η οποία οφειλόταν στους νόμους της έλξης. Είναι πιθανό να σημειώθηκαν καθιζήσεις τον εδάφους κι ένα τμήμα αυτών των προσχωσιγενών εδαφών να κατακρημνίστηκε στα βάθη αυτής της αβύσσου που ανοίχτηκε ξαφνικά.rn-'Ετσι πρέπει να 'γινε. Αν όμως έζησαν σ' αυτές τις υπόγειες περιοχές προκατακλυσμιαία ζώα, ποιος μας λέει ότι κάποιο απ' αυτά τα τέρατα δεν περιπλανιέται ακόμα σε τούτα τα σκοτεινά δάση ή πίσω από κείνα τα απόκρημνα βράχια;rnΚάνοντας αυτή τη σκέψη, άρχισα να κοιτάζω με τρόμο προς όλες τις κατευθύνσεις: Πάντως, σ' αυτή την έρημη ακτή δε φαινόταν να υπάρχει ούτε ένα ζωντανό πλάσμα.rn'Ημουν λίγο κουρασμένος. Πήγα λοιπόν να καθίσω στην άκρη ενός κάβου, όπου έσκαγαν με θόρυβο τα κύματα. Από κει, το βλέμμα μου αγκάλιαζε ολόκληρο τον κολπίσκο, γύρω απ' τον οποίο η ακτή σχημάτιζε ένα τόξο. Στο βάθος, κάτω απ' τα βράχια, που είχαν σχήμα πυραμίδας, υπήρχε ένα μικρό λιμανάκι. Τα ήρεμα νερά τον ήταν προστατευμένα απ' τη μανία τον ανέμου. Θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει αγκυροβόλιο σ' ένα μπρίκι και δυο τρεις γολέτες. Λίγο ακόμα και θα 'βλεπα κάποιο καράβι ν' αποπλέει με τα πανιά του φόρτσα και να ξανοίγεται στο πέλαγος με τη βοήθεια τον μπάτη, που έπνεε απ' το νοτιά.rnΩστόσο, αυτή η οφθαλμαπάτη χάθηκε γρήγορα. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι εμείς ήμασταν τα μόνα ζωντανά πλάσματα σ' αυτό τον υπόγειο τόπο. Κάπου κάπου, όταν κόπαζε ο άνεμος, μια σιωπή πιο απέραντη κι απ' αυτή της ερήμου κυλούσε πάνω σ' εκείνα τα άγονα βράχια και απλωνόταν στην επιφάνεια τον ωκεανού. Τότε προσπαθούσα να διακρίνω πέρα μακριά, πίσω απ' την καταχνιά να σκίσω αυτό το παραπέτασμα που κάλυπτε τα μυστηριώδη βάθη τον ορίζοντα. Ποιες ερωτήσεις έρχονταν εκείνη τη στιγμή στα χείλη μου; Πού τέλειωνε εκείνη η θάλασσα; Πού οδηγούσε; Οα γνωρίζαμε ποτέ την αντίπερα ακτή της;rn'Οσο για το θείο μου, δεν αμφέβαλε καθόλου γι' αυτό. Εγώ το επιθυμούσα και το έτρεμα συγχρόνως.rnΑφού περάσαμε μια ώρα θαυμάζοντας εκείνο το υπέροχο Θέαμα, ξαναπήραμε το δρόμο της ακτής για να επιστρέψουμε στη σπηλιά, κι εκεί βυθίστηκα σ' ένα βαθύ ύπνο, ενώ στο μυαλό μου τριγύριζαν οι πιο παράξενες σκέψεις.
rnΣημειώσεις:rn1. Ρωμαϊκή θεότητα που ταυτίζεται με την Περσεφόνη της ελληνικής μυθολογίας. Λατρευόταν σαν Θεά της γεωργίας και βασίλισσα τον Άδη, και θεωρούνταν κόρη τον Δία και της Δήμητρας και γυναίκα του Πλούτωνα, ο οποίος την είχε απαγάγει στο σκοτεινό του βασίλειο. (Σ.τ.Μ.)rn2. Ωραία περιγραφή τον σπηλαίού αυτού μας δίνει ο Βερν σ' ένα άλλο βιβλίο τον με τίτλο Η μυστηριώδης διαθήκη (Le testament d'un excentrique). (Σ.Τ.Ε.) (*)rn3. Δενδροειδείς θάμνοι της λιθανθρακοφόρου περιόδου που πολλές φορές έφθαναν και τα τριάντα μέτρα ύψος (Σ.τ.Μ.)rn4. Φωσφορικό άλας ασβεστίου
rn* θα δημοσιευθεί προσεχώς στην ενότητα «Σπήλαια και Λογοτεχνία (Χ.Δ.Τ.)
…………………»
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα