HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

"Ιδιαίτερος" έρωτας σε σπήλαιο της ερήμου

Topic #1547 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 37 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #8633 • 17 May 2008, 19:49 UTC
Πηγή: Το αλληγορικό διήγημα «Πάθος στην έρημο» (Une passion dans le Desert) από το 1830, του Ονορέ Μπαλζάκ (Honore de Balzac, 1799 – 1850), γύρω από τον «ιδιαίτερο» έρωτα μεταξύ ενός στρατιώτη και μιας… λεοπάρδαλης (!) σε ένα σπήλαιο της ερήμου, ένα κείμενο εξαιρετικής κομψότητας σε μια εξίσου εξαιρετική και καλαίσθητη ελληνική έκδοση: μετάφραση Σοφίας Διονυσοπούλου, εκδόσεις Άγρα – Σταύρος Πετσόπουλος, 1998, Φωκιανού 7 – Στάδιο, 11635 Αθήνα, Τηλ. 210 7011461, Fax: 210 7018649, ISBN: 960-325-265-4.
Εικόνα: Eugene Delacroix (1798 – 1863), Δύο τίγρεις στο άντρο τους κοντά σ’ ένα νεκρό άλογο (ακουαρέλα και γκουάς, περ. 1834)



Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV1Q3Q0.jpg




«………………………rnΚοιτώντας γύρω του τον μαύρο και γαλάζιο τόπο, ο στρατιώτης άρχισε να φαντάζεται τη Γαλλία. Αισθανόταν με απόλαυση τα ρυάκια στο Παρίσι, θυμόταν τις πόλεις που είχε διασχίσει, τα πρόσωπα των συντρόφων του και τις πιο ανέμελες στιγμές της ζωής του. Τέλος, η μεσογειακή του φαντασία τον έκανε να δει τα βότσαλα της λατρευτής του Προβηγκίας, μέσα απ' τα παιχνιδίσματα της ζέστης που κυμάτιζε πάνω απ' το απλωμένο πανί της ερήμου. Τρέμοντας όλους τους κινδύνους του άσπλαχνου τούτου αντικατοπτρισμού, κατέβηκε την αντίθετη πλαγιά του λόφου από εκείνη που είχε ανεβεί την προηγουμένη. Προς μεγάλη του χαρά, ανακάλυψε ένα είδος σπηλιάς, φυσικά λαξευμένης, ανάμεσα στα τεράστια κομμάτια του γρανίτη που αποτελούσαν τη βάση του λοφίσκου. Τα υπολείμματα μιας ψάθας έδειχναν πως τούτο το καταφύγιο είχε άλλοτε κατοικηθεί. Έπειτα, λίγα βήματα πιο εκεί, διέκρινε χουρμαδιές φορτωμένες καρπούς. Τότε ξύπνησε μέσα του το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ήλπιζε να ζήσει αρκετά ώστε να προλάβει την επόμενη επίσκεψη των Μαγρεβίνων, ή ν' ακούσει — ποιος ξέρει;— τον ήχο ενός κανονιού διότι, εκείνη την εποχή, ο Βοναπάρτης διέτρεχε την Αίγυπτο. Ζωντανεύοντας από τούτη τη σκέψη, έκοψε κάμποσους ώριμους καρπούς, κάτω απ' το βάρος των οποίων οι χουρμαδιές έμοιαζαν να λυγίζουν, και βεβαιώθηκε, γευόμενος αυτό το μάννα εξ ουρανού, πώς ο κάτοικος της σπηλιάς θα ήταν κι ο καλλιεργητής. Η εύγευστη και δροσερή σάρκα, του χουρμά, πρόδιδε πράγματι τη φροντίδα του προκατόχου της. Ο Προβηγκιανός πέρασε απότομα από τη μαύρη απελπισία σχεδόν στην πιο τρελή χαρά. Ανέβηκε ξανά στην κορυφή του λόφου, και επιδόθηκε την υπόλοιπη ημέρα στην πελέκηση ενός άγονου φοίνικα, ενός από εκείνους που την προηγουμένη του είχαν χρησιμεύσει ως στέγη.rn……………………………rnΚαταπονημένος από τη δουλειά κι από τη ζέστη, αποκοιμήθηκε κάτω απ' τα κόκκινα πετρώματα της υγρής του σπηλιάς. Στη μέση της νύχτας, ο ύπνος του ταράχτηκε από έναν απόκοσμο θόρυβο. Ανασηκώθηκε, κι η βαθιά ησυχία που βασίλευε του επέτρεψε ν' αναγνωρίσει τον διακεκομμένο ήχο μιας αναπνοής που η άγρια ενέργεια της ήταν αδύνατον ν' ανήκε σ' ανθρώπινο πλάσμα. Ένας φόβος βαθύς, διογκωμένος απ' τό σκοτάδι, τη σιωπή και τις παγίδες του ξυπνήματος, πάγωσε την καρδιά του. Αισθάνθηκε μάλιστα, ανεπαίσθητα, ακόμα και την επώδυνη συστολή του δέρματος της κεφαλής του όταν, προσπαθώντας να διαστείλει τις κόρες των ματιών του, διέκρινε στο σκοτάδι δυο λάμψεις κίτρινες κι αχνές. Αρχικά, τις απέδωσε στον εαυτό του σιγά σιγά, όμως, το ισχυρό φως της νύχτας τον έσπρωξε σταδιακά να αναγνωρίσει όλα τα αντικείμενα της σπηλιάς και τότε διέκρινε ένα τεράστιο ζώο πλαγιασμένο σχεδόν πλάι του. Νά 'ταν λιοντάρι, τίγρης η κροκόδειλος; Ο Προβηγκιανός δεν διέθετε την απαιτούμενη μόρφωση για να διακρίνει σε ποιό είδος ανήκε ο εχθρός του, άλλα ο τρόμος του δυνάμωνε ολοένα, όσο η άγνοια του επέβαλλε να υποθέτει τα πάντα. Υποβλήθηκε στο αφόρητο μαρτύριο της ακοής, της κατανόησης των ακκισμών τούτης της αναπνοής, δίχως να χάνει το παραμικρό, και δίχως να τολμά την παραμικρή κίνηση. Μια μυρωδιά δυνατή σαν των αλεπούδων, αλλά περισσότερο διαπεραστική, περισσότερο βαριά, θα έλεγα, απλωνόταν σε όλη τη σπηλιά κι όταν ο Προβηγκιανός τη γεύτηκε με τη μύτη, ο τρόμος του έφτασε στο αποκορύφωμα, διότι ήταν αδύνατον πλέον να αμφιβάλει για την ύπαρξη του τρομερού συντρόφου του, το βασιλικό άντρο του οποίου χρησιμοποιούσε εκείνος ως αντίσκηνο. Σε λίγο, οι ακτίνες της σελήνης πού έτρεχαν προς τον ορίζοντα φωτίζοντας τή φωλιά, άφησαν ανεπαίσθητα να λάμψει το σπιλωτό δέρμα μιας λεοπάρδαλης. Τούτος ο λέων της Αιγύπτου κοιμόταν τυλιγμένος σαν σκύλος χοντρός, ειρηνικός κάτοχος μιας εκλεκτής φωλιάς, φύλακας ενός πανδοχείου. rn…………………………..rnΕκείνη τη στιγμή, η λεοπάρδαλη έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος του και τον κοίταξε επίμονα δίχως να κινηθεί. Η σκληρότητα του μεταλλικού της βλέμματος και ή ανυπόφορη καθαρότητα του έκαναν τον Προβηγκιανό να ριγήσει, ιδίως όταν το ζώο προχώρησε προς το μέρος του την κοίταξε όμως χαϊδευτικά, και παραφυλώντας τη σαν να ήθελε να τη μαγνητίσει, την άφησε να τον πλησιάσει - έπειτα, με μια κίνηση γεμάτη απαλότητα, γεμάτη έρωτα, σαν να ήθελε να χαϊδέψει την ωραιότερη γυναίκα, άγγιξε το σώμα της, απ' την κορυφή ως την ουρά, ερεθίζοντας με τα νύχια του τους ευλύγιστους σπονδύλους που χώριζαν στα δυο την κίτρινη ράχη της λεοπάρδαλης. Το ζώο ανασήκωσε ηδυπαθώς την ουρά του - το βλέμμα του μαλάκωσε - κι όταν, για τρίτη φορά, ο Γάλλος προέβη σ' ετούτη την εσκεμμένη φιλοφρόνηση, εκείνη άφησε ν' ακουστεί ένα γουργουρητό από εκείνα με τα οποία οι γάτες μας εκφράζουν την ευχαρίστηση τους. Αλλά ετούτο το μουρμουρητό έβγαινε από ένα τόσο βαθύ και δυνατό λαρύγγι, ώστε ακούστηκε μες στη σπηλιά σαν τις τελευταίες αντηχήσεις ενός εκκλησιαστικού οργάνου μέσα σε καθεδρικό ναό.rn…………………………………….rnΟ Προβηγκιανός, αντιλαμβανόμενος τη σημασία των χαδιών του, τα διπλασίασε ούτως ώστε να ζαλίσει, να παραλύσει τούτη την τυραννική εταίρα. Όταν βεβαιώθηκε πως είχε σβήσει κάθε άγρια διάθεση της φιλάρεσκης συντρόφου του, η πείνα της οποίας, ευτυχώς, είχε ικανοποιηθεί λίαν επιτυχώς την προηγουμένη, σηκώθηκε και θέλησε να βγει από τη σπηλιά. Η λεοπάρδαλη τον άφησε να φύγει, αλλά όταν πια εκείνος είχε σκαρφαλώσει στον λόφο, πήδηξε με την ελαφρότητα των κοτσυφιών που φτερουγίζουν από κλαδί σε κλαδί, και ήρθε να τριφτεί στα πόδια του στρατιώτη, ορθώνοντας τη ράχη σαν τις γάτες. Έπειτα, κοιτώντας τον προσκεκλημένο της, με βλέμμα λιγότερο αδιάλλακτο, άφησε εκείνη την άγρια κραυγή που οι φυσιοδίφες τη συγκρίνουν με ήχο από πριόνι.rn……………………………………..»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →