Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/gxUqqSS.jpg
Σημείωση: η αφίσσα είναι από την ομώνυμη ταινία του '60 και η σελίδα από το "Κλασσικό Εικονογραφημένο".
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq1YEBXA.jpg
rn«……………..
Όσο μπορούσα να δω, ο πλούτος και n αφθονία της κοιλάδας του Τάμεση, κυριαρχούσαν παντού. Από κάθε λόφο που ανέβαινα, έβλεπα την ίδια αφθονία από θαυμάσια κτίρια, που παρουσίαζαν μια ατέλειωτη ποικιλία σε υλικά και ρυθμούς. Και παντού συμπλέγματα από αειθαλείς θάμνους, δέντρα φορτωμένα με ανθούς κλπ. Εδώ κι εκεί το νερό έλαμπε σαν ασήμι και πιο μακριά, n γη υψωνόταν σε γαλάζιους κυματιστούς λόφους και έσβηνε μέσα στη γαλήνη τον ουρανού.rn'Ενα άλλο πράγμα που τράβηξε σε λίγο την προσοχή μου ήταν η παρουσία μερικών κυκλικών πηγαδιών.rnΟρισμένα από αυτά έδειχναν πολύ μεγάλο βάθος. Το ένα βρισκόταν στο μονοπάτι που ακολούθησα στην πρώτη μου ανάβαση στον λόφο. 'Οπως και τα άλλα, είχε ένα στεφάνι από μπρούντζο με περίεργη κατεργασία και προστατευόταν από τη βροχή μ' ένα μικρό θολωτό στέγαστρο. Κάθισα στην όχθη ενός τέτοιον πηγαδιού και κοίταξα κάτω βαθιά, αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω γυάλισμα νερού ούτε καμιά αντανάκλαση όταν άναψα ένα σπίρτο. Σ' όλα όμως τα πηγάδια άκουσα έναν περίεργο θόρυβο: ντουμπ, ντουμπ, ντουμπ, σαν το χτύπημα μεγάλης μηχανής και διαπίστωσα από το παίξιμο της φλόγας τον σπίρτου ότι κάποιο σταθερό ρεύμα αέρα φυσούσε στο βάθος των πηγαδιών. Μετά, έριξα μέσα ένα κομμάτι χαρτί, που αντί να Πέσει, αργά προς τα κάτω, ρουφήχτηκε και εξαφανίστηκε μονομιάς.rn………………………..rnΕίχα τώρα μια εξήγηση για τη σημασία αυτών των πηγαδιών, για τους πύργους εξαερισμού και το μυστήριο των φαντασμάτων. Χωρίς να πω τίποτε για μια υποψία μου σχετικά με τις μπρούντζινες θύρες και την τύχη της χρονομηχανής μου. Παράλληλα, άρχισε να σχηματίζεται μια ακαθόριστη ιδέα σχετικά με τη λύση του οικονομικού προβλήματος.rnΚαι να n καινούρια άποψη. Σαφώς, αυτό το δεύτερο είδος ανθρώπου ήταν υπόγειο. Τρία ιδίως περιστατικά μ' έκαναν να πιστεύω ότι αυτή η σπάνια άνοδος του στον πάνω κόσμο ήταν αποτέλεσμα μιας συνήθειας που συνεχιζόταν από καιρό. Πρώτα απ' όλα, εκείνο το ξεπλυμένο άσπρο χρώμα ήταν κοινό στα περισσότερα ζώα που ζουν συνήθως στο σκοτάδι, λόγου χάρη τα άσπρα ψάρια στις σπηλιές του Κεντάκι. Έπειτα, εκείνα τα μεγάλα μάτια, με την ιδιότητα να αντανακλούν στο φως, είναι επίσης κοινά χαρακτηριστικά των νυκτόβιων ζώων – παράδειγμα n κουκουβάγια και n γάτα. Και τελευταία, n ολοφάνερη ταραχή τούς στο φως τον ήλιου, εκείνη n βιαστική κι άτσαλη φυγή προς το σκοτάδι και κείνη n περίεργη θέση τον κεφαλιού όσο βρισκόταν στο φως, όλα επιβεβαίωναν τη θεωρία για την εξαιρετική ευαισθησία τον αμφιβληστροειδούς.rnΘα πρέπει λοιπόν n γη κάτω από τα πόδια μου να είναι σκαμμένη σε στοές, και αυτές οι γαλαρίες θα είναι n κατοικία της Νέας Φυλής. Η παρουσία των φρεάτων αερισμού και των πηγαδιών στις πλαγιές τον λόφου, αλλά και παντού σχεδόν, εκτός από την κοιλάδα τον ποταμού, φανέρωνε πόσο εκτεταμένες ήταν οι διακλαδώσεις τους. Τότε, λοιπόν, θα ήταν φυσικό να υποθέσω ότι σ' αυτόν τον υπόγειο κόσμο γινόταν όλη η εργασία που ήταν απαραίτητη για την άνεση τον επάνω κόσμου. rn……………………
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq1YF2o9.jpg
Αποφάσισα να πραγματοποιήσω την κάθοδο χωρίς άλλο χάσιμο χρόνου, και ξεκίνησα νωρίς το πρωί προς ένα πηγάδι πoυ βρισκόταν κοντά στα ερείπια από γρανίτη και αλουμίνιο.rnΗ μικρόσωμη Γουίνα έτρεξε κοντά μου. Χοροπηδούσε δίπλα μου καθώς πήγαινα προς το πηγάδι, αλλά όταν με είδε να σκύβω πάνω από το στόμιο και να κοιτάω κάτω, έδειξε μια παράξενη ταραχή. «Αντίο, μικρή μου Γουίνα», της είπα και την φίλησα. Κατόπιν, την εγκατέλειψα και άρχισα να ψάχνω το πρόχωμα για να βρω τους γάντζους της σκάλας. Έδειχνα μεγάλη βιασύνη, οφείλω να το ομολογήσω, από φόβο μήπως με εγκαταλείψει το κουράγιο μου! Στην αρχή, n Γουίνα με παρακολουθούσε κατάπληκτη. Μετά, άφησε μια αξιοθρήνητη κραυγή και, ορμώντας πάνω μου, άρχισε να με τραβά με τα μικρά της χέρια. Νομίζω ότι rι αντίστασή της μου δυνάμωνε την απόφαση να προχωρήσω. Την έδιωξα από πάνω μου, ίσως κάπως τραχιά, και την επόμενη στιγμή βρισκόμουν μέσα στο στόμιο τον πηγαδιού. Είδα τη γεμάτη αγωνία έκφραση της πάνω από το πρόχωμα και χαμογέλασα για να την καθησυχάσω. Αμέσως μετά αναγκάστηκα να κοιτάξω κάτω στους όχι και τόσο σταθερούς γάντζους που πατούσα. Θα έπρεπε να συρθώ κάτω στο πηγάδι περίπου 80 μέτρα. Η κάθοδος γινόταν από τις μεταλλικές προεξοχές που ξεπρόβαλλαν από τα τοιχώματα του πηγαδιού, αλλά επειδή, αυτές ήταν κατάλληλες για ένα πλάσμα πολύ μικρότερο και ελαφρύτερο από μένα, σύντομα ένιωθα σαν δαρμένος και κουρασμένος από την κάθοδο. Αλλά όχι απλώς κουρασμένος! Μια από τις προεξοχές λύγισε ξαφνικά από το βάρος μου και παραλίγο να με εκτοξεύσει κάτω, στο μαύρο σκοτάδι. Για λίγο κρατήθηκα με το ένα μου χέρι και μετά απ' αυτό το πάθημα δεν ξανατόλμησα να ακουμπήσω. Αν και πονούσαν δυνατά τα χέρια και n πλάτη μου, συνέχισα να κατεβαίνω τον απότομο κατήφορο, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Όταν έριχνα καμιά ματιά πάνω, έβλεπα το άνοιγμα του πηγαδιού σαν ένα μικρό γαλάζιο δίσκο, μέσα στον οποίο διέκρινα ένα αστέρι, ενώ το κεφάλι της Γουίνα φαινόταν σαν μια στρογγυλή μαύρη σκιά. O βαρύς ήχος κάποιας μηχανής από κάτω, γινόταν όλο και πιο δυνατός και πιο ενοχλητικός. Όλα, εκτός από τον μικρό γαλάζιο δίσκο επάνω μου, ήταν τυλιγμένα σε μαύρο σκοτάδι και όταν ξανακοίταξα πάνω, n Γουίνα είχε εξαφανιστεί.rnΒρισκόμουν σε κατάσταση αγωνίας και ανησυχίας. Μου ήρθε n σκέψη ν' ανέβω πάλι πάνω και να παρατήσω τον κάτω κόσμο στην ησυχία τον. Αλλά κι όταν ακόμα n σκέψη αυτή γύριζε στο νου μου, συνέχιζα να κατεβαίνω. Στο τέλος, με μεγάλη ανακούφιση είδα αμυδρά να ξεχωρίζει δίπλα στα δεξιά μου μια στενή τρύπα στον τοίχο. Στριμώχτηκα μέσα και κατάλαβα πως ήταν το στόμιο μιας οριζόντιας στοάς, όπου μπορούσα επιτέλους να ξαπλώσω και να ξεκουραστώ. Ευτυχώς, γιατί δεν άντεχα άλλο. Τα χέρια μου πονούσαν, η πλάτη μου με αγκύλωνε κι έτρεμα από τον παρατεταμένο φόβο της πτώσης. Εκτός απ' αυτό, το πηχτό σκοτάδι ασκούσε μια καταθλιπτική επίδραση στα μάτια μου. O αέρας ήταν γεμάτος από τον βόμβο και τον χτύπο των μηχανών που αντλούσαν αέρα προς το πηγάδι.rn……………………..rnΑυτή n ανάβαση μου φαινόταν ατέλειωτη. Ύστερα από είκοσι ή τριάντα βήματα ένιωσα μια θανατερή ναυτία. Δυσκολευόμουν πάρα πολύ να κρατηθώ. Τα τελευταία λίγα μέτρα ήταν μια φοβερή πάλη εναντίον αυτής της λιποθυμίας. Κάμποσες φορές το κεφάλι μου έπεσε κι ένιωσα ολόκληρη την αίσθηση ότι κατρακυλούσα. Επιτέλους, όμως, πιάστηκα από το στόμιο τον πηγαδιού και με μια αγωνιώδη κίνηση βρέθηκα στο εκτυφλωτικό φως τον ήλιού. Έπεσα μπρούμυτα. Ακόμα και το χώμα μου μύριζε ωραία και καθαρά. rn………………………rnΚαι τώρα έβλεπα το ίδιο όμορφο τοπίο, την ίδια πλούσια βλάστηση…rn………………………rnΚαι σαν μελανά σημεία υψώνονταν ορισμένοι θόλοι, στα σημεία που οδηγούσαν στον κάτω κόσμο. Τώρα κατάλαβα τι έκρυβε η ομορφιά του πάνω κόσμου.
………………………»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα