HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Υπόγειος κόσμος σε σύστημα σπηλαίων, στη Νάρνια - IIΙ

Topic #1741 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 31 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #9748 • 09 Mar 2009, 19:22 UTC
Πηγή: το βιβλίο «Ο ασημένιος θρόνος», 4ο βιβλίο από «τα Χρονικά της Νάρνια», του Κ.Σ. Λιούις (The Silver Chair – The Chronicles of Na
ia – C.S. Lewis, 1898-1963) σε εικονογράφηση Pauline Baynes και μετάφραση στα ελληνικά της Άννας Γκέρτσου - Σαρρή από τις εκδόσεις Κέδρος, Γ. Γενναδίου 3, 10678 Αθήνα, τηλ. 210 3809712, www.kedros.gr, mail: books@kedros.gr, ISBN: 978-960-04-1100-3, Μάρτιος 2007.

«………………….
«Λοιπόν; Λοιπόν;» φώναξαν όλοι με αγωνία.
«Έχει μία τρύπα εδώ» ακούστηκε η φωνή της Τζιλ. «Αν την έφτανα, θα μπορούσα να περάσω από μέσα»
……………………
«Άραγε εγώ να χωράω να περάσω από την τρύπα όπως πέρασε η Τζιλ;» είπε ο Ευστάθιος.
Στο αναμεταξύ ακούστε τι είχε συμβεί στην Τζιλ. Με το που έβγαλε το κεφάλι, της έξω από την τρύπα, ενώ περίμενε πως θα 'ταν σαν να κοίταζε κάτω από κάποια καταπακτή προς τα πάνω, εκείνη βρέθηκε να κοιτάει κατά κάτω από ψηλά λες και βρισκόταν στο παράθυρο κάποιου ορόφου. Κι επειδή τα μάτια της ήταν συνηθισμένα τόσο καιρό στο σκοτάδι, δεν μπορούσαν να πιάσουν με το πρώτο τα όσα έβλεπε: μ' εξαίρεση βέβαια το γεγονός ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν το φως της ημέρας, ο ηλιόλουστος κόσμος που τόσο λαχταρούσε να δει. O αέρας ήταν τσουχτερός και το φως χλομό και γαλαζωπό. Ακόμα πρόσεξε πως γινόταν πολλή φασαρία κι ότι κάτι άσπρα πράματα πέταγαν εδώ κι εκεί στον αέρα. Αυτά όλα τη στιγμή που φώναξε στο Λασπομούρμουρο να την αφήσει να πατήσει πάνω στους ώμους του.
Πατώντας πάνω του, κατάφερε να δει και να ακούσει πολύ καλύτερα. 'Ολος αυτός ο θόρυβος, λοιπόν, που άκουγε, προερχόταν από τις εξής δυο πηγές: το ρυθμικό πάτημα από πολλά πόδια και τη μουσική από τέσσερα βιολιά, τρεις αυλούς κι ένα τύμπανο. Ξεκαθάρισε δε κάτι ακόμα: το πού βρισκόταν. Είχε λοιπόν θέα από μια τρύπα σε μια απότομη πλαγιά, που κατέληγε σε ίσιωμα κάπού πέντε μέτρα παρακάτω. Όλα ήταν κατάλευκα. Κόσμος και κοσμάκης πηγαινοερχόταν. Και ξαφνικά της κόπηκε η ανάσα! 'Ολο αυτό το πλήθος ήταν μικροί Φαύνοι και Δρυάδες με τα γιορτινά τους, και με τα μαλλιά τους να κυματίζουν στεφανωμένα με φύλλα. Για, κάποιο δευτερόλεπτο της φάνηκε ότι πήγαιναν πέρα δώθε στα κουτουρού. Μετά όμως κατάλαβε ότι χόρευαν - χόρευαν ένα χορό με τόσο πολύπλοκα βήματα και φιγούρες, που της πήρε κάποιο χρόνο για να τον καταλάβει. Μετά, σαν να τη χτύπησε αστροπελέκι, της ήρθε η σκέψη ότι αυτό το χλομό, σκουρογάλανο φως στην πραγματικότητα ήταν φεγγαρόφωτο κι ότι αυτή η ασπρίλα πάνω στο έδαφος στην πραγματικότητα ήταν χιόνι. Και ήταν! Κι ήταν αστέρια πάνω από το κεφάλι της αυτά που πρόβαλλαν πάνω στο μαύρο παγερό ουρανό. Κι εκείνα τα ψηλά μαύρα πράματα πίσω από τους χορευτές ήταν δέντρα. Δεν ήταν μόνο ότι είχαν βγει στον Επάνω Κόσμο επιτέλους, αλλά και σ' αυτή την ίδια την καρδιά της Νάρνια. H Τζιλ ένιωσε πως θα λιγοθυμούσε από τη χαρά της κι εκείνη η μουσική - η άγρια, η μεθυστική μουσική κι όμως ούτε στο ελάχιστο τρομακτική, γεμάτη από την καλώς νοούμενη μαγεία, όχι σαν τη μουσική που έβγαινε απ' το γρατσούνισμα της Μάγισσας - την έκανε να νιώθει όλο και καλύτερα.
Βέβαια όλα αυτά σον παίρνουν πολλή ώρα για να τα διηγηθείς, αλλά ελάχιστη για να τα δεις. Σχεδόν αμέσως η Τζιλ έσκυψε για να φωνάξει στους άλλους, «Ξέρετε κάτι; Τα καταφέραμε. Βγήκαμε έξω! Γυρίσαμε πίσω!»



………………………………..rn«Βοήθεια! Βοήθεια! Είμαστε Θαμμένοι στο λόφο. Ελάτε να μας ξεθάψετε.»rnΟι Ναρνιανοί, που χαμπάρι δεν είχαν γι' αυτή την τρυπούλα στο λόφο, φυσικά τα 'χασαν. Σαστισμένοι, λοιπόν, κοίταγαν αλλού κι αλλού μέχρι να καταλάβουν από πού ερχόταν η φωνή. Μόλις όμως είδαν την Τζιλ, πιάσαν όλοι τους να τρέχουν κατά κει και κάμποσοι κατάφεραν να σκαρφαλώσουν την πλαγιά θα 'ταν καμιά δεκαριά χέρια και βάλε που απλώθηκαν για να την τραβήξουν. H Τζιλ κρατήθηκε γερά και βγήκε από την τρύπα παίρνοντας μια γλίστρα με τη μούρη. Μετά σηκώθηκε όρθια καιrnείπε:rn«Αχ, να χαρείτε! Βοηθείστε και τους άλλους. Είναι τρεις ακόμα, χώρια τα άλογα. Κι ο ένας απ' αυτούς είναι ο Πρίγκιπας Ριλιανός».rn………………………………………rnΣτη στιγμή, μια Δρυάδα την τύλιξε μ' ένα γούνινο μανδύα που 'χε πέσει από κάποιο Νάνο την ώρα που έτρεχε βιαστικά να φέρει τα σκαπτικά τον εργαλεία. 'Ενας υποχρεωτιχότατος Φαύνος εξαφανίστηκε μέσα στο σύδεντρο η Τζιλ είδε από μακριά μια φωτιά να καίει στο στόμιο μιας σπηλιάς από κει ο Φαύνος της έφερε να πιει κάτι ζεστό. Στο αναμεταξύ, είχαν καταφθάσει όλοι οι Νάνοι με φτυάρια και κασμάδες κι όρμησαν κατά την πλαγιά. Τότε η Τζιλ άκουσε κάποιους Νάνους να φωνάζουν δυνατά: « Ει! Τι κάνεις εκεί! Μάζεψ’ το σπαθί σου», και «'Ελα, βρε παιδάκι μου, κάτσε ήσυχα» και «Μωρέ, για δες το το 'μοβόρικο!» Η Τζιλ έτρεξε κατά κει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να βάλει τα γέλια ή τα κλάματα βλέποντας να ξεπροβάλλει μέσα από τη σκοτεινή τρύπα ένα κάτωχρο, θεοβρόμικο μούτρο, τον Ευστάθιου, κι ένα χέρι, το δεξί του, που κράδαινε ένα σπαθί έτοιμο να καταφέρει γερό χτύπημα σ' όποιον ζύγωνε.rnΦυσικά τα τελευταία λίγα λεπτά που είχαν περάσει, στον Ευστάθιο είχαν συμβεί πολύ πιο διαφορετικά πράγματα απ' ό,τι στην Τζιλ. Είχε ακούσει την κραυγή της Τζιλ και μετά την είδε να εξαφανίζεται στο άγνωστο. Σαν τον Πρίγκιπα και το Βαλτο-Ψηλολέλεκα, κι αυτός είχε πιστέψει πως την είχε αρπάξει κάποιο χέρι εχθρικό. Κι από κει κάτω που βρισκόταν δεν μπορούσε να καταλάβει ότι εκείνο το αμυδρό, γαλαζωπό φως που έβλεπε ήταν φεγγαρόφωτο. Φανταζόταν ότι η τρύπα οδηγούσε απλώς σε κάποια άλλη σπηλιά, που φωτιζόταν από ένα αμυδρό φωσφορικό φως, γεμάτο με πλάσματα τον Κόσμού στα 'Εγκατα της Γης, που ένας θεός ήξερε τι φοβερά ήταν. 'Ετσι, όταν έπεισε το Λασπομούρμουρο να τον αφήσει να πατήσει στην πλάτη τον και τράβηξε το σπαθί τον και ξεπρόβαλε από την τρύπα, θαρρούσε πως έκανε κάτι πολύ ηρωικό. 'Ηταν το πρώτο πράγμα που θα κάναν κι οι άλλοι βέβαια, αλλά η τρύπα παραήταν μικρή για να περάσουν. O Ευστάθιος ήταν λίγο πιο μεγαλόσωμος από την Τζιλ και πολύ πιο άτσαλος, όταν έκανε λοιπόν να βγάλει το κεφάλι τον έξω από την τρύπα για να δει τι γινόταν, κουτούλησε πάνω στο χώμα προκαλώντας μια μικρή χιονοστιβάδα που τον 'ρθε κατάμουτρα. 'Οταν κατάφερε να την τινάξει από τα μάτια τον και είδε αυτά τα μικρά στίφη να 'ρχονται τρεχάτα καταπάνω τον, ε, δεν είναι και περίεργο που προσπάθησε να τους κατατροπώrnσει.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1bExH0.jpg


«Σταμάτα, παιδάκι μου!» φώναξε η Τζιλ. «Φίλοι είναι οι καημένοι! Δεν το βλέπεις; Φτάσαμε στη Νάρνια. 'Επιτέλούς, γλιτώσαμε!»rn'Οταν ο Ευστάθιος κατάλαβε τι συνέβαινε ζήτησε συγγνώμη από τους Νάνούς (κι εκείνοι είπαν, καλά δεν πει ράζει), και δεκάδες παχουλά, τριχωτά νανίσια χεράκια τον βοήθησαν να βγει όπως νωρίτερα είχαν βοηθήσει την Τζιλ. 'Υστερα, η Τζιλ που μπουσουλώντας κακήν κακώς σκαρφάλωσε την πλαγιά κι έφτασε στην τρύπα, έχωσε το κεφάλι της μέσα στο σκοτεινό άνοιγμα για να πει τα καλά μαντάτα στούς έγκλειστους. 'Οταν έκανε να τραβηχτεί πίσω, άκουσε τον Λασπομούρμουρο να μουρμουράει: «Βρε τη φουκαριάρα την Πόουλ. Της παράπεσε βαρύ όλο αυτό που τράβηξε τώρα στο τέλος. Της έστριψε, δε θέλει ρώτημα. Αρχίζει και παραλογίζεται».rnH Τζιλ κι ο Ευστάθιος ξανάσμιξαν και πιάσαν τις χαιρετούρες ρουφώντας βαθιές ανάσες από το καθάριο νυχτερινό αεράκι. 'Ενας ζεστός μανδύας έφτασε αμέσως για τον Ευστάθιο και ζεστό ρόφημα και για τους δυο. 'Οσο εκείνοι ρουφούσαν το ζεστό τους, οι Νάνοι είχαν κιόλας απομακρύνει το χιόνι και το χορταριασμένο χώμα σ' ένα μεγάλο κομμάτι της πλαγιάς γύρω από την αρχική τρύπα. Οι κασμάδες και τα φτυάρια πηγαινοέρχονταν με το ίδιο κέφι όπως και τα πόδια των Δρυάδων και των Φαύνων στο χορό πριν δέκα λεπτά. Δέκα λεπτά μόνο! 'Ομως στην Τζιλ και στον Ευστάθιο φαινόταν λες κι όλοι οι κίνδυνοι που είχαν περάσει μέσα στα σκοτάδια και στη ζέστη και στην αποπνικτική ατμόσφαιρα στα 'Εγκατα της Γης, δεν ήταν παρά ένα όνειρο. Εδώ έξω, στην ψυχρούλα, με το φεγγάρι και τα πελώρια αστέρια πάνω από το κεφάλι τους (τ' αστέρια στη Νάρνια είναι πιο χαμηλά από ό,τι στον κόσμο το δικό μας) και μ' όλες εκείνες τις καλοσυνάτες, χαρωπές φατσούλες τριγύρω τούς, δε θα πίστευες με τίποτα στην ύπαρξη ενός κόσμου στα βάθη της γης.rnΔεν είχαν αποτελειώσει το ζεστό τους ρόφημα, όταν εμφανίστηκαν καμιά δεκαριά Τυφλοπόντικες, που τους είχαν φέρει σηκωτούς, και επομένως αγουροξυπνημένους, και γι' αυτό διόλου ενθουσιασμένους. Μόλις όμως κατάλαβαν περί τίνος πρόκειται, στρώθηκαν κι αυτοί στη δουλειά και με κέφι μάλιστα. Ακόμα και οι Φαύνοι φάνηκαν χρήσιμοι κουβαλώντας μακριά το χώμα μέσα σε καροτσάκια, ενώ οι Σκίουροι χοροπηδούσαν πάνω κάτω με τρελή χαρά αν και η Τζιλ δεν κατάλαβε ποτέ της τι θαρρούσαν ότι έκαναν. Οι Αρκούδες κι οι Κουκουβάγιες αρκέστηκαν να δίνουν συμβουλές και συνέχεια ρωτούσαν τα παιδιά μήπως και προτιμούσαν να πάνε στη σπηλιά (εκεί που η Τζιλ είχε δει να καίει η φωτιά), για να ζεστοκοπηθούν και να φαν καμιά μπουκιά. Τα παιδιά όμως ούτε ν' ακούσουν δε θέλαν ότι θα φεύγανε δίχως να δουν τους φίλούς τους επιτέλους ελεύθερους.rnΣτον κόσμο το δικό μας, δεν μπορώ να σκεφτώ έναν άνθρωπο να κάνει τη δουλειά που κάναν στη Νάρνια οι Νάνοι και οι Τυφλοπόντικες που μιλάνε. Θα μου πείτε βέβαια ότι αυτοί δεν το θεωρούν δουλειά. Σκάψιμο δώσ' τους και πάρ' τους την ψυχή. Έτσι λοιπόν πριν περάσει πολλή ώρα, είχαν κιόλας ανοίξει ένα μεγάλο μαύρο χάσμα στην πλαγιά τον λόφου. Και να σου μέσα από τα σκοτάδια - κοψοχόλιασμα μεγάλο αν δεν ήξερες ποιοί ήταν - ξεπρόβαλε πρώτα μια στενόμακρη σιλουέτα όλο πόδια κι ένα σουβλερό καπέλο, ο Βαλτο-Ψηλολέλεκας και ξοπίσω, τραβώντας από τα γκέμια δυο μεγαλόπρεπα άλογα ο ίδιος ο Πρίγκιπας Ριλιανός.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1bEHFA.jpg


………………………………..rn«Να με συμπαθά ο Μεγαλειότατος» είπε ο γεροντότερος Νάνος, «έχουμε ετοιμάσει κάποιο μεζεδάκι πέρα εκεί στη σπηλιά, να το γιορτάσουμε τώρα που τελειώνει ο χορός τον χιονιού».rn«Μετά χαράς, Γέροντα» είπε ο Πρίγκιπας. «Εξάλλου δε νομίζω ότι υπήρξε ποτέ Πρίγκιπας, Ιππότης, Άρχοντας ή Υποτακτικός να είχε την όρεξη που 'χουμε απόψε εμείς οι τέσσερις πλάνητες.»rn…………………………………..rnΤα δυο παιδιά δεν μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους από την κούραση και την πείνα, η ζεστασιά όμως της σπηλιάς, και η θέα της μονάχα, με τις φλόγες της φωτιάς να χορεύουν πάνω στους τοίχους, στα ντουλάπια, στα φλιτζάνια και στα πιάτα και πάνω στο λείο πέτρινο δάπεδο, λες και βρίσκονταν σε κουζίνα αγροτόσπιτου, όλα αυτά τους τόνωσαν λιγάκι. Ωστόσο, ώσπου να ετοιμαστεί το δείπνο, τους πήρε ο ύπνος. rn‘Οταν το άλλο πρωί ξύπνησε η Τζιλ και είδε πως βρισκόταν μέσα σε μια σπηλιά, για ένα εφιαλτικό λεπτό νόμισε ότι βρισκόταν πίσω στα Έγκατα της Γης. Όταν όμως πρόσεξε πως ήταν ξαπλωμένη πάνω σ' ένα κρεβάτι από ρείκια κι είχε μια γούνινη κάπα ριγμένη πάνω της, κι όταν είδε μια χαρούμενη φωτιά να τριζοβολάει (φρεσκοαναμμένη) πάνω σε μια πέτρινη εστία, και πιο πέρα, να χώνεται μέσα στη σπηλιά το πρωινό φως τον ήλιου, τότε ήρθε στο νου της όλη η όμορφη πραγματικότητα. Θυμήθηκε ότι είχαν ένα υπέροχο δείπνο, μαζεμένοι όλοι μέσα στη σπηλιά κι ότι αυτή κουτούλαγε πριν καλά καλά τελειώσει το φαγητό της. Θυμόταν αμυδρά τους Νάνους να στριμώχνονται γύρω από τη φωτιά με κάτι τηγάνια μεγαλύτερα από το μπόι τους, κι εκείνο το τσιτσίρισμα και τη θεσπέσια μυρωδιά από λονκάνικα, κι άλλα, και δώστου κι άλλα λουκάνικα. Καμιά σχέση με τα απαίσια λουκάνικα που ξέρουμε, τα παραγεμισμένα με νιανιά και σόγια μπιν, αλλά λουκάνικα με κρέας αληθινό, με το μπαχάρι τους και με το λίπος τους, να τσιτσιρίζουν και να σκάνε και ίσα που ν' αρπάζουν λιγουλάκι. Κι ακόμα θυμόταν πελώριες κούπες με αφρισμένη σοκολάτα, και ψητές πατάτες και ψημένα κάστανα και μαγειρεμένα μήλα με σταφίδες χωμένες στη θέση των κουκουτσιών, και τέλος παγωτά να δροσιστείς μετά από τόσα ζεστά πράματα.rnΗ Τζιλ κάθισε στο κρεβάτι της και κοίταξε τριγύρω. O Λασπομούρμουρος και ο Ευστάθιος ήταν ξαπλωμένοι παραπέρα και κοιμόνταν ακόμα τον καλού καιρού.rn«'Ει, εσείς οι δυο!» πάτησε η Τζιλ μια φωνάρα. «Δε σκοπεύετε να σηκωθείτε;»rn«Σου, σου!» ακούστηκε μια νυσταγμένη φωνή που ερχόταν από κάπου ψηλά. «Είναι ώρα για ησυχία. Και να λείπει η φασαρία. Τώρα όνειρα γλυκά. Κουκουβάουκουκουβά!»

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1bEU8i.jpg


«Καλέ, δεν το πιστεύω!» είπε η Τζιλ και όταν κοίταξε ψηλά είδε ένα μάτσο φουντωτά φτερά που 'χαν κουρνιάσει πάνω σ' ένα παλιό εκκρεμές σε μια γωνιά της σπηλιάς. «Ε, μη μου πείτε! Η Θαμποφτερού!»rn«Κουχουβάου-κουκουβά! Αληθινά! Αληθινά!» έκρωξε η Κονκουβάγια κι έβγαλε το κεφάλι της που το 'χε χωμένο κάτω από 'να της φτερό. Άνοιξε το ένα μάτι και είπε. « Ήρθα κατά τις δύο με μήνυμα για τον Πρίγκιπα. Οι Σκίουροι μας έφεραν τα καλά μαντάτα. Μήνυμα για τον Πρίγκιπα. Έφυγε κιόλας. Πρέπει να πάτε να τον βρείτε κι εσείς οι δυο. Καλή σου μέρα...» και το κεφάλι της ξαναχάθηκε.rnΑπ' ό,τι φαινόταν, η Τζιλ δεν επρόκειτο να μάθει τίποτε περισσότερο από την Κουκουβάγια. Σηκώθηκε λοιπόν κι άρχισε να ψάχνει γύρω της μπας και υπήρχε ελπίδα κάπως να πλυθεί και να τσιμπήσει τίποτε για πρωινό. Μα σχεδόν την ίδια στιγμή φάνηκε ένας μικρούλης Φαύνος που μπήκε μέσα στη σπηλιά μ' εκείνο το δυνατό κλικ κλακ που κάναν οι τραγίσιες τον οπλές πάνω στις πέτρες.rn«Επιτέλους,, κόρη της Εύας! Ξύπνησες!» είπε. «Μάλλον πρέπει να ξυπνήσεις και το Γιο του Αδάμ. Σε λίγα λεπτά πρέπει να ξεκινήσετε. Δυο Κένταυροι είχαν την καλοσύνη να προσφερθούν να σας πάνε στο Κάιρ Πάραβελ καβάλα στην πλάτη τους.» Και πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Βέβαια, καταλαβαίνεις τι ιδιαίτερη και πρωτάκουστη τιμή είναι να σας επιτραπεί να καβαλικέψετε Κένταυρο. Τέτοιο πράμα δεν έχει ματαγίνει. Δεν κάνει λοιπόν να τους αφήσετε να περιμένουν».rn……………………………….rnΕκείνη τη στιγμή, από το στόμιο της σπηλιάς ακούστηκαν οπλές αλόγου να χτυπούν πάνω σε βράχο. Τα παιδιά γύρισαν το κεφάλι κατά κει και είδαν τους δυο Κένταυρους, τον ένα με μια μαύρη και τον άλλο με μια χρυσαφένια γενειάδα να κυματιζει πάνω στο μεγαλόπρεπο γυμνό τούς στέρνο. 'Εστεκαν και τους περίμεναν γέρνοντας λίγο το κεφάλι σαν να 'θελαν να δουν μέσα στη σπηλιά. Αμέσως η Τζιλ κι ο Ευστάθιος, σαν καλά παιδιά, αποτέλειωσαν το πρωινό τους μάνι μάνι. Δεν υπάρχει κανένας να 'χει πει πως οι Κένταυροι τον φαίνονται αστείοι. Είναι σοβαρά, μεγαλόπρεπα πλάσματα, και κουβαλούν την αρχαία σοφία που τη μαθαίνουν από τ' αστέρια δεν είναι στο χέρι σου ούτε να τους εξαγριώσεις ούτε και να τούς μαλακώσεις έτσι όμως κι αγριέψουν τότε η οργή τους είναι σωστή θύελλα.rn…………………………….rnΔίχως αμφιβολία, το να πηγαίνεις καβάλα πάνω σ' έναν Κένταυρο είναι μια μεγάλη τιμή (κι. αν εξαιρέσουμε την Τζιλ και τον Ευστάθιο, δε φαντάζομαι να υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να τού 'χει γίνει στις μέρες μας αυτή η τιμή). Είναι όμως και ταλαιπωρία σκέτη. Γιατί αν έχεις περί πολλού τη ζωούλα σου δεν προτείνεις να μπει σέλα πάνω σε Κένταυρο, αν πάλι καβαλάς γυμνή την πλάτη τον, δεν καλοπερνάς ιδιαίτερα αν τυχαίνει, σαν τον Ευστάθιο, να μην έχεις μάθει ποτέ σον ιππασία. Οι Κένταυροι ήταν ευγενέστατοι μ' εκείνον τον τρόπο τούς το γεμάτο σοβαρότητα, χάρη και ωριμότητα. Καθώς ορμούσαν μέσα στα δάση της Νάρνια, δίχως να στρέφούν τα κεφάλια, μιλούσαν στα παιδιά για τις ιδιότητες που έχουν τα βότανα και οι ρίζες, για την επίδραση των πλανητών, για τα εννέα ονόματα του Ασλάν και το νόημα που έχουν, και διάφορα τέτοια. 'Οσα και να τράβηξαν τα δυο παιδιά απ' τον πόνο και το τράνταγμα, και τι δε θα 'δίναν τώρα να ξανακάνουν εκείνο το ταξίδι: να ξαναδούν εκείνα τα ξέφωτα και τις πλαγιές που αστραποβολούσαν από το χιόνι της προηγούμενης νύχτας, ν' ανταμώσουν σκίουρους και λαγούς και πουλιά που τα καλημέριζαν, ν' ανασάνονν πάλι τον αέρα της Νάρνια και ν' αφουγκραστούν τη φωνή των δέντρων της Νάρνια.rn……………………………..rnΤο άνοιγμα στην πλαγιά τον λόφου έμεινε κενό, και συχνά τις ζεστές μέρες τον καλοκαιριού, οι Ναρνιανοί πηγαίνουν εκεί με πλεούμενα και φανούς και κατεβαίνουν στη δροσερή υπόγεια θάλασσα και τραγουδώντας αρμενίζουν πέρα δώθε. Κι έχουν να λένε ιστορίες για πολιτείες που βρίσκονται πολλές οργιές πιο κάτω, στα σπλάχνα της γης. Αν ποτέ αξιωθείτε να βρεθείτε κι εσείς στη Νάρνια, μην το ξεχάσετε: ρίξτε μια ματιά σ' αυτές τις σπηλιές.rn……………………»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →