Κι ο Μεγάλος Τροχός συνεχίζει να γυρίζει……
Πηγή: Το διήγημα «Η ιστορία του ερημίτη Άλα εν Ντιν» από το βιβλίο «Περί Αγγέλων και Δαιμονίων» του Αργύρη Χιόνη, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Μαυρομιχάλη 18, Αθήνα 10680, τηλ. 210 3636514, 2007, ISBN: 978-960-336-293-7.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1c0WOS.jpg
rn«…….
Ολομόναχος πια στον κόσμο, ο Άλα εν Ντιν, κι αναγκασμένος να παλεύει αδιάκοπα με μύριους πειρασμούς, αποφάσισε μια μέρα να εγκαταλείψει την αμαρτωλή πολιτεία και να πάει ν' ασκητέψει στο Βουνό της Σοφίας, ένα φαλακρό, άγριο βουνό πού υψωνόταν πέρα, μακριά, στην άλλη άκρη του τεράστιου κάμπου της Θολούλ. Ένα πρωί λοιπόν, παίρνοντας μαζί του μόνον ελάχιστα, απαραίτητα πράγματα, κίνησε, δίχως v' αποχαιρετήσει κανέναν, για το μέρος όπου, όπως σκεφτόταν, θα πέρναγε όλη την υπόλοιπη ζωή του.rnΜετά από πορεία επτά ημερών, έφτασε στο φρύδι του βουνού και, περνώντας το, για να μην μπορεί πια ούτε από μακριά να αντικρίζει την άνομη Θολούλ, βρήκε μια σπηλιά, με μια μικρή πλατωσιά μπροστά της, κι εκεί εγκαταστάθηκε και ένιωσε, για πρώτη φορά στη ζωή του, πραγματική γαλήνη και βαθιά ευτυχία.rnΣ' αυτή την ερημιά, τρώγοντας άγρια χόρτα και πίνοντας βρόχινο νερό, ό 'Αλα εν Ντιν επιδόθηκε αναπόσπαστος στους διαλογισμούς και τις ενοράσεις του, κι όσο περνούσανε τα χρόνια τόσο και πιο σοφός γινότανε, τόσο και πιο πολύ του ανοίγονταν μυστήρια της φύσης και της ύπαρξης πού, άλλοτε, του ήτανε ερμητικά κλεισμένα. Ώσπου, κάποια στιγμή, ανακάλυψε πώς είχε αποχτήσει ικανότητες παράξενες. Μπορούσε, για παράδειγμα, συγκεντρώνοντας τη σκέψη του, να μετακινεί βράχους, να ζεσταίνει, ως τον ιδρώτα, το γυμνό κορμί του, μες στο καρδιοχείμωνο, να νιώθει χορτάτος σαν μετά το πλουσιότερο γεύμα και μεθυσμένος σαν νά 'χε αδειάσει αμέτρητα ποτήρια αψύ κρασί.rnΘά 'τανε γύρω στα πενήντα του, όταν ανακάλυψε με έκπληξη και δέος ότι μπορούσε να βλέπει τα πάντα στον κόσμο, όσο μακριά κι αν βρίσκονταν αυτά κι όσα εμπόδια κι αν παρεμβάλλονταν στο μεσοδιάστημα. Λέω «και δέος» γιατί η αμαρτωλή Θολούλ, η αιτία της φυγής του απ’ τα εγκόσμια, πλημμύρισε ξανά με τις άσεμνες εικόνες της την όραση του και τη σκέψη του, με τέτοια καθαρότητα και τέτοια ζωντάνια, που λες και ζούσε πάλι μέσα της ή, ακόμη χειρότερα, λες και τώρα ζούσε αυτή μέσα του.rnΟ Άλα εν Ντιν κατάλαβε τότε ότι ήταν ανώφελο να ζει και ν’ ασκητεύει σ΄εκείνο το βουνό ή σε οποιοδήποτε άλλο βουνό πιο μακρινό, αφού κι απ’ την αντίστροφη οδό, αυτή της αγιότητας, είχε ξαναφθάσει στη Θολούλ. Σίγουρος λοιπόν ότι αυτή ήταν η Θεία Βούληση και ότι η Θολούλ ήταν γι’ αυτόν η πόλη της επαγγελίας, εγκατέλειψε τη σπηλιά του και επέστρεψε ανάμεσα στους έκλυτους συμπολίτες του.rnΟ δούλος του Θεού Άλα εν Ντιν, υποτασσόμενος στα άνωθεν κελεύσματα, έζησε την υπόλοιπη ζωή του εν πλήρη ακολασία.rnΠέθανε, σε προχωρημένη ηλικία, ειρηνικά, στην αγκαλιά μιας πόρνης, μετά από ολονύχτιο παραδείσιο όργιο. Η ψυχή του συγκαταλέχθηκε μεταξύ των αγγέλων που περιστοιχίζουν Εκείνον που είναι Κύριος και Δημιουργός και του Καλού και του Κακού.rn……….»
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα