ey to the center of the earth” (2008), φωτογραφία της εισόδου του σπηλαίου του Διονύσου στη Σικελία (βλ. πρώτη σημείωση), γκραβούρα από την αυθεντική εικονογράφηση του βιβλίου (έργο του Riou σε χάραξη Pannemaker), φωτογραφία του συγγραφέα.
«……….
Πρέπει να ομολογήσω ότι ως εκείνη τη στιγμή τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά, και θά 'ταν άδικο ν' αρχίσω να παραπονιέμαι. Αν ο «μέσος όρος» των δυσκολιών που αντιμετωπίζαμε παρέμενε ο ίδιος, δεν υπήρχε περίπτωση να μη φτάσουμε στο στόχο μας. Και τι δόξα μας περίμενε τότε! Είχα αρχίσει να σκέφτομαι κι εγώ «αλά Λίντενμπροκ». Μιλάω σοβαρά. Να 'ταν άραγε αιτία για όλα αυτά το γεγονός ότι ζούσα σ' ένα τόσο παράξενο περιβάλλον; 'Ισως.
Για μερικές μέρες συναντούσαμε πλαγιές πιο απότομες μερικές φορές μάλιστα και κατακόρυφες, κι έτσι χωνόμασταν βαθύτερα στο εσωτερικό της Γης. Υπήρχαν μέρες που φτάναμε μιάμιση με δύο λεύγες πιο κοντά στο κέντρο της Γης. Επικίνδυνες καταβάσεις, στη διάρκεια των οποίων η επιδεξιότητα τον Χανς και η περίφημη ψυχραιμία του αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμες. Αυτός ο ατάραχος Ισλανδός είχε την ικανότητα να αφοσιώνεται σ' αυτό που έκανε με μια ακατανόητη αδιαφορία και, χάρη σ' εκείνον, ξεπεράσαμε κακοτοπιές, απ' τις οποίες δε θα 'χαμε βγει αλώβητοι αν δεν τον είχαμε μαζί μας.
Πάντως, κάθε μέρα που περνούσε γινόταν όλο και πιο σιωπηλός. Νομίζω μάλιστα ότι επηρέαζε κι εμάς. Τα αντικείμενα του έξω κόσμου προσδίδουν στον ανθρώπινο εγκέφαλο την αίσθηση της πραγματικότητας. Εκείνος που κλείνεται στους τέσσερις τοίχους χάνει στο τέλος τον ειρμό των ιδεών και των λέξεων. Πόσοι και πόσοι έγκλειστοι σε φυλακές δεν αποβλακώθηκαν, για να μην πω τρελάθηκαν, επειδή αδράνησε τελείως η σκέψη τους;
Για δυο βδομάδες μετά την τελευταία μας συζήτηση, δε συνέβη τίποτα άξιο λόγου. Το μόνο συμβάν που ανακαλώ στη μνήμη μου -και δικαίως- ήταν ένα γεγονός υψίστης σπουδαιότητας. Θα μου ήταν δύσκολο να ξεχάσω έστω και την παραμικρή τον λεπτομέρεια.
Στις 7 Αυγούστου, ύστερα από συνεχή κατάβαση, είχαμε φτάσει σε βάθος τριάντα λευγών, πράγμα που σήμαινε ότι πάνω απ' τα κεφάλια μας υπήρχαν τριάντα ολόκληρες λεύγες από βράχια, ωκεανούς, ηπείρους και πόλεις. 'Επρεπε να βρισκόμασταν λοιπόν σε απόσταση δύο χιλιάδων λευγών από την Ισλανδία.
Εκείνη τη μέρα, η σήραγγα παρουσίασε μια μικρή κατωφέρεια.
Προχωρούσα μπροστά. O θείος μου κρατούσε μια απ' τις δύο συσκευές τού Ρύμκορφ κι εγώ την άλλη. Μελετούσα τα στρώματα τον γρανίτη.
Ξάφνου, στράφηκα προς τα πίσω και διαπίστωσα ότι ήμουν ολομόναχος.
«Ωραία» σκέφτηκα. «Προχώρησα πολύ γρήγορα ή ίσως ο θείος μου και ο Χανς να σταμάτησαν στο δρόμο. Εμπρός, πρέπει να γυρίσω να τούς βρω. Ευτυχώς, το έδαφος δεν είναι πολύ ανηφορικό».
Ξαναγύρισα προς τα πίσω. H πορεία μου κράτησε ένα τέταρτο της ώρας. Κοίταξα. Κανείς. Φώναξα. Καμιά απάντηση. H φωνή μου έσβηνε απότομα μες στις σπηλαιώδεις αντηχήσεις που η ίδια είχε γεννήσει.
Άρχισα να ανησυχώ. 'Ενα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου.
-Ψυχραιμία! είπα μεγαλόφωνα. Είναι βέβαιο ότι Θα ξαναβρώ τους συντρόφους μου. Δεν υπήρχαν δυο δρόμοι! 'Ετσι, αφού λοιπόν πήγαινα μπροστά, τώρα δεν έχω παρά να γυρίσω πίσω.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1TzgxS.jpg
Ανηφόρισα για μισή ώρα. Αφουγκραζόμουν μπας κι ακούσω να με φωνάζουν, ξέροντας πως, λόγω της υψηλής ατμοσφαιρικής πίεσης, ο ήχος θα 'φτανε ως εμένα ακόμα κι από πολύ μακριά. Μια απόκοσμη σιωπή βασίλευε στην πελώρια σήραγγα.rnΣταμάτησα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήμουν ολομόναχος. Αυτό που ήθελα να 'χε συμβεί ήταν να έχω απομακρυνθεί κι όχι να έχω χαθεί. 'Οταν απομακρύνεται κανείς, αργά ή γρήγορα τον ξαναβρίσκουν.rn«Για να δούμε» επανέλαβα μέσα μου. «Αφού δεν υπάρχει παρά μόνο ένας δρόμος, αφού προχωρούν σ' αυτό το δρόμο, είναι σίγουρο ότι θα τούς ξαναβρώ. Αρκεί ν' ανηφορίσω λίγο ακόμα. Αρκεί να μην ξέχασαν ότι προχωρούσα μπροστά και, μη βλέποντάς με, να έκαναν τη σκέψη να ξαναγυρίσουν πίσω για να με βρουν. Ε λοιπόν! Ακόμα κι αν έγινε έτσι, θα βιαστώ και θα τούς προφτάσω. Είναι βέβαιο!»rnΞανάλεγα διαρκώς τις τελευταίες λέξεις σαν άνθρωπος που δεν έχει πειστεί τελείως. Είχα σπαταλήσει άλλωστε πάρα πολύ χρόνο ώσπου να καταφέρω να βάλω αυτές τις απλές σκέψεις στη σειρά και να τις συνδέσω έτσι, ώστε να βγάζουν κάποιο νόημα.rnΕκείνη τη στιγμή ένιωσα να γεννιέται μέσα μου η αμφιβολία. Προχωρούσα πράγματι μπροστά; 'Ηταν πάντως βέβαιο ότι ο Χανς ερχόταν πίσω μου κι ο θείος μου τον ακολουθούσε. Είχε σταματήσει μάλιστα για μια στιγμή, για να δέσει στον ώμο του τις αποσκευές που είχαν λυθεί. Ξανάφερνα στη μνήμη μου αυτή τη λεπτομέρεια. Τότε πρέπει να 'ταν που συνέχισα το δρόμο μου.rn«Εξάλλου» σκέφτηκα «έχω ένα σίγουρο τρόπο για να μη χαθώ ένα μίτο που θα με οδηγήσει μέσα σε τούτο το λαβύρινθο χωρίς να κοπεί ποτέ, κι αυτός δεν είναι άλλος απ' το πιστό μου ρυάκι. Το μόνο που έχω να κάνω είναι ν' ανηφορίσω κατά μήκος της μικρής τον κοίτης, κι αναγκαστικά θα ξαναβρώ τα χνάρια των συντρόφων μου». Αυτή η σκέψη μου 'δωσε κουράγιο, κι αποφάσισα να συνεχίσω το δρόμο μου χωρίς να χάσω λεπτό.rnΠόσο ευγνώμων ήμουν εκείνη τη στιγμή στο θείο μου, που είχε προνοήσει σωστά όταν απαγόρευσε στον κυνηγό να φράξει την τρύπα που είχε ανοίξει στο γρανιτένιο τοίχωμα! 'Ετσι, αυτή η ευλογημένη πηγή, που τόσες φορές μας ξεδίψασε στο δρόμο, θα με οδηγούσε σωστά μέσα από τους δαιδάλους, κάτω από την επιφάνεια της Γης.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/gx2dWOxS.jpg
Πριν συνεχίσω την πορεία μου προς τα πίσω, σκέφτηκα ότι θα 'ταν καλό να πλύνω λίγο το πρόσωπό μου.rn'Εσκυψα λοιπόν για να βρέξω το μέτωπό μου στο νερό του Χανς-μπαχ.rnΚαι φανταστείτε την έκπληξή μου.rnΤο μέτωπό μου χτύπησε πάνω στο ξερό, τραχύ έδαφος τον γρανίτη. Το ρυάκι δεν κυλούσε πια στα πόδια μου!rnΜου είναι αδύνατο να περιγράψω την απελπισία που με κατέλαβε. Καμιά λέξη, σε καμιά γλώσσα τον κόσμου, δε θα μπορούσε να εκφράσει τα συναισθήματά μου. 'Ημουν θαμμένος ζωντανός κι αντιμετώπιζα το ενδεχόμενο να πεθάνω από ασιτία και δίψα. rnΆρχισα να ψαχουλεύω μηχανικά το έδαφος με χέρια που έτρεμαν απ' την ανυπομονησία. Πόσο αποστεγνωμένος μου φάνηκε αυτός ο βράχος!rnΜα πώς μπόρεσα ν' αφήσω πίσω μου το ρεύμα τον ρυακιού; Γιατί ήταν γεγονός πως δεν υπήρχε πια εκεί! Κατάλαβα τότε ποια ήταν η αιτία της αλλόκοτης εκείνης σιωπής που με τύλιγε όταν αφουγκραζόμουν για τελευταία φορά μπας και φτάσει στ' αυτιά μου η φωνή των συντρόφων μου, που θα με καλούσαν. Τη στιγμή που πάτησα το, πόδι μου στο δρόμο που με είχε βγάλει απ' την πορεία μου, δεν πρόσεξα καθόλου ότι χάθηκε από δίπλα μου το ρυάκι. 'Ηταν φανερό ότι εκείνη τη στιγμή είχε εμφανιστεί μπροστά μου μια διασταύρωση της σήραγγας, ενώ το Χανς-μπαχ, υπακούοντας στις επιταγές μιας άλλης κατωφέρειας, χανόταν μαζί με τους συντρόφους μου σε βάθη ανεξερεύνητα!rnΠώς να γυρίσω πίσω; 'Ιχνη δεν υπήρχαν. Το πόδι μου δεν άφηνε το παραμικρό αποτύπωμα πάνω στο γρανίτη. 'Εστίασα το κεφάλι μου να βρω μια λύση σ' αυτό το άλυτο πρόβλημα. Η κατάστασή μου μόνο με μια λέξη μπορούσε να περιγραφτεί: ήμουν χαμένος!rnΝαι! 'Ημουν χαμένος σε βάθη απροσμέτρητα! Αυτές οι τριάντα λεύγες υπεδάφους βάραιναν τρομακτικά πάνω στους ώμους μου. 'Ενιωσα να καταρρέω.rnΠροσπάθησα να απασχολήσω τη σκέψη μου με γήινα πράγματα. Τα κατάφερα μόλις και μετά βίας. Το Αμβούργο, το σπίτι της οδού Κένιγκ, η φτωχή μου Γκράουμπεν, όλος αυτός ο κόσμος απ' τον οποίο είχα ξεστρατίσει περνούσε αστραπιαία μεσ' απ' το τρομαγμένο μου μνημονικό. Είδα μπροστά μου, σε μια ολοζώντανη παραίσθηση, τα γεγονότα τον ταξιδιού, το καράβι που μας έφερε εδώ, την Ισλανδία, τον κύριο Φρίντρικσον, το Σνέφελς! 'Ελεγα στον εαυτό μου ότι, αν στη θέση στην οποία βρισκόμουν διατηρούσα μέσα μου έστω και μια σκιά ελπίδας, αυτό θα σήμαινε ότι ήμουν τρελός κι ότι το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να βυθιστώ στην απελπισία μου!rnΚαι πράγματι. Ποια δύναμη στα όρια της ανθρώπινης λογικής θα μπορούσε ποτέ να με ξαναφέρει στην επιφάνεια της Γης, γκρεμίζοντας αυτούς τους πελώριους θόλους που σχημάτιζαν τόξα πάνω απ' το κεφάλι μου; Ποιος θα κατάφερνε να με οδηγήσει στο δρόμο της επιστροφής, για να ξαναβρώ τους συντρόφους μου;rn-Ω, θείε μου! φώναξα απελπισμένος.rnΑυτή ήταν κι η μοναδική κραυγή που μου 'ρθε στα χείλη, γιατί κατάλαβα ότι ο δύστυχος άνθρωπος θα με αναζητούσε κι εκείνος εδώ κι εκεί και θα υπέφερε.rn'Οταν συνειδητοποίησα ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να μου προσφέρει βοήθεια κι ότι ήμουν ανίκανος να βοηθήσω ο ίδιος τον εαυτό μου, σκέφτηκα την εξ ύψους βοήθεια. Στη θύμησή μου ξανάρθαν αναμνήσεις απ' την παιδική μου ηλικία, απ' τη μητέρα μου, που δεν την είχα γνωρίσει παρά μονάχα στην ηλικία των πρώτων φιλιών. Ζήτησα καταφύγιο στην προσευχή. 'Οσο κι αν αναγνώριζα ότι είχα αργήσει πολύ να προστρέξω στο θεό και πως δεν είχα δικαίωμα να Του ζητήσω να εισακούσει τη δέηση μου, Τον ικέτευσα μ' όλη μου τη δύναμη.rnΗ προσφυγή μου στη θεία Πρόνοια μ' έκανε να ξαναβρώ κάπως την ψυχραιμία μου, κι έτσι μπόρεσα να επιστρατεύσω όλη μου την ευφυΐα για να εξετάσω την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν.rnΕίχα τρόφιμα για τρεις μέρες, και το παγούρι μου ήταν γεμάτο. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσα να μείνω άλλο μόνος μου. Τί έπρεπε όμως να κάνω; N' ανηφορίσω ή να κατηφορίσω;rnΜα και βέβαια έπρεπε ν' ανηφορίσω! Πάντα ν' ανηφορίζω!rn'Επρεπε να φτάσω στο σημείο όπου είχα αφήσει πίσω μου την πηγή στη μοιραία εκείνη διασταύρωση. Εκεί, μόλις ξανάβλεπα το ρυάκι να κυλάει κάτω από τα πόδια μού, Θα 'χα μια ευκαιρία να γυρίσω πίσω στην κορφή τον Σνέφελς.rnΠώς και δεν το είχα σκεφτεί πρωτύτερα; 'Ισως εκεί να υπήρχε για μένα μια ελπίδα σωτηρίας. Το πιο επείγον ήταν να ξαναβρώ την κοίτη του Χανς-μπαχ.rnΣηκώθηκα και, ακουμπώντας στο ορειβατικό μου μπαστούνι, άρχισα ν' ανηφορίζω τη σήραγγα. Η κλίση της ήταν αρκετά απότομη. Βάδιζα με την ελπίδα ότι θα γινόταν κάτι, χωρίς να στενοχωριέμαι, σαν άνθρωπος πού δεν είχε τη δυνατότητα να επιλέξει το δρόμο πού ακολουθούσε.rnΓια μισή ώρα, δε συνάντησα κανένα εμπόδιο. Προσπαθούσα ν' αναγνωρίσω το σημείο όπου βρισκόμουν από τη μορφολογία της σήραγγας, τις προεξοχές κάποιων βράχων, τις στροφές που συναντούσα στο διάβα μου. Ωστόσο, κανένα σημάδι δε μού θύμιζε κάτι, και σε λίγη ώρα αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι δεν ήταν αυτή η σήραγγα πού θα με οδηγούσε πίσω στη διασταύρωση. 'Ηταν αδιέξοδο. Χτύπησα με φόρα σ' έναν αδιαπέραστο τοίχο κι έπεσα πάνω στα βράχια.rnΔεν μπορώ να σας περιγράψω τον τρόμο και την απελπισία που με κατέλαβαν εκείνη τη στιγμή. 'Ημουν αποκαμωμένος. Η τελευταία μου ελπίδα είχε γίνει σμπαράλια πάνω σ' εκείνο το γρανιτένιο τείχος.rnΧαμένος καθώς ήμουν σ' αυτό το λαβύρινθο, που οι στροφές τον οδηγούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις, δεν είχα κανένα λόγο πια να επιχειρήσω ν' αποδράσω, πράγμα που ήταν αδύνατο. 'Ημουν καταδικασμένος να πεθάνω με το φοβερότερο θάνατο! Και, για κάποιο παράδοξο λόγο, πέρασε απ' το μυαλό μου η σκέψη ότι, αν μια μέρα έβρισκαν το απολίθωμα τον κορμιού μου τριάντα λεύγες κάτω από την επιφάνεια της Γης, θα ανέκυπταν σοβαρότατα επιστημονικά ερωτήματα!rnΘέλησα να μιλήσω μεγαλόφωνα, αλλά ο μόνος ήχος που βγήκε απ' τα στεγνά μου χείλη ήταν βραχνές κραυγές. Κοντανάσαινα.rnΣαν να μην έφταναν όλοι οι άλλοι φόβοι μου, ένας νέος τρόμος ήρθε να φωλιάσει στη σκέψη μου. Η λάμπα μου είχε στραβώσει πέφτοντας. Δεν υπήρχε κανείς τρόπος να την επισκευάσω. Το φως της άρχισε να τρεμοσβήνει, και σε λίγο θα βρισκόμουν στο σκοτάδι!rnΚοίταξα τη φωτεινή κλωστή που αργόσβηνε μέσα στον οφιοειδή σωλήνα της συσκευής. Κινούμενες σκιές παρέλασαν πάνω στα τοιχώματα που βυθίζονταν σιγά σιγά μες στα σκοτάδια. Δεν τολμούσα να κλείσω τα βλέφαρά μου, απ' το φόβο μήπως χάσω έστω και την απειροελάχιστη σπίθα αυτής της φευγαλέας λάμψης! Κάθε στιγμή, μου φαινόταν ότι έσβηνε εντελώς κι ότι με τύλιγε το «μαύρο σκοτάδι».rnΤελικά, μια ύστατη λάμψη τρεμόπαιξε στη συσκευή. Την παρακολουθούσα, την έτρωγα με τα μάτια, συγκέντρωνα σ' αυτήν όλη τη δύναμη του βλέμματός μου, λες κι ήταν η τελευταία αίσθηση φωτός που έμελλε να έχω στη ζωή μου. Κι ύστερα απόμεινα βυθισμένος στην απέραντη νύχτα.rnΤι τρομερή κραυγή ήταν εκείνη που ξέφυγε απ' τα χείλη μου! Πάνω στη γη, ακόμα και στην καρδιά της πιο σκοτεινής νυχτιάς, το φως δε χάνει ποτέ εντελώς τη μάχη του με το σκοτάδι! Διαχέεται, γίνεται διαπεραστικό, αλλά, όσο και να λιγοστέψει, στο τέλος ο αμφιβληστροειδής χιτώνας του ματιού καταφέρνει πάντα να το εντοπίσει. Εδώ όμως δεν υπήρχε τίποτα. Το βασίλειο των ίσκιων με είχε καταντήσει τυφλό μ' όλη τη σημασία της λέξης.rnΕκείνη τη στιγμή έχασα το μυαλό μου. Σήκωσα τα χέρια μου ψηλαφίζοντας γύρω μου με όση δύναμη μου είχε απομείνει. Το 'βαλα στα πόδια κι άρχισα να τρέχω εδώ κι εκεί μέσα σ' αυτό τον αξεδιάλυτο λαβύρινθο, προχωρώντας πάντα προς τα κάτω, τρέχοντας κατά μήκος τον φλοιού της Γης. Σαν να 'μουν ένας απ' τους ανθρώπους που κατοικούσαν σε υπόγειες στοές, άρχισα να φωνάζω, να κραυγάζω, να ουρλιάζω, κινδυνεύοντας να τσακιστώ στις προεξοχές των βράχων. 'Επεφτα και ξανασηκωνόμουν ματωμένος γύρευα να πιω το αίμα που μου πλημμύριζε το πρόσωπο, κι όλο περίμενα ότι θα βρισκόταν στο δρόμο μου κάποιος τοίχος για να πέσω πάνω τον και ν' ανοίξω το κεφάλι μου στα δύο!rnΠού με οδηγούσε αυτή η τρελή κούρσα; Εξακολουθούσα να μην το γνωρίζω. Μετά από πολλές ώρες, εξουθενωμένος πια, σωριάστηκα σαν άψυχη μάζα κατά μήκος του τοίχου και λιποθύμησα.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq1Vz5nr.jpg
'Οταν συνήλθα, το πρόσωπό μου ήταν μουσκεμένο, αλλά μουσκεμένο από δάκρυα. Δεν μπορώ να πω πόση ώρα είχα μείνει αναίσθητος. Δεν είχα πια κανέναν τρόπο για να υπολογίσω το χρόνο που είχε μεσολαβήσει. Ποτέ άλλοτε η μοναξιά δεν υπήρξε τόσο απόλυτη όσο η δική μου. Ποτέ άλλοτε δεν ένιωσε άνθρωπος τόσο έντονα το αίσθημα της εγκατάλειψης.rnΜετά το πέσιμό μου είχα χάσει πολύ αίμα. 'Ενιωσα πλημμυρισμένος στα αίματα. Αχ, πόσο λυπόμουν που δεν είχα σκοτωθεί και που «είχα ακόμα μέρες να ζήσω»! Δεν ήθελα να το σκέφτομαι πια. 'Εδιωξα αυτές τις σκέψεις απ' το μυαλό μου και κουλουριάστηκα στη βάση τον απέναντι τοίχου.rnΑισθανόμουν ότι σε λίγο θα λιποθυμούσα και πάλι κι οι δυνάμεις μου με είχαν εγκαταλείψει εντελώς, όταν ξάφνου αντήχησε στ' αυτιά μου ένας δυνατός θόρυβος. 'Εμοιαζε με τον παρατεταμένο ήχο τον κεραυνού, κι άκουσα τα ηχητικά κύματα να σβήνουν σιγά σιγά πέρα στα βάθη της αβύσσου.rnΑπό πού προερχόταν αυτός ο θόρυβος; Το δίχως άλλο, από κάποιο φυσικό φαινόμενο που εκτυλισσόταν εκείνη τη στιγμή στα έγκατα της Γης! Απ' την έκρηξη ενός αερίου ή την κατακρήμνιση κάποιον σημαντικού στρώματος τον υπεδάφους της υδρογείου!rnΕξακολουθούσα να αφουγκράζομαι. 'Ηθελα να μάθω αν ο θόρυβος αυτός θα επαναλαμβανόταν. Κύλησε ένα τέταρτο της ώρας. Σιωπή βασίλευε στη στοά. Είχα πάψει πια ν' ακούω ως και τους χτύπους της καρδιάς μου.rnΞάφνου, ακουμπώντας τυχαία τ' αυτί μου πάνω στον τοίχο, νόμισα ότι άκουσα από μακριά μια συγκεχυμένη, ακατάληπτη ομιλία. 'Ενα ρίγος με διαπέρασε.rn«'Εχω παραισθήσεις!» σκέφτηκα.rnΔεν επρόκειτο όμως για παραίσθηση. 'Οταν αφουγκράστηκα με μεγαλύτερη προσοχή, άκουσα στην πραγματικότητα μια φωνή να ψιθυρίζει κάτι. 'Ημουν όμως πολύ αδύναμος για να καταλάβω τι έλεγε. Ωστόσο, κάποιος μιλούσε. 'Ημουν βέβαιος γι' αυτό.rnΓια μια στιγμή, φοβήθηκα μήπως τα λόγια αυτά ήταν τα δικά μου, που τα ξανάφερνε πίσω η ηχώ. 'Ισως να είχα φωνάξει χωρίς να το καταλάβω. Σφάλισα λοιπόν ερμητικά τα χείλη μου κι ακούμπησα γι' άλλη μια φορά το αυτί μου στο τοίχωμα.rn«Ναι, είναι βέβαιο, κάποιος μιλάει! Κάποιος μιλάει!»rn'Οταν μετακινήθηκα μερικά πόδια πιο πέρα, μπόρεσα ν' ακούσω καθαρότερα. Κατάφερα να ξεχωρίσω μερικά παράξενα, ακατανόητα μισόλογα. Αυτό που έφτανε ως εμένα ήταν, θαρρείς, ο απόηχος μιας χαμηλόφωνης ομιλίας ενός μουρμουρητού. Η λέξη «φορλόρεντ» επαναλαμβανόταν συχνά, μ' έναν τόνο απελπισίας.rnΤι να σήμαινε άραγε; Ποιος την έλεγε; 'Ηταν φανερό ότι επρόκειτο ή για το θείο μου ή για τον Χανς. Ωστόσο, αν τούς άκουγα εγώ, αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσαν να μ' ακούσουν κι εκείνοι.rn-Βοήθεια! φώναξα μ' όλη μου τη δύναμη. Βοήθεια!rnΑφουγκραζόμουν, παραμόνευα μες στα σκοτεινά μπας κι ακούσω μια απόκριση, μια κραυγή, έναν αναστεναγμό. Δεν ακουγόταν τίποτα. Κύλησαν μερικά λεπτά. 'Ενα σωρό σκέψεις περνούσαν απ' το μυαλό μου. Σκεφτόμουν ότι η αδύναμη φωνή μου δε θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στ' αυτιά των συντρόφων μου.rn«Γιατί αυτοί είναι» επαναλάμβανα. «Ποιος άλλος θα τρύπωνε τριάντα λεύγες κάτω απ' τη γη;»rnΒάλθηκα πάλι ν' αφουγκράζομαι. Μετακινώντας το αυτί μου κατά μήκος του τοιχώματος, εντόπισα το ακριβές σημείο όπού οι φωνές τους ακούγονταν με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση. Στ' αυτιά μου αντήχησε και πάλι η λέξη «φορλόρεντ» κι έπειτα ξανά εκείνος ο κεραυνός που με είχε αποσπάσει από τη νάρκη μου.rn«'Οχι» είπα «όχι». Οι φωνές τους δε φτάνουν ως εμένα μεσ' απ' αυτό το συμπαγή βράχο. Το τοίχωμα είναι από γρανίτη κι ούτε ο θόρυβος της μεγαλύτερης έκρηξης δε θα μπορούσε να τον διαπεράσει! Αυτός ο ήχος έρχεται μεσ' απ' την ίδια τη στοά. Αυτό που συμβαίνει πρέπει να οφείλεται σε κάποιο σπάνιο φαινόμενο της ακουστικής!».rnΤέντωσα πάλι τ' αυτιά μου, κι αυτή τη φορά -ναι! αυτή τη φορά!- άκουσα ξεκάθαρα τον ήχο τον ονόματός μου να αιωρείται μέσα σ' αυτό το χώρο!rnΕκείνος που μιλούσε ήταν ο θείος μου! Κουβέντιαζε με τον οδηγό - κι η λέξη «φορλόρεντ» ήταν μια λέξη δανέζικη ιrnΤότε τα κατάλαβα όλα. Για να μ' ακούσουν, έπρεπε να μιλήσω ακριβώς κατά μήκος αυτού τον τοίχου, που θα διοχέτευε τη φωνή μου με τον ίδιο τρόπο που μεταφέρεται μέσα σ' ένα καλώδιο το ηλεκτρικό ρεύμα.rnΔεν είχα καιρό για χάσιμο. 'Ετσι κι οι σύντροφοί μου απομακρύνονταν μερικά βήματα, αυτό το φαινόμενο της ακουστικής θα χανόταν. Πλησίασα λοιπόν στο τοίχωμα και πρόφερα όσο πιο καθαρά μπορούσα αυτές εδώ τις λέξεις:rn-Θείε μου Λίντενμπροκ!rnΠερίμενα με φοβερή αγωνία. O ήχος δε μεταδίδεται με μεγάλη ταχύτητα. Αλλ' ούτε και η άνοδος της ατμοσφαιρικής πίεσης αυξάνει την ταχύτητα μετάδοσής του, παρά μόνο την έντασή τον. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες, και στο τέλος έφτασαν στ' αυτιά μου αυτά τα λόγια:rn-Άξελ, Άξελ! Εσύ είσαι;rn-Ναι! Ναι! αποκρίθηκα.rn-Παιδί μου, πού βρίσκεσαι;rn-Χαμένος μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι!rn-Κι η λάμπα σου;rn-Και το ρυάκι;rn-Χάθηκε.rn-Άξελ, καημένε μου Άξελ, κάνε κουράγιο!rn-Περιμένετε λίγο, είμαι εξουθενωμένος! Δεν έχω πια δυνάμεις να σας απαντήσω. 'Ομως, μιλήστε μου εσείς!rn-Κουράγιο! ξανάπε ο θείος μου. Μη μιλάς, μόνο άκουσέ με. Ανηφορίσαμε και κατηφορίσαμε στη στοά αναζητώντας σε, μα στάθηκε αδύνατο να σε βρούμε. Αχ, θρήνησα πολύ το χαμό σον, παιδί μου! Τελικά, υποθέτοντας ότι ακολουθούσες πάντα το δρόμο του Χανς-μπαχ, κατηφορίσαμε και πάλι, ρίχνοντας ντουφεκιές. Τώρα, παρ' όλο που μπορούμε ν' ακούσουμε ο ένας τον άλλο -κι αυτό οφείλεrnται προφανώς στην ακουστική!- δεν μπορούμε να σ' αγγίξουμε! Αλλά μην απελπίζεσαι, Άξελ. Ακούμε ο ένας τον άλλο, και κάτι είναι κι αυτό!rn'Ολη εκείνη την ώρα σκεφτόμουν. 'Ενιωσα μια ελπίδα, συγκεχυμένη ακόμα, ν' αναζωπυρώνεται στην ψυχή μου. Καταρχήν, με ενδιέφερε να μάθω ένα πράγμα. Πλησίασα λοιπόν τα χείλη μου στο τοίχωμα και είπα:rn-Θείε μου!rn-Παιδί μου! τον άκουσα ν' απαντά μετά από λίγο.rn-Αυτό που πρέπει να μάθουμε, πρώτ' απ' όλα, είναι η απόσταση που μας χωρίζει.rn-Αυτό είναι εύκολο.rn-Έχετε το χρονόμετρό σας;rn-Ναι.rn-Τότε λοιπόν πάρτε το στο χέρι σας. Πείτε τ' όνομά μου και σημειώστε ακριβώς τη στιγμή που θα μιλήσετε. Μόλις φτάσει στα δικά μου αυτιά, θα το επαναλάβω, κι εσείς θα σημειώσετε τη στιγμή που θα φτάσει πίσω σ' εσάς η απάντησή μου.rnΩραία, κι έτσι το μισό του χρόνου που θα μεσολαβήσει μεταξύ της δικής μου ερώτησης και της απόκρισής σον θα αντιστοιχεί στο χρόνο που κάνει για να φτάσει σ' εσένα η φωνή μου.rn-Ακριβώς, θείε μου.rn-Είσαι έτοιμος;rn-Ναι.rn-Ε, τότε πρόσεξε, Θα φωνάξω τ' όνομά σου.rnΑκούμπησα τ' αυτί μου στον τοίχο και, μόλις άκουσα τη λέξη «Άξελ», αποκρίθηκα αμέσως «Άξελ» κι έπειτα περίμενα.rn-Σαράντα δευτερόλεπτα, είπε τότε ο θείος μου. Ανάμεσα στις δυο λέξεις μεσολάβησαν σαράντα δευτερόλεπτα επομένως, απαιτούνται είκοσι δευτερόλεπτα για να φτάσει ο ήχος σ' εσένα. Άρα, επί χίλια είκοσι πόδια ανά δευτερόλεπτο μας κάνουν είκοσι χιλιάδες τετρακόσια πόδια ή μιάμιση λεύγα κι ένα όγδοο.rn-Μιάμιση λεύγα! μουρμούρισα.rn-Ε, είναι μια απόσταση που μπορείς να τη διανύσεις, Άξελ!rn-Τι πρέπει να κάνω όμως; Ν' ανηφορίσω ή να κατηφορίσω;rn-Να κατηφορίσεις, και να γιατί. Φτάσαμε σ' ένα μεγάλο χώρο, όπου απολήγουν πολλές στοές. Αυτή που ακολούθησες εσύ δεν μπορεί παρά να σ' οδηγήσει εκεί, γιατί φαίνεται ότι όλες αυτές οι ρωγμές κι οι σχισμές τον εδάφους καταλήγουν ακτινωτά στην πελώρια σπηλιά όπου βρισκόμαστε εμείς. Σήκω πάνω λοιπόν και ξανάρχισε να βαδίζεις. Περπάτα ακόμα και στα τέσσερα αν χρειαστεί γλίστρα στις απότομες κατωφέρειες και στο τέλος αυτού τον δρόμου θα σε καλωσορίσουμε στην αγκαλιά μας. Εμπρός, αγόρι μου, εμπρός!rnΤα λόγια αυτά μου ξανάδωσαν κουράγιο.rn-Αντίο, θείε μου! φώναξα ξεκινάω. Απ' τη στιγμή που θα φύγω, δε θα μπορούμε πια ν' ακούμε ο ένας τη φωνή του άλλου. Αντίο λοιπόν!rn-Καλή αντάμωση, Άξελ! Καλή αντάμωση!rnΑυτές ήταν κι οι τελευταίες λέξεις που έφτασαν στ' αυτιά μου.rnΜε τα ελπιδοφόρα τούτα λόγια πήρε τέλος εκείνη η εκπληκτική συνομιλία μέσ' απ' τους συμπαγείς όγκους του γήινου υπεδάφους, ανάμεσα σε δυο συνομιλητές που τους χώριζε μια απόσταση μιάμισης λεύγας.rn'Εκανα την προσευχή μου για να ευχαριστήσω το θεό, ο οποίος με είχε οδηγήσει μέσα από κείνα τα απροσμέτρητα σκοτάδια στο μοναδικό σημείο όπου μπορούσαν να φτάσουν ως εμένα οι φωνές των συντρόφων μου.rnΑυτό το εξαιρετικό φαινόμενο ακουστικής είναι εύκολο να εξηγηθεί με βάση τους απλούς νόμους της φυσικής: είχε να κάνει με τη μορφολογία του διαδρόμου και την αγωγιμότητα των βράχων. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα μετάδοσης ανεπαίσθητων ήχων μέσα από χώρους που παρεμβάλλονται μεταξύ τούς. Απ' ό,τι Θυμάμαι, το φαινόμενο αυτό έχει παρατηρηθεί σε οολλά μέρη, μεταξύ των οποίων και στην εσωτερική στοά της μητρόπολης τον Αγίου Παύλου στο Λονδίνο, και κυρίως μέσα σ' εκείνες τις παράξενες σπηλιές της Σικελίας, τα «λατομεία» , που βρίσκονται κοντά στις Συρακούσες, το πιο θαυμαστό απ' τα οποία είναι γνωστό με την ονομασία «Αυτί του Διονυσίου»".rnΑυτές οι μνήμες ξανάρθαν στη σκέψη μου και είδα ξεκάθαρα ότι, εφόσον έφτανε ως εμένα η φωνή τον θείου μου, δεν παρεμβαλλόταν κανένα εμπόδιο ανάμεσά μας. Ακολουθώντας την πορεία τον ήχου έπρεπε, λογικά, να φτάσω, όπως κι εκείνος, στον προορισμό μου, αρκεί να μη με πρόδιναν οι δυνάμεις μου.rn'Ετσι λοιπόν, σηκώθηκα. Περισσότερο σερνόμουν παρά περπατούσα. H κατωφέρεια ήταν αρκετά απότομη. Αφέθηκα να γλιστρήσω.rnΠολύ γρήγορα, η ταχύτητα με την οποία κατέβαινα αυξήθηκε τρομακτικά κι η κατάβασή μου άρχισε να μοιάζει με πτώση. Δεν είχα πια τη δύναμη να σταματήσω.rnΞάφνου, αισθάνθηκα το έδαφος να φεύγει κάτω απ' τα πόδια μου. 'Ενιωσα να κατρακυλάω στα κακοτράχαλα τοιχώματα μιας κατακόρυφης στοάς ενός πραγματικού πηγαδιού. Το κεφάλι μου χτύπησε σ' έναν αιχμηρό βράχο κι έχασα τις αισθήσεις μου.rn'Οταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένος πάνω σε παχιά στρωσίδια, μέσα στο μισοσκόταδο. Ο θείος μου αγρυπνούσε στο πλευρό μου και παραφύλαγε μήπως διακρίνει στο πρόσωπό μου κάποιο σημάδι πού θα μαρτυρούσε ότι ήμουν ζωντανός. Μόλις με πρωτάκουσε ν' αναστενάζω, πήρε το χέρι μου μέσα στα δικά τον. Σαν άνοιξα τα μάτια μου, άφησε να τον ξεφύγει μια κραυγή χαράς.rn-Ζει! Ζει! φώναξε.rn-Ναι, αποκρίθηκα με φωνή πού μόλις ακουγόταν.rn-Παιδί μου, είπε ο θείος μου σφίγγοντάς με στο στήθος του, να λοιπόν που σώθηκες!rnO τόνος με τον οποίο είχαν ειπωθεί αυτά τα λόγια με συγκίνησε βαθιά, κι ακόμα περισσότερο με συγκίνησαν οι φροντίδες πού ακολούθησαν. Ωστόσο, ο θείος μου δεν εκδηλωνόταν με τόση διαχυτικότητα παρά μόνο όταν βρισκόταν αντιμέτωπος με τέτοιου είδους δοκιμασίες.rnΕκείνη την ώρα έφτασε κι ο Χανς. Είδε το θείο μου να μου κρατάει το χέρι, και τολμώ να πω ότι διέκρινα μια έντονη ικανοποίηση να διαγράφεται στο βλέμμα τον.rn-«Γκοντ νταγκ», είπε.rn-Καλημέρα, Χανς, καλημέρα, ψιθύρισα. Και τώρα, θείε μου, πέστε μου πού βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή.rn-Αύριο, Άξελ, αύριο. Σήμερα είσαι ακόμα πολύ αδύναμος. 'Εχω τυλίξει το κεφάλι σου με επιδέσμους πού δεν πρέπει να φύγουν από τη θέση τους. Κοιμήσου λοιπόν, αγόρι μου, κι αύριο θα τα μάθεις όλα.rn-Πέστε μου τουλάχιστον τι ώρα είναι, τι μέρα έχουμε, ξανάπα.rn-Είναι έντεκα το βράδυ και σήμερα έχουμε Κυριακή 9 Αυγούστου, και σου απαγορεύω να με ξαναρωτήσεις οτιδήποτε πριν απ' τις 10 τον μηνός.rn'Ημουν στ' αλήθεια πολύ αδύναμος και τα μάτια μου ξανάκλεισαν δίχως να το θέλω. Είχα ανάγκη ν' αναπαυτώ για μια νύχτα έτσι λοιπόν αποκοιμήθηκα με τη σκέψη ότι η απομόνωσή μου είχε κρατήσει τέσσερις ατέλειωτες μέρες.rnΤην επομένη, όταν ξύπνησα, κοίταξα ολόγυρά μου. Το στρώμα μου, που ήταν φτιαγμένο απ' όλες τις ταξιδιωτικές μας κουβέρτες, βρισκόταν μέσα σε μια μαγευτική σπηλιά, που την κοσμούσαν υπέροχοι σταλαγμίτες και που το έδαφός της το κάλυπτε μια λεπτή άμμος. Εκεί μέσα επικρατούσε μισοσκόταδο. Καμιά δάδα, καμιά λάμπα δεν ήταν αναμμένη, κι ωστόσο κάποιες ανεξήγητες λάμψεις έφταναν απ' έξω κι έμπαιναν στη σπηλιά από ένα μικρό άνοιγμα. Άκουγα επίσης ένα συγκεχυμένο κι απροσδιόριστο μουρμουρητό, το οποίο μου θύμιζε τον παφλασμό των κυμάτων που σκάνε σε μια παραλία, ενώ πότε πότε έφτανε στ' αυτιά μου το φύσημα τον μπάτη.rnΑναρωτιόμουν αν ήμουν στ' αλήθεια ξυπνητός ή μήπως ονειρευόμουν ακόμα μήπως το μυαλό μου, που είχε κουνηθεί απ' τη θέση τον όταν έπεσα, γεννούσε φανταστικούς ήχους. Ωστόσο, ούτε τα μάτια μου ούτε τ' αυτιά μου ήταν δυνατό να γελιούνται σε τέτοιο βαθμό.rn«Είναι μια ηλιαχτίδα» σκέφτηκα «που γλίστρησε μεσ' από κείνη κει τη ρωγμή των βράχων! Κι αυτός είναι ο παφλασμός των κυμάτων! Να και το φύσημα τον μπάτη! Άραγε γελιέμαι ή ξαναγυρίσαμε μήπως στην επιφάνεια της Γης; Λες ο θείος μου να παραιτήθηκε απ' την αποστολή τον ή να την έφερε αισίως στο τέλος της;».
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/gx2dX4_S.jpg
'Εκανα και ξανάκανα στον εαυτό μου αυτές τις ερωτήσεις, στις οποίες ήταν αδύνατο να δώσω μια απάντηση, όταν μπήκε στη σπηλιά ο καθηγητής.rn-Καλημέρα, Άξελ! έκανε χαρούμενος. Είμαι πρόθυμος να στοιχηματίσω ότι αισθάνεσαι μια χαρά!rn-Μα και βέβαια, είπα κι ανασηκώθηκα από τις κουβέρτες.rn-'Ηταν επόμενο, γιατί κοιμήθηκες ήσυχα οληνύχτα. O Χανς κι εγώ αγρυπνούσαμε με τη σειρά στο πλευρό σου και διαπιστώσαμε ότι η ανάρρωσή σον προχωρούσε με ταχύ ρυθμό.rn-Πράγματι, νιώθω πολύ καλύτερα, κι απόδειξη είναι ότι θα έτρωγα μετά χαράς αν είχατε την καλοσύνη να μου ετοιμάσετε κάτι!rn-Θα φας, αγόρι μου! O πυρετός έπεσε τελείως. O Χανς έτριψε τις πληγές σου με μια αλοιφή που κι εγώ δεν ξέρω τι περιέχει, αφού το μυστικό της το κατέχουν μόνο οι Ισλανδοί, κι έτσι επουλώθηκαν εντελώς. O κυνηγός μας είναι υπέροχος άνθρωπος!rn'Οσο μιλούσε, ο Θείος μου ετοίμασε κάτι για να φάω, κι εγώ το καταβρόχθισα μεμιάς παρ' όλες τις συστάσεις τον. 'Ολη αυτή την ώρα τον βομβάρδιζα με ερωτήσεις, στις οποίες μου έδωσε αμέσως την απάντηση.rn'Εμαθα λοιπόν ότι η θεόσταλτη πτώση μου με είχε οδηγήσει ακριβώς στο σημείο όπου κατέληγε μια κατακόρυφη στοά. Είχα πέσει μέσα σε μια βροχή από πέτρες, η μικρότερη απ' τις οποίες ήταν αρκετή για να μου συνθλίψει το κρανίο, κι από το γεγονός αυτό συμπέραναν ότι, πέφτοντας, είχα συμπαρασύρει κι ένα κομμάτι βράχου. Αυτό το τρομακτικό όχημα με έριξε κατευθείαν στην αγκαλιά τον θείου μου, αιμόφυρτο και αναίσθητο.rn-Είναι στ' αλήθεια εκπληκτικό, μου είπε, πώς και δε σκοτώθηκες χίλιες φορές. Αλλά για όνομα τον Θεού! Ας μη χωριστούμε ξανά, γιατί κινδυνεύουμε να μην ξαναχαθούμε ποτέ πια ο ένας τον άλλο.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq1VzQM9.jpg
«Ας μη χωριστούμε ξανά»! 'Ωστε δεν είχε φτάσει στο τέλος τον το ταξίδι; Η φράση αυτή μου προξένησε τέτοια έκπληξη, που τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα, κι εκείνος μου έκανε αμέσως την ερώτηση:rn-Τι συμβαίνει λοιπόν, Άξελ;rn-'Εχω μια ερώτηση να σας υποβάλω. Λέτε ότι είμαι σώος και αβλαβής;rn-Δε χωράει καμιά αμφιβολία γι' αυτό.rn-Και αρτιμελής;rn-Αναμφισβήτητα.rn-Και το κεφάλι μου;rn-Εκτός από μερικούς μώλωπες, το κεφάλι σου στέκει στη θέση τον μια χαρά.rn-Ε λοιπόν, εγώ φοβάμαι ότι κάτι δεν πάει καλά με το μυαλό μου.rn-Κάτι δεν πάει καλά;rn-Ναι. Δεν επιστρέψαμε στην επιφάνεια της Γης;rn-Και βέβαια όχι!rn-Τότε πρέπει να είμαι τρελός, γιατί βλέπω το φως μέρας κι ακούω τον αέρα, που φυσάει, και τον ήχο των κυμάτων!rn-Α! 'Ωστε αυτό είναι;rn-Μπορείτε να μου εξηγήσετε;...rn-Δεν μπορώ να σον εξηγήσω τίποτα, γιατί πρόκειται για κάτι το ανεξήγητο. Θα δεις όμως και θα καταλάβεις ότι η επιστήμη της γεωλογίας δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη.rn-Ελάτε λοιπόν να βγούμε έξω! φώναξα και σηκώθηκα απότομα επάνω.rn'Οχι, Άξελ, όχι! O αέρας Θα μπορούσε να σου κάνει κακό.rn-Ο αέρας;rn-Ναι, φυσάει μάλλον ισχυρός άνεμος. Δε θέλω να εκτίθεσαι μ' αυτό τον τρόπο.rn-Μα σας διαβεβαιώ ότι αισθάνομαι θαυμάσια.rn-Λίγη υπομονή, αγόρι μου! Αν ξανακυλήσεις, θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση και δεν πρέπει να χάσουμε χρόνο, γιατί το θαλασσινό μας ταξίδι μπορεί να διαρκέσει αρκετό καιρό.rn-Θαλασσινό ταξίδι;rn-Ναι. Ξεκουράσου λίγο ακόμα σήμερα, κι αύριο θα μπαρκάρουμε.rn-Θα μπαρκάρουμε;rnH τελευταία τον λέξη μ' έκανε να αναπηδήσω.rnΠώς; Να μπαρκάρουμε! 'Ωστε λοιπόν ξανοιγόταν μπροστά μας κάποιο ποτάμι, κάποια λίμνη, κάποια θάλασσα; Υπήρχε άραγε κάποιο σκάφος αγκυροβολημένο σε κανένα υπόγειο λιμάνι;rnH περιέργειά μου είχε φτάσει στα ύψη. Μάταια πάσχιζε ο Θείος μου να με συγκρατήσει. 'Ετσι, όταν είδε πως θα 'ταν καλύτερο για μένα να ικανοποιήσει την επιθυμία μου παρά να δοκιμάζει την υπομονή μου, έδωσε τη συγκατάθεσή του.rnΝτύθηκα στα γρήγορα. Για μεγαλύτερη προφύλαξη τυλίχτηκα σε μια κουβέρτα και βγήκα απ' τη σπηλιά.
(Σ.τ.Μ.) Διονύσιος ο Πρεσβύτερος (430-367 π.Χ.): τύραννος των Συρακουσών από το 405 ως το 367 π.Χ., ο οποίος εκδίωξε τους Καρχηδόνιους από τη Σικελία. Δικό του έργο είναι και τα «λατομεία» των Συρακουσών, φυλακές που λαξεύτηκαν μέσα στο βράχο. rn(Σημείωση Χ.Δ.Τ.) Ruhmkorff’s apparatus» - Ο Γερμανός μηχανικός το 19ου αιώνα Heinrich Daniel Ruhmkorff ανακάλυψε το «πηνίο Ruhmkorff», μία διάταξη που μπορούσε να αποδίδει ρεύμα υψηλής τάσης και «εφαρμόσθηκε» από τον Ιούλιο Βερν ως πηγή φωτός των ηρώων των μυθιστορημάτων του εκτός από «Το ταξίδι στο κέντρο της γης» και για τους δύτες του Ναυτίλου στις «20.000 λεύγες υπό τη θάλασσα» και τους αστροναύτες του «Από τη γη στη σελήνη». Για περισσότερες πληροφορίες η έρευνα στο Internet αποδίδει πληθώρα πηγών.
…………………….»
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα