HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Υπόγειος κόσμος σε σύστημα σπηλαίων, στη Νάρνια - IΙ

Topic #1737 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 34 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #9733 • 04 Mar 2009, 20:43 UTC
Πηγή: το βιβλίο «Ο ασημένιος θρόνος», 4ο βιβλίο από «τα Χρονικά της Νάρνια», του Κ.Σ. Λιούις (The Silver Chair – The Chronicles of Na
ia – C.S. Lewis, 1898-1963) σε εικονογράφηση Pauline Baynes και μετάφραση στα ελληνικά της Άννας Γκέρτσου - Σαρρή από τις εκδόσεις Κέδρος, Γ. Γενναδίου 3, 10678 Αθήνα, τηλ. 210 3809712, www.kedros.gr, mail: books@kedros.gr, ISBN: 978-960-04-1100-3, Μάρτιος 2007.

«………………….

«Ποιος είν' εκεί;» φώναξαν οι τρεις σύντροφοι.
«Είμαι Ακρίτας των Συνόρων τον Κόσμου στα Έγκατα της Γης κι έχω μαζί μου εκατό ενόπλους» ήρθε η απάντηση. «Πείτε μου γρήγορα ποιοί είστε και ποιος ο λόγος που ήρθατε στο Βασίλειο της Αβύσσου.»
«Πέσαμε μέσα κατά λάθος» είπε ο Λασπομούρμουρος κι αυτό δεν ήταν μακριά από την αλήθεια.
«Πολλοί πέφτουν μέσα, και λίγοι ξαναγυρίζουν στις λιοφώτιστες χώρες τους» είπε η φωνή. «Ελάτε τώρα μαζί μου να παρουσιαστείτε μπροστά στη Βασίλισσά μας.»
«Κι εμάς τι μας Θέλει;» ρώτησε ο Ευστάθιος επιφυλακτικά.
«Άγνωστο» είπε η φωνή. «Κανείς δε ρωτάει τι Θέλει! Μοναχά υπακούει!»
Την ώρα που τα 'λεγε αυτά, ακούστηκε ένας θόρυβος σαν μικροέκρηξη κι αμέσως η σπηλιά πλημμύρισε μ' ένα ψυχρό φως, γκρίζο με ελαφρούς τόνους μπλε. Κάθε
ελπίδα ότι ο Ακρίτας των Συνόρων ήταν ένας φαφλατάς που καυχιόταν πως τάχαμου ήταν επικεφαλής εκατό ενόπλων μονομιάς ξεφούσκωσε. Η Τζιλ ανοιγόκλεισε τα μάτια και είδε ότι βρισκόταν μπροστά σ' ένα πυκνό πλήθος μια ποικιλία στο μπόι, από μικροσκοπικά πλάσματα -βία να φτάνανε τούς τριάντα πόντούς - μέχρι κάτι μεγαλόσωμους τύπους, ψηλότερους κι από άνθρωπο. Όλοι τους κρατούσαν στο χέρι ένα ξίφος που κατέληγε σε μια πιρούνα με τρεις μύτες, κι ήταν όλοι τους εξαιρετικά χλομοί, κι όλοι στέκονταν ασάλευτοι σαν αγάλματα. Ξέχωρα απ' αυτό, ήταν και εντελώς διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο μερικοί είχαν ουρά και άλλοι δεν είχαν μερικοί είχαν μακριές γενειάδες κι άλλοι είχαν ολοστρόγγυλα, τεζαριστά πρόσωπα ολόιδια με κολοκύθες. Έβλεπες μύτες μακριές και μυτερές, κι άλλες μακριές και παχουλές σαν μικρές προβοσκίδες, κι άλλες πελώριες που ξεχείλιζαν. Κάμποσοι από αυτούς είχαν ένα μόνο κέρατο στο κούτελο, ίσια στη μέση. Το μόνο κοινό που είχαν όλοι αυτοί αναμεταξύ τους ήταν πως και οι εκατό είχαν μια θλίψη στο πρόσωπό τούς που όμοιά της δεν είχε ξαναγίνει. 'Εδειχναν τόσο θλιμμένοι, ώστε η Τζιλ, μετά την πρώτη ματιά που τους έριξε, σχεδόν ξέχασε ότι θα έπρεπε να τους φοβάται. 'Ενιωσε μάλιστα τη διάθεση να τους κάνει να ευθυμήσουν λιγάκι.



«Ορίστε!» είπε ο Λασπομούρμουρος τρίβοντας τα χέρια τον. «Ακριβώς ό,τι χρειαζόμουνα. Αν αυτοί, οι τύποι δε μου μάθούν να παίρνω τη ζωή στα σοβαρά, ήθελα να 'ξερα ποιος πρόκειται να το κάνει. Κοιτάξτε το φιλαράκο εκείνο με το μουστάκι που οι άκρες τον κοιτάνε κατά κάτω - ή εκείνον εκεί με το...»rn«'Ορθιοι!» φώναξε ο Ακρίτας.rnΑν μπορούσαν ας κάναν κι αλλιώς. Μετά από ένα σχετικό μπουρδούκλωμα, οι τρεις σύντροφοι στάθηκαν όρθιοι κακήν κακώς και πιάστηκαν χέρι χέρι. Κάτι τέτοιες ώρες το έχεις ανάγκη αυτό το άγγιγμα φιλικού χεριού. Τα πλάσματα τον Κόσμου στα 'Εγκατα της Γης τούς περιτριγύρισαν, αλαφροπατώντας με τα μαλακά τους πόδια που άλλα είχαν δέκα δάχτυλα, άλλα δώδεκα, κι άλλα κανένα.rn«Βάδην!» είπε ο Ακρίτας. Μωρέ,, βάδην εκατό φορές!rnΤο ψυχρό εκείνο φως έβγαινε από μια μεγάλη σφαιρική λάμπα στημένη πάνω σ' ένα μακρύ παλούκι που κρατούσε ένας ψηλέας που ξεχώριζε, επικεφαλής της πομπής. Στο φως που έριχναν οι μελαγχολικές τον ακτίνες, κατάφεραν να δουν ότι βρίσκονταν μέσα σε μια φυσική σπηλιά: στους τοίχους και στην οροφή εξοχές, εσοχές και σπείρες φτιάχναν χιλιάδες φανταστικά σχήματα καθώς προχωρούσαν ένιωσαν το πέτρινο έδαφος να κατηφορίζει. Η Τζιλ υπέφερε περισσότερο από τους άλλους δυο, γιατί τα σκοτεινά υπόγεια δεν τ' άντεχε καθόλου. Καθώς συνέχιζαν, η σπηλιά γινόταν πιο χαμηλοτάβανη και στενή. Καμιά φορά, αυτός που κράταγε το φως στάθηκε παράμερα κι όλοι (όλοι εκτός από τους πιο μικροκαμωμένούς) έσκυβαν κι ένας ένας χώνονταν σε μια μικρή, σκοτεινή σχισμή κι εξαφανίζονταν. Ε, τότε ήταν που η Τζιλ ένιωσε ότι δεν άντεχε άλλο πια.rn«Αποκλείεται να μπω εκεί μέσα. Δεν μπορώ! Δεν μπορώ! Δεν μπαίνω» φώναζε με κομμένη ανάσα. Τα πλάσματα τον Κόσμου στα 'Εγκατα της Γης δε μίλησαν, μοναχά χαμήλωσαν όλοι τα ξίφη τους με την πιρούνα καταπάνω της.rn«'Ηρεμα, Πόουλ» είπε ο Λασπομούρμουρος. «Τι θαρρείς; Εκείνοι εκεί οι μαντραχαλάδες θα τρυπώνανε μέσα αν δεν ήταν να φτάσουν σε πιο άνετο χώρο ύστερα; Άσε το άλλο το καταπληκτικό: σε τούτη την υπόγα γλιτώνουμε και τη βροχή!»rn«Αχ, δε με καταλαβαίνετε. Δεν μπορώ!» ξεφώνισε η Τζιλ.rn«Να σκέφτεσαι πώς ένιωσα εγώ σ' εκείνον εκεί το βράχο, Πόουλ» είπε ο Ευστάθιος. «Προχώρα πρώτος εσύ, Λασπομούρμουρε, κι εγώ θα 'ρχομαι μετά από την Τζιλ.»rn«Εντάξει» είπε ο Βαλτο-Ψηλολέλεκας κι έπεσε στα τέσσερα. «Εσύ, Τζιλ, κράτα μου γερά τη φτέρνα κι ο Ευστάθιος να κρατάει τη δική σου. Μετά, θα 'μαστε κι οι τρεις μια χαρά.»rn«Μια χαρά και τρεις τρομάρες!» είπε η Τζιλ. Ωστόσο, έπεσε καταγής κι άρχισε το μιπουσούλισμα. 'Ηταν απαίσιο μέρος. Ήσουν αναγκασμένος να σούρνεσαι με την κοιλιά για καμιά μισή ώρα όπως της φάνηκε αν και μπορεί στην πραγματικότητα να κράτησε μοναχά ένα πεντάλεπτο. 'Εκανε ζέστη. Η Τζιλ ένιωθε ασφυξία. Να, όμως, που φάνηκε ένα αμυδρό φως μπροστά τους, το λαγούμι γινόταν πλατύτερο και ψηλότερο, ώσπού ξαναμμένοι, βρόμικοι, και τρομοκρατημένοι φτάσανε σε μια σπηλιά τόσο ευρύχωρη που δύσκολα θα την έλεγες σπηλιά.rnΦωτιζόταν ολόκληρη από ένα θαμπό, μουρτζούφλικο φως κι έτσι το παράξενο φανάρι πού κουβάλαγε ο ψηλέας δε χρειαζότανε πια. Το έδαφος ήταν μαλακό καθώς ήταν σκεπασμένο από κάποιο είδος βρύων. Ανάμεσα τούς φύτρωναν πάμπολλοι παράξενοι και ψηλοί όγκοι πού 'χαν κλαριά και μοιάζαν με δέντρα, αλλά, καθώς πλάταιναν, και με μανιτάρια. 'Ετσι αραιά που ήταν το ένα από τ' άλλο, δεν μπορούσες να πεις ότι μπροστά σου είχες κάποιο δάσος - περισσότερο θύμιζε πάρκο. Το φως (γκριζοπράσινο) έμοιαζε να βγαίνει από τα δέντρα κι από τα βρύα όχι τόσο δυνατό ώστε να φτάσει 'να φωτίζει την οροφή, πού θα πρέπει να ήταν ακόμα πιο ψηλά. Τώρα έπρεπε να διασχίσουν αυτό το μέρος με την απαλή, μαλακή, υποτονική ατμόσφαιρα. Υπήρχε διάχυτη μια μελαγχολία, ωστόσο η ήρεμη μελαγχολία που νιώθεις όταν ακούς απαλή μουσική.rnΠροσπέρασαν ντουζίνες ζώα παράξενα, ξαπλωμένα πάνω στη χλόη. Τώρα, ψόφια ήταν, κοιμισμένα ήταν, η Τζιλ δεν μπορούσε να καταλάβει τι από τα δυο συνέβαινε. Μοιάζανε περισσότερο με δράκούς ή νυχτερίδες κι ο Λασπομούρμουρος κι αυτός ιδέα δεν είχε τι σόι ζώα ήταν.rn«Εδώ ζουν αυτά,» ρώτησε ο Ευστάθιος τον Ακρίτα των Συνόρων. Εκείνος έδειξε ξαφνιασμένος που τον απηύθυναν το λόγο, ωστόσο απάντησε: «'Οχι. Είναι όλα ζώα από τον Επάνω Κόσμο και βρέθηκαν στο Βασίλειο της Αβύσσου περνώντας από σχισμές και σπηλιές. Λένε ότι θα ξυπνήσουν όλα όταν έρθει το τέλος τον κόσμου».

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/PqQ7vdr.jpg


Αφού τα είπε αυτά, έκλεισε το στόμα του λες κι είχε κλείσει κάποιο κουτί. Μέσα στην απόλυτη σιωπή τον σπηλαίου, τα παιδιά δίσταζαν να ξανανοίξονν την κουβέντα. Δεν άκουγες τον παραμικρό ήχο εκεί μέσα, έτσι που τα γυμνά πόδια αυτών των όντων τον Κόσμού στα 'Εγκατα της Γης αλαφροπατούσαν πάνω στα βρύα. Άνεμος δε φυσούσε, πούλιά δεν πετούσαν, νερό δεν κελάρυζε. Ανάσα δεν έβγαινε από αυτά τα παράξενα ζώα.rnΑφού περπάτησαν για αρκετά μίλια, φτάσανε σ' έναν πέτρινο τοίχο. Στη βάση τον υπήρχε μια αψίδα που έβγαζε σε μια άλλη σπηλιά. Τούτο δω το πέρασμα δεν ήταν τόσο δράμα όσο το προηγούμενο κι η Τζιλ κατάφερε να περάσει χωρίς ούτε το κεφάλι της να σκύψει. Βρέθηκαν σε μια σπηλιά πιο μικρή και πιο στενή, περίπου στο σχήμα και μέγεθος καθεδρικού ναού. Εδώ είδαν το εξής: ένας τεράστιος άντρας ήταν ξαπλωμένος σ' όλο το μήκος της σπηλιάς και κοιμόταν βαθιά. 'Ηταν πολύ πιο ογκώδης απ' όσους γίγαντες είχαν δει μέχρι εκείνη τη στιγμή, μόνο πού το πρόσωπό του ήταν διαφορετικό ευγενικό κι όμορφο. Το στέρνο τον ανεβοκατέβαινε απαλά κάτω από την πάλλευκη γενειάδα τον που του έφτανε μέχρι τη μέση. 'Ενα καθάριο, ασημί φως (κανένας δεν κατάλαβε από πού ερχόταν) αναπαυόταν πάνω του..rn«Ετούτος ποιος να 'ναι;» ρώτησε ο Λασπομούρμουρος. Κι είχε περάσει τόση ώρα δίχως να βγάλουν άχνα που η Τζιλ αναρωτήθηκε πού βρήκε το κουράγιο να μιλήσει.rn«Αυτός είναι ο Πατέρας Χρόνος, που κάποτε βασίλευε στον Επάνω Κόσμο» είπε ο Ακρίτας. «Και τώρα έχει βυθιστεί στο Βασίλειο της Αβύσσου κι ονειρεύεται όλα τα όσα γίνονται στον επάνω κόσμο. Πολλοί βουλιάζουν κάτω εδώ, και λίγοι ξαναγυρίζουν στις λιοφώτιστες χώρες. Λένε πως θα ξυπνήσει. όταν έρθει το τέλος τον κόσμου.» Μετά βγήκαν από αυτή τη σπηλιά και μπήκαν σε μια άλλη, κι ύστερα σε άλλη, κι άλλη, και πάει λέγοντας, μέχρι που η Τζιλ έχασε το λογαριασμό. 'Ομως συνέχιζαν να προχωρούν όλο και πιο κατηφορικά και κάθε καινούρια σπηλιά ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο, έτσι που και μόνο η σκέψη τον βάθους και του βάρους της γης πάνω απ' το κεφάλι σου να σε πνίγει. Με τα πολλά, φτάσανε σ' ένα μέρος όπου ο Φρουρός έδωσε εντολή να ξανανάψει εκείνο το μελαγχολικό φανάρι. Στη συνέχεια μπήκανε σε μια σπηλιά τόσο ευρύχωρη και σκοτεινή που δεν έβλεπαν τίποτε παρά μόνο ότι ακριβώς μπροστά τους, ξεκίναγε μια λωρίδα χλομή αμμουδιά και τέλειωνε σ' ακύμαντο νερό. Κι εκεί, δίπλα σε μια μικρή αποβάθρα, είδαν αραγμένο ένα πλοιάριο. Δεν είχε άλμπουρο μήτε πανί, μόνο πολλά κουπιά. Τούς είπαν ν' ανεβούν πάνω στο κατάστρωμα και να προχωρήσουν κατά την πλώρη που είχε απλοχωριά, μπροστά στους πάγκους που κάθονταν οι κωπηλάτες. 'Ενας άλλος πάγκος αγκάλιαζε το καράβι μέσα από την κουπαστή.rn«Ένα πράμα ήθελα να 'ξερα!» είπε ο Λασπομούρμουρος. «Άραγε να υπάρχει κανένας από το δικό μας κόσμο - τον επίγειο, θέλω να πω - που να 'χει κάνει μέχρι τώρα αυτό το ταξίδι;»rn«Πολλοί είναι που βάλαν πλώρη από τις χλομές αμμουδιές» απάντησε ο Ακρίτας «όμως...»rn«Καλά, καλά! Ξέρω!» τον έκοψε ο Λασπομούρμουρος. «Όμως λίγοι ξαναγυρίζουν στις λιοφώτιστες χώρες τους. Δεν είναι ανάγκη να μας το ξαναπείς. Είσαι απ' αυτούς που έτσι και τους κολλάει μια ιδέα, δεν τους ξεκολλάει με τίποτα, έτσι δεν είναι;»rnΤα παιδιά είχαν το Λασπομούρμουρο ανάμεσά τους και κάθονταν ζαρωμένα πάνω τον. 'Οσο βρίσκονταν πάνω στη γη τον έβρισκαν γρουσούζη, μα κάτω εδώ τούς φαινόταν σαν η μόνη τους παρηγοριά. Το χλομό φανάρι κρεμάστηκε κάπου στη μέση του πλοίου, τα πλάσματα τον Κόσμου στα 'Εγκατα της Γης κάθισαν στα κουπιά, και το καράβι άρχισε να κινείται.. Το φανάρι έριχνε το φως του σε μια πολύ μικρή ακτίνα. Μπροστά τούς δεν έβλεπαν παρά ήρεμα, σκούρα νερά που χάνονταν σε μια απόλύτη μαυρίλα.rn«Θεούλη μου! Τι θ' απογίνουμε;» είπε η Τζιλ απελπισμένα.

………………………..

'Υστερα άρχισε το αργό, κουραστικό ανέβασμα στην ανηφόρα τον λόφου. Μπροστά τους δεν έβλεπαν τίποτα, παρά μόνο το χλομό φως από τους φανούς που σκαρφάλωναν όλο και πιο ψηλά, μέχρι εκεί που έφτανε η ματιά τους. Γύριζαν πίσω το κεφάλι κι έβλεπαν το νερό ολοένα να απλώνεται. 'Ολοι οι λόφοι τον Κόσμου στα 'Εγκατα της Γης είχαν γίνει τώρα νησίδες και μοναχά πάνω σ' αυτές συνέχιζαν να υπάρχουνε φανοί. Κάθε λεπτό, κάποιο μακρινό φως χανόταν. Σε λίγο όλα θα τα σκέπαζε μαύρο σκοτάδι όλα εκτός από την ανηφόρα που είχαν πάρει. Μα ακόμα και σ' αυτό το λόφο, πίσω τους, χαμηλά, τα φώτα μπορεί να μην είχαν σβήσει, αντιφέγγιζαν όμως πάνω σε νερό πια. Αν και είχαν σοβαρούς λόγους να βιάζονται, έβλεπαν ότι τ' άλογά τούς έπρεπε να ξαποστάσουν για λίγο. Σταμάτησαν: στη σιγαλιά ακουγόταν το πάφλασμα τον νερού.rn«Άραγε αυτός ο πώς τονε λένε - ο Μπαρμπα-Χρόνος - νά 'χει πλημμυρίσει τώρα;» είπε η Τζιλ. «Κι όλα εκείνα τα παράξενα πλάσματα που κοιμόνταν...»rn«Δε νομίζω να 'χουμε φτάσει τόσο ψηλά» είπε ο Ευστάθιος. «Ξέχασες ότι κατεβήκαμε την πλαγιά τον λόφου κι ύστερα βρήκαμε την ανήλιαγη θάλασσα; Δεν μπορεί να 'χει φτάσει κιόλας το νερό μέχρι τη σπηλιά του.»rn«Δεν πάει να 'χει φτάσει» είπε ο Λασπομούρμουρος. «Εμένα άλλο με απασχολεί: οι φανοί στο δρόμο. Κάπως αρρωστιάρικο δεν είναι το φως τους;»rn«Έτσι ήταν πάντα» είπε η Τζιλ.rn«Καλά» είπε ο Λασπομούρμουρος, «όμως τώρα είναι πιο κιτρινιάρικο».rn«Τι θες να πεις, δηλαδή, ότι όπου να 'ναι θα σβήσουν;» φώναξε ο Ευστάθιος.rn«Κοίτα να δεις, ό,τι χρώμα και να 'χουν, δε φαντάζομαι να σου περνάει απ' το μυαλό ότι θα φέγγουνε για πάντα» είπε ο Βαλτο-Ψηλολέλεκας. «Μην απογοητεύεσαι, όμως, Στούμποου. Εγώ έχω το νου μου και στο νερό βλέπω λοιπόν ότι δεν ανεβαίνει πια τόσο γρήγορα όσο πρωτύτερα.»rn«Μικρή παρηγοριά, φίλε μου» είπε ο Πρίγκιπας, «αν δεν καταφέρουμε να βγούμε από δω. Ζητώ την επιείκειά σας, όλων σας. Το φταίξιμο είναι δικό μου, γιατί από τη ματαιοδοξία μου και τη φαντασιοπληξία μου, καθυστερήσαμε εκεί στο στόμιο της Βισμανίας. Τώρα δε μένει παρά να συνεχίσουμε».rnΓια καμιά ώρα και κάτι, η Τζιλ πότε πότε σκεφτόταν ότι ο Λασπομούρμουρος είχε δίκιο σ' ό,τι είχε πει για τους φανούς, άλλοτε πάλι της φαινόταν πως ήταν της φαντασίας της. Στο αναμεταξύ, το τοπίο άλλαζε. Η οροφή τον Κόσμου στα 'Εγκατα της Γης ήταν τώρα τόσο χαμηλά που ακόμα και σ' αυτό το αμυδρό φως μπορούσες να τη δεις καθαρά. Και οι πανύψηλοι ανώμαλοι τοίχοι τον Κόσμου αυτού, θαρρείς και τώρα είχαν έρθει πιο κοντά τους. Πραγματικά, ο δρόμος τους οδηγούσε ψηλά σε μια σήραγγα. Άρχισαν να προσπερνούν κασμάδες και φτυάρια και καροτσάκια κι άλλα, σημάδια ότι οι σκαφτιάδες είχαν δουλέψει εκεί πρόσφατα. Αν μπορούσαν να 'ναι απόλυτα σίγουροι ότι αυτή ήταν η έξοδος που γυρεύαν, όλα τούτα τα σημάδια θα τον γέμιζαν χαρά. 'Ομως δεν τους ήταν καθόλου ευχάριστη η σκέψη ότι προχωρούσαν σ' ένα λαγούμι που ολοένα στένευε, πράμα που μετά θα δυσκόλευε την επιστροφή τους.rnΤελικά, η οροφή έφτασε να 'ναι τόσο χαμηλή που ο Λασπομούρμουρος κι ο Πρίγκιπας κουτουλάγαν πάνω της. Οι σύντροφοι ξεκαβαλίκεψαν και συνέχισαν, μπροστά αυτοί, πίσω τ' άλογα. O δρόμος ήταν ανώμαλος τόπούς τόπους κι έπρεπε να προσέχεις πολύ πού πάταγες. Αυτό έκανε την Τζιλ να προσέξει ότι το σκοτάδι γινόταν όλο και πιο βαθύ. 'Ηταν βέβαιο αυτό. Τα πρόσωπα των άλλων τής φαίνονταν πιο αλλόκοτα και τρομαχτικά στην πρασινωπή ανταύγεια. Κι ύστερα, ξαφνικά (δεν κρατήθηκε) της ξέφυγε μια κραυγή. 'Ενα φως, αυτό που 'ταν μπροστά τους, έσβησε. Το ίδιο κι αυτό που ήταν πίσω τους. Κι ύστερα έπεσε απόλυτο σκοτάδι.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/PqQ7MGr.jpg


«Κουράγιο, φίλοι μου» ακούστηκε η φωνή τον Πρίγκιπα Ριλιανού. «Είτε ζήσουμε είτε πεθάνουμε, ο Ασλάν θά 'ναι ο καλός μας κύριος.»rn«Έτσι είναι, Κύριε μου» είπε ο Λασπομούρμουρος. «Και να μην ξεχνάμε ούτε στιγμή ότι υπάρχει και κάτι καλό στο ότι έχουμε παγιδευτεί εδώ μέσα: θα γλιτώσουμε τα έξοδα της κηδείας.»rnΗ Τζιλ ίσα που κρατήθηκε να μην πει τίποτα. (Αν δε θέλετε να πάρουν οι άλλοι μυρωδιά πόσο τρομοκρατημένοι είστε, αυτό είναι το πιο σοφό πράγμα που έχετε να κάνετε: γιατί αυτό που σε προδίδει είναι η φωνή σου.)rn«Δε μου λέτε, αντί να καθόμαστε εδώ, δεν προχωράμε καλύτερα;» είπε ο Ευστάθιος. Σαν άκουσε το τρέμουλο της δικής τον φωνής, η Τζιλ σκέφτηκε τι καλά που είχε κάνει να μη βασιστεί στη δική της.rnO Λασπομούρμουρος κι ο Ευστάθιος προχώρησαν πρώτοι με τα χέρια τεντωμένα μπροστά τους, μην τυχόν και κουτουλήσουν πουθενά: η Τζιλ κι ο Πρίγκιπας ακολουθούσαν οδηγώντας τ' άλογα.rn«Δε μου λέτε» ακούστηκε πάλι λίγο αργότερα η φωνή τον Ευστάθιου, «έχουν πάθει τίποτα τα μάτια μου ή είναι φως κείνο κει ψηλά;»rnΠριν προλάβει να τον απαντήσει κανείς, ο Λασπομούρμονρος φώναξε: «Στοπ. Δεν πάει άλλο. Κι αυτό που πιάνω είναι χώμα, δεν είναι βράχος. Τι είπες, Στούμποου;»rn«Μα το Λιοντάρι» είπε ο Πρίγκιπας, «θαρρώ πως ο Ευστάθιος έχει δίκιο. Κάτι βλέπω σαν...»rn«'Οχι πάντως σαν το φως της μέρας» είπε η Τζιλ. «Εγώ το μόνο που βλέπω είναι ένα πράμα σαν κρύο γαλάζιο φως.»rn«Ε, και λοιπόν; Δε σου φτάνει δηλαδή;» είπε ο Ευστάθιος. «Το θέμα είναι μπορούμε να φτάσουμε μέχρι εκεί;»rn«Δεν είναι ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας» είπε ο Λασπομούρμιουρος. «Δηλαδή, από πάνω μας είναι, αλλά βγαίνει από αυτόν τον τοίχο πον ακούμπησα. Δε μου λες,rnΠόουλ, δεν έρχεσαι να σε σηκώσω στους ώμους μου μπας και φτάσεις μέχρις εκεί;»

……………………»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →