Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV6Nse0.jpg
rn«………………..rnΜιά φορά κάθε εφτά χρόνια ο Δούκας διασχίζει το Κιλντέρ καβάλα σ' ένα άτι, που τ' ασημένια του πέταλα ήταν χοντρά μισή ίντσα όταν εξαφανίστηκε. Κι όταν αυτά τα πέταλα λιώσουν τόσο ώστε να γίνουνε λεπτά σαν γατίσιο αυτί, τότε ο Δούκας θα ξαναζωντανέψει, θα πολεμήσει σε μια μεγάλη μάχη με τους Άγγλους και θα βασιλέψει στην Ιρλανδία για σαράντα χρόνια (την τελευταία φορά που φάνηκε ο Δούκας Τζέραλντ, τα πέταλα του αλόγου του ήταν λεπτά σαν εξάπενο).rnΟ Δούκας κι οι ιππότες του κοιμούνται τώρα μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά, στο παλιό φρούριο του Μαλαχμάστ. Στη μέση της σπηλιάς υπάρχει ένα μακρύ τραπέζι. Ο Δούκας κάθεται στην κορυφή κι οι αρματωμένοι καβαλάρηδες στις δυο πλευρές, με τα κεφάλια τους γερμένα στο τραπέζι. Τ' άλογα τους, σελωμένα, με τα χαλινάρια περασμένα στο λαιμό, στέκονται πίσω απ' τους κυρίους τους στα χωρίσματα τους. Όταν έρθει η ώρα, ο γιος του μυλωνά, που θα γεννηθεί εξαδάχτυλος, θα φυσήξει την τρομπέτα του και τ' άλογα θα σκάψουν με τα πόδια τους το χώμα της σπηλιάς και θα χλιμιντρίσουν κι οι ιππότες θα ξυπνήσουν και θα τα καβαλήσουν και θα πάνε στη μάχη.rnΤη νύχτα, κάθε εφτά χρόνια, που ο Δούκας περνάει με τ' άλογο του απ' το Κούρουχ, την είσοδο της σπηλιάς μπορεί να τη δει ο κάθε περαστικός. Δεν πάνε εκατό χρόνια που ένας έμπορος άλογων, που είχε ξενυχτήσει κι ήταν λίγο πιωμένος, είδε τη φωτισμένη σπηλιά και μπήκε μέσα. Τα παράξενα φώτα, η ακινησία κι η σιωπή κι οι άντρες με την πανοπλία τον τρόμαξαν για τα καλά και ξεμέθυσε στο λεπτό. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν και τα γκέμια του άλογου του έπεσαν πάνω στις πέτρες. Ο μικρός αυτός κρότος αντήχησε πέρα ως πέρα στη βαθιά σπηλιά κι ένας απ' τους ιππότες που ήταν πιο κοντά του ανασήκωσε το κεφάλι του κι είπε με μια βαθιά, τραχιά φωνή: «Ήρθε η ώρα;» Ευτυχώς που τού 'κοψε του ανθρώπου να πει «Όχι ακόμα, αλλά δεν αργεί», κι η βαριά περικεφαλαία έγειρε πάλι πάνω στο τραπέζι. Ο έμπορος των αλόγων βιάστηκε να το σκάσει, κι από τότε δεν έχω ξανακούσει νά 'χει μπει κανείς στη σπηλιά.rn……………….»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα