HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Υπόγειος κόσμος σε σύστημα σπηλαίων, στη Νάρνια - I

Topic #1735 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 40 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #9722 • 26 Feb 2009, 19:59 UTC
Πηγή: το βιβλίο «Ο ασημένιος θρόνος», 4ο βιβλίο από «τα Χρονικά της Νάρνια», του Κ.Σ. Λιούις (The Silver Chair – The Chronicles of Na
ia – C.S. Lewis, 1898-1963) σε εικονογράφηση Pauline Baynes και μετάφραση στα ελληνικά της Άννας Γκέρτσου - Σαρρή από τις εκδόσεις Κέδρος, Γ. Γενναδίου 3, 10678 Αθήνα, τηλ. 210 3809712, www.kedros.gr, mail: books@kedros.gr, ISBN: 978-960-04-1100-3, Μάρτιος 2007.

«………………….

«'Ηρεμα, ήρεμα» είπε ο Λασπομούρμουρος. «Μην κοιτάτε πίσω. Μη βιάζεστε. Κάντε ό,τι θέλετε, μοναχά μην τρέξετε. Να φαίνεται σαν να βγήκαμε για βόλτα έτσι, και να μας δει κανείς, δεν αποκλείεται, είναι πιθανό δηλαδή, να μην ασχοληθεί μαζί μας. Από τη στιγμή που θα δείξουμε ότι τρέχουμε για να το σκάσουμε, είμαστε χαμένοι.»
O δρόμος για την Ερειπωμένη Πόλη της φάνηκε της Τζιλ πολύ πιο μακρύς απ' όσο περίμενε. Ωστόσο λίγο λίγο, κάλυπταν την απόσταση. Ξαφνικά κάτι άκουσαν. Οι άλλοι δυο μείνανε με κομμένη την ανάσα, η Τζιλ που δεν κατάλαβε τι ήταν ρώτησε: «Τι 'ναι αυτό;»
«Κυνηγετικό κέρας» ψιθύρισε ο Ευστάθιος.
«Μην τρέξετε ούτε και τώρα» είπε ο Λασπομούρμουρος. «Μέχρι που να σας πω.»
Αυτή τη φορά η Τζιλ δεν άντεξε να μη ρίξει μια ματιά πίσω της. Στ' αριστερά τούς, κάπού μισό μίλι μακριά, είδε την παρέα των κυνηγών να επιστρέφει.
Συνέχισαν να βαδίζουν. Ξαφνικά από τη μεριά των γιγάντων ακούστηκε οχλοβοή: κι ύστερα φωνές και χαιρετούρες.
«Μας είδαν. Τρεχάτε!» είπε ο Λασπομούρμουρος.
Η Τζιλ μάζεψε τη μακριά της φούστα - τι φοβερό πράμα να τρέχεις έτσι ντυμένος - και το 'βαλε στα πόδια. Τώρα σίγουρα την είχαν άσχημα. Άκουγε τον ήχο που έκαναν τα κυνηγετικά κέρατα. Άκουγε και τη φωνή του Βασιλιά που ωρυόταν: «Πιάστε τους, πιάστε τους, αλλιώς δεν έχει ανθρωποπίτες αύριο!»
Τώρα είχε ξεμείνει πίσω, μπουρδουκλωμένη σ' αυτό το φόρεμα, να σκουντουφλάει πάνω σε χαλαρές πέτρες, το μαλλί να της χώνεται μέσα στο στόμα, να της πονάει το στήθος από την τρεχάλα. Τα κυνηγιάρικα σκυλιά τους είχαν πλησιάσει ακόμα πιο πολύ. Τώρα έπρεπε ν' ανέβει τρέχοντας το λόφο, την ανηφόρα μιας πλαγιάς όλο πέτρα που οδηγούσε στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της σκάλας των γιγάντων. Ιδέα δεν είχε τι θα κάναν σαν θα φτάναν εκεί, ούτε και τι έβγαινε με το να φτάσουν στην κορυφή. Αλλά ούτε που ήθελε να το σκέφτεται. Τώρα έμοιαζε με κυνηγημένο ζώο: την κυνηγούσε μια αγέλη κι εκείνη έπρεπε να τρέχει μέχρι που να πέσει ξερή.
Ο Βαλτο-Ψηλολέλεκας έτρεχε μπροστά. Μόλις έφτασε στο πρώτο σκαλί σταμάτησε, κοίταξε για λίγο στα δεξιά τον κι άξαφνα όρμησε μέσα σε ένα μικρό άνοιγμα ή ρωγμή στη βάση τον σκαλιού. Καθώς χανόταν, τα μακριά τον πόδια έμοιαζαν ίδια κι απαράλλαχτα με αράχνης. Ο Ευστάθιος για λίγο κοντοστάθηκε και μετά χώθηκε κι αυτός ξοπίσω τον. Η Τζιλ, τρέχοντας με την ψυχή στο στόμα, έφτασε κι αυτή με διαφορά ενός λεπτού. Δεν της καλοφάνηκε τούτη η τρύπα - μια σχισμή ανάμεσα στο έδαφος και στην πέτρα, μακριά κάνα μέτρο κι όσο για ύψος ζήτημα να 'φτανε τους πενήντα πόντούς. Έπρεπε να φάει η μούρη σου χώμα και να σουρθείς για να μπεις μέσα. Κι ούτε που γινόταν αυτό στα γρήγορα. Ήταν σίγουρη ότι πριν μπει ολόκληρη μέσα, η φτέρνα της θά 'χε μείνει στα δόντια κάποιον σκύλου.



«Γρήγορα, γρήγορα. Πέτρες. Γεμίστε το άνοιγμα» ακούστηκε η φωνή του Λασπομούρμουρου μέσα στο σκοτάδι δίπλα της. 'Ηταν θεοσκότεινα εκεί μέσα, εκτός από το γκρίζο φως πού έμπαινε από το άνοιγμα απ' όπου χώθηκαν εκείνοι. Οι άλλοι δύο είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Έβλεπε τα μικρά χέρια του Ευστάθιου και τα πελώρια βατραχίσια χέρια του Βαλτο-Ψηλολέλεκα, σκούρα κόντρα στο φως, να κινούνται μ' απόγνωση σωρεύοντας πέτρες. Κατάλαβε τότε τη σημασία αυτής της δουλειάς κι αμέσως βάλθηκε να ψαχουλεύει κι αυτή για μεγάλες πέτρες και να τους τις δίνει. 'Ωσπου να πιάσουν τα σκυλιά τα γαβγίσματα και τα ουρλιαχτά στο στόμιο της σπηλιάς, αυτοί το είχαν κιόλας ολότελα φράξει: μένοντας βέβαια τώρα στο απόλυτο σκοτάδι.rn«Προχωράτε πιο μέσα! Γρήγορα!» ακούστηκε η φωνή τον Λασπομούρμουρου.rn«Να κρατιόμαστε απ' το χέρι» είπε η Τζιλ.rn«Καλή ιδέα» είπε ο Ευστάθιος. Μέσα στο σκοτάδι, όμως, κάναν εκατό ώρες για να βρει ο ένας το χέρι τον άλλον. 'Εξω από το φραγμένο στόμιο τώρα, τα σκυλιά μύριζαν με μανία.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/PqimFKr.jpg


«Για να δούμε μπας και μπορούμε να σταθούμε όρθιοι» πρότεινε ο Ευστάθιος. Δοκίμασαν και πράγματι μπορούσαν. Μετά, ο Λασπομούρμουρος με το χέρι πίσω να κρατάει τον Ευστάθιο, κι ο Ευστάθιος με το χέρι πίσω να κρατάει την Τζιλ (που ευχόταν να ήταν η μεσαία κι όχι η τελευταία της παρέας) άρχισαν να προχωρούν ανιχνεύοντας το έδαφος με τα πόδια και παραπατώντας στο μαύρο σκοτάδι. Κάτω από τα πόδια τους δεν είχε παρά πέτρες χαλαρές. Κάποια στιγμή, ο Λασπομούρμουρος έφτασε σ' έναν τοίχο πέτρινο. 'Εστριψαν δεξιότερα και συνέχισαν. Υπήρχαν κι άλλες στροφές και γωνίες. Η Τζιλ δεν είχε ιδέα κατά πού πήγαιναν κι ούτε κατά πού έπεφτε το στόμιο της σπηλιάς.rn«Το θέμα είναι» ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι η φωνή τον Λασπομούρμουρου που προπορευόταν, «αν συγκρίνουμε τη μια κατάσταση με την άλλη, τι θα 'ταν προτιμότερο: να γυρίσουμε πίσω (αν μπορούμε φυσικά) και να προσφέρουμε στους γίγαντες έναν ωραίο μεζέ για τη γιορτή τους, ή να χαθούμε μέσα στα σπλάχνα του βουνού που χίλια τα εκατό θα 'χει και κανά δράκο, και τρύπες χωρίς πάτο, κι αέρια και νερά και - Ωχ! Άσ' το χέρι μου! Κοιτάξτε εσείς να γλιτώσετε. Εγώ...»rn'Υστερα όλα έγιναν γρήγορα. Μια άγρια κραυγή, ένα σούρσιμο, σκόνη, χαλίκια και πέτρες που κροτάλιζαν και η Τζιλ βρέθηκε να γλιστράει και να γλιστράει δίχως καμιά ελπίδα, να γλιστράει με ταχύτητα που ολοένα μεγάλωνε κατρακυλώντας σε μια πλαγιά πού γινόταν όλο και πιο απότομη. Δεν επρόκειτο για καμιά κατηφόρα με μαλακό, σταθερό έδαφος, αλλά μια κατηφόρα γεμάτη χαλίκια και πετραδάκια. Και να μπορούσες να σταθείς, δεν κέρδιζες τίποτα. 'Οπου και να πατούσες το πόδι σου σε τούτη την πλαγιά, το έδαφος έφευγε παρασέρνοντας και σένα μαζί. Η Τζιλ ήταν περισσότερο ξαπλωτή παρά καθιστή. Κι όσο περισσότερο μάκρος έπαιρνε αυτή η τσουλήθρα, τόσο πιο πολύ αναστατώνονταν όλες αυτές οι πέτρες και το χώμα. Θα 'λεγες λοιπόν ότι αυτή η γενική ορμητική κουτρουβάλα των πάντων, μαζί και των παιδιών, πολλαπλασιαζόταν σε ταχύτητα, εκκωφαντικό θόρυβο, σκόνη και χώμα. Από τις δυνατές κραυγές και τις (βλαστήμιες των άλλων δύο, η Τζιλ αντιλαμβανόταν ότι πολλές από τις πέτρες που τινάζονταν από κείνη βρίσκανε στόχο τον Ευστάθιο και το Λασπομούρμουρο. Τώρα η Τζίλ πήγαινε με μια τρελή ταχύτητα κι ήταν σίγουρη ότι, ώσπού να φτάσει στο τέρμα, θα είχε γίνει χίλια κομματάκια.rnΣαν από θαύμα, αυτό δε συνέβη. Ήταν μια μάζα μολωπισμένη, κι αυτό το υγρό πράμα πάνω στο πρόσωπό της που κόλλαγε ήταν αίμα. Κι όλος αυτός ο σωρός από χώμα, βότσαλα και κροκάλες πού σωρεύτηκαν σαν βουνό τριγύρω της (σε κάποιο βαθμό κι από πάνω της) δεν την άφηναν να σηκωθεί. 'Ηταν τόσο το σκοτάδι που είτε είχες τα μάτια σον ανοιχτά είτε κλειστά, δεν άλλαζε τίποτε. Δεν ακουγόταν ήχος κανείς. Κι αυτή ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής της. Ας πούμε ότι ήταν ολομόναχη: ας πούμε ότι οι άλλοι... Και τότε ένιωσε κάτι ν' αναδεύεται κοντά της. Κι αμέσως, και οι τρεις μαζί, με τρεμάμενη φωνή, άρχισαν να λένε ότι καταπώς φαινόταν δεν είχαν κανένα κόκαλο σπασμένο.rn«Δε θα μπορέσουμε ποτέ να ξανανέβουμε!» ακούστηκε η φωνή του Ευστάθιου.rn«Καλέ, είδατε ζέστα πού την έχει;» η φωνή τον Λασπομούρμουρου. «Πάει να πει ότι βρισκόμαστε σε μεγάλο βάθος. Μπορεί και κανά μίλι.»rnΔεν είπε λέξη κανείς. Λίγο αργότερα ο Λασπομούρμουρος πρόσθεσε:rn«Μου 'φυγε το κατσαρολάκι».

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aVi5aoJ.jpg


rnΜετά από άλλη μια μεγάλη παύση, η Τζιλ είπε: «'Εχω μια δίψα!» Κανένας δεν πέταξε κάποια πρόταση για την επόμενη κίνηση. 'Ηταν ολοφάνερο πως δεν υπήρχε καμιά διέξοδος. Για την ώρα, δεν το 'χαν πάρει και τόσο άσχημα όπως θα περίμενε κανείς: κι αυτό, γιατί ήταν ολότελα εξουθενωμένοι.rnΠολύ πολύ αργότερα, δίχως την παραμικρή προειδοποίηση, ακούστηκε μια εντελώς αλλόκοτη φωνή. Στη στιγμή κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο για τη φωνή πού κατά βάθος λαχταρούσαν ν' ακούσουν περισσότερο από κάθε άλλη στον κόσμο: τη φωνή τον Ασλάν. Αυτή ήταν μια σκοτεινή, άχρωμη φωνή - μια φωνή μαύρη σαν την πίσσα, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. H φωνή είπε:rn«Τι σας φέρνει εδώ, πλάσματα τον Επάνω Κόσμου;»

………………………………..»

rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →