Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pqzx0H0.jpg
rn…………………rn«Έπρεπε να λάβω διάφορα πράγματα υπόψη μου: Ιον) το υγιεινό του μέρους και το πόσιμο νερό που ανέφερα και παραπάνω-2ον) μια αποτελεσματική προφύλαξη από τον καυτό ήλιο- 3ον) την ασφάλεια από αιμοβόρα όντα, είτε ανθρώπους είτε θηρία- 4ον) τη θέα στη θάλασσα, ώστε, αν μου 'στελνε ο Θεός κάποιο πλοίο, να μη χάσω την ευκαιρία να σωθώ απ' αυτή την κατάσταση- γιατί ακόμα δεν ήθελα να εγκαταλείψω κάθε ελπίδα.rnΨάχνοντας λοιπόν για το κατάλληλο μέρος, βρήκα ένα μικρό πλάτωμα δίπλα στην πλαγιά ενός λόφου που κατέβαινε απότομα, κάθετα σχεδόν, σαν τοίχος, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να μου κυλήσει τίποτα πάνω μου απ' τα ψηλότερα σημεία. Σ' αυτόν τον κάθετο βράχο υπήρχε ένα βαθούλωμα, σαν είσοδος σπηλιάς, χωρίς όμως πράγματι να υπάρχει σπηλιά.rnΠάνω σ' αυτό το πλάτωμα και μπροστά ακριβώς απ' αυτό το βαθούλωμα του βράχου, αποφάσισα να στήσω την καλύβα μου. Το πλάτωμα αυτό είχε πλάτος κάπου εκατό γιάρδες και μήκος περίπου το διπλό, κι απλωνόταν σαν πρασιά μπροστά απ' την πόρτα μου, ενώ, έξω απ' αυτό, το έδαφος κατέβαινε απότομα προς την παραλία. Βρισκόταν στη βόρεια και βορειοδυτική πλευρά, κι ήταν προφυλαγμένο απ' τη ζέστη όλη μέρα, μέχρι να 'ρθει ο ήλιος προς τα δυτικά και τα νότια, πράγμα που σ' εκείνα τα μέρη συμβαίνει την ώρα της δύσης.rn…………………rnΜετά, άρχισα να σκάβω το βράχο, κι όλες τις πέτρες και τα χώματα που έβγαζα τα κουβαλούσα έξω, περνώντας μέσα απ' τη σκηνή μου, και τα 'στρωνα στο έδαφος του περιφραγμένου χώρου σαν ένα είδος πλακόστρωτου- έτσι το έδαφος υψώθηκε κατά ενάμισι πόδι περίπου. Μ' αυτό τον τρόπο, έφτιαξα μια σπηλιά ακριβώς πίσω απ' τη σκηνή μου, που μου χρησίμευε σαν κελάρι.rnΜου στοίχισε πολύ κόπο κι αρκετές μέρες για να τα φέρω όλα αυτά σε λογαριασμό, αλλά τώρα θα πρέπει να αναφερθώ σε μερικά άλλα πράγματα που με απασχόλησαν στο μεταξύ. Συνέβη δηλαδή το εξής: μόλις είχα καταστρώσει το σχέδιο μου για την κατασκευή της καλύβας και της σπηλιάς, ξέσπασε από ένα πυκνό, κατάμαυρο σύννεφο μια γερή νεροποντή, κι ύστερα άστραψε ξαφνικά κι αμέσως μετά ακούστηκε, όπως είναι φυσικό, ένας δυνατός κεραυνός. Η αστραπή δε με τρόμαξε, αλλά αμέσως γεννήθηκε στο μυαλό μου μια σκέψη μόλις ακούστηκε ο κεραυνός: το μπαρούτι μου! rn………………………..rnΑυτή η δουλειά μού πήρε κάπου δυο βδομάδες και, αν δεν κάνω λάθος, το μπαρούτι μου, που όλο μαζί πρέπει να ζύγιζε 240 λίβρες περίπου, χωρίστηκε σε όχι λιγότερο από εκατό μέρη. Όσο για το βαρέλι που είχε υγρανθεί, επειδή δεν το θεωρούσα επικίνδυνο, το 'βαλα όπως ήταν μέσα στη σπηλιά μου, που στ' αστεία την έλεγα κουζίνα, τα δε ξεχωριστά δέματα τα 'κρυψα μέσα σε βαθιές τρύπες που 'σκαψα στους βράχους, ώστε να μην τα πιάνει η βροχή, φροντίζοντας να βάλω και σημάδι για να μπορώ να τα βρω αργότερα.rn…………………………rnΉδη έχω περιγράψει πώς έφερα και έβαλα τα πράγματα μου μέσα στην αυλή και στη σπηλιά που είχα λαξεύσει στο βράχο πίσω απ' τη σκηνή. Πρέπει όμως να πω και ότι, στην αρχή, έτσι όπως ήταν φύρδην-μίγδην το 'να πάνω στ' άλλο, έπιαναν όλο το χώρο και δεν είχα πού να σταθώ. Αποφάσισα λοιπόν να μεγαλώσω τη σπηλιά μου, σκάβοντας κι άλλο μες στο βράχο που ήταν πορώδης και δουλευόταν εύκολα. Όταν μάλιστα βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε φόβος από σαρκοβόρα θηρία, έσκαψα στη δεξιά μεριά του βράχου και άνοιξα μια είσοδο έξω απ' τον αυλόγυρο μου.rnΈτσι, τώρα, εκτός του ότι η σκηνή και η αποθήκη μου απόκτησαν μια πίσω πόρτα, είχα και περισσότερο χώρο για να τοποθετήσω τα πράγματα μου.rn………………………….rnΑν έβλεπε κανείς τη σπηλιά μου, θα 'λεγε πως ήταν μια αποθήκη με όλα τα απαραίτητα πράγματα. Έπαιρνε άνετα ό,τι ήθελα, και μου ήταν πολύ ευχάριστο να βλέπω όλα μου τα πράγματα τακτοποιημένα και, προπαντός, να διαπιστώνω πως είχα μια μεγάλη παρακαταθήκη με όλα τα χρειαζούμενα.rn………………………….rn… έσκαβα επί δεκαοχτώ μέρες, δίνοντας στη σπηλιά μου περισσότερο πλάτος και βάθος, για να χωράει πιο άνετα τα πράγματα μου.rnΣημείωση: Όλο αυτό το διάστημα δούλεψα για να κάνω το χώρο αρκετά μεγάλο, ώστε να μου χρησιμεύει σαν αποθήκη, κουζίνα, τραπεζαρία και κελάρι- για ύπνο, εξακολούθησα να χρησιμοποιώ τη σκηνή- επειδή όμως μερικές φορές έβρεχε πολύ δυνατά και γινόμουν μούσκεμα, αποφάσισα να καλύψω όλο τον περιφραγμένο χώρο με μακριά δοκάρια που ακουμπούσαν στο βράχο, τα οποία μετά σκέπασα με βούρλα και πλατιά δεντρόφυλλα, κι έγινε σαν αχυροσκεπή.rn10 Δεκεμβρίου. Εκεί που έλεγα ότι επιτέλους τέλειωσα με τη σπηλιά μου (μόνο που, φαίνεται, την είχα μεγαλώσει υπερβολικά), ξαφνικά, απ' τη μια μεριά της οροφής έπεσαν τόσα χώματα, ώστε πραγματικά τα χρειάστηκα και δεν είχα άδικο: γιατί, αν είχα βρεθεί από κάτω εκείνη την ώρα, δε θα 'χα ανάγκη από κανέναν να μου σκάψει τον τάφο μου. Μετά απ' αυτή τη ζημιά, έπρεπε να κάνω πάλι απ' την αρχή του κόσμου τη δουλειά - γιατί έπρεπε να βγάλω έξω όλο αυτό το χώμα και, το πιο σημαντικό, έπρεπε να στηρίξω το ταβάνι γερά για να μην ξανακαταρρεύσει.rn11 Δεκεμβρίου. Σήμερα δούλεψα γι' αυτό ακριβώς. Έστησα δύο στύλους κάθετα που έφταναν μέχρι την οροφή, κι έβαλα από πάνω, οριζόντια, από ένα σανίδι στο καθένα. Αυτό το τέλειωσα την άλλη μέρα. Και βάζοντας μ' αυτό τον τρόπο κι άλλους στύλους και σανίδες, σε μία βδομάδα περίπου είχα στερεώσει τη στέγη- όσο για τους στύλους, έτσι όπως στέκονταν στη σειρά, χρησίμευαν για να χωρίζεται ο χώρος σε διάφορα τμήματα.rn………………………………rnΑυτούς τους τρεις-τέσσερις μήνες, δούλεψα φοβερά σκληρά για να τελειώσω τον τοίχο μου. Στις 14 Απριλίου τον έκλεισα τελείως, σκεφτόμενος να μπαίνω μέσα όχι από μια πόρτα αλλά από πάνω, με τη βοήθεια μιας κινητής σκάλας, ώστε να μη φαίνεται απέξω ότι πρόκειται για κατοικία.rn16 Απριλίου. Τέλειωσα τη σκάλα κι έτσι ανέβηκα στον τοίχο μ' αυτήν κι ύστερα την τράβηξα πάνω και την τοποθέτησα απ' τη μέσα μεριά. Τώρα ήμουν κλεισμένος από παντού κι είχα από μέσα ευρυχωρία, ενώ απέξω δεν μπορούσε να μπει κανείς στην αυλή μου, αν δεν σκαρφάλωνε τον τοίχο.rnΤην επόμενη μέρα κιόλας, αφού τέλειωσε ο τοίχος, παρά λίγο να πάει χαμένος όλος μου ο κόπος και να σκοτωθώ κι από πάνω. Έγινε δηλαδή το εξής: ενώ δούλευα πίσω απ' τη σκηνή μου, στην είσοδο ακριβώς της σπηλιάς, κόντεψα να τρελαθώ απ' το φόβο μου όταν συνέβη το τρομερό και απίστευτο να δω ξαφνικά να πέφτουν χώματα απ' το ταβάνι της σπηλιάς κι από την άκρη του λόφου πάνω απ' το κεφάλι μου, και δύο στύλοι που είχα τοποθετήσει εκεί να σπάνε κάνοντας έναν απαίσιο θόρυβο. Τα χρειάστηκα στην κυριολεξία, αλλά δεν πήρα είδηση τι πραγματικά είχε συμβεί- νόμιζα απλώς ότι είχε πέσει χώμα απ' το ταβάνι της σπηλιάς, όπως είχε γίνει κι άλλες φορές. Απ' το φόβο μου μήπως θαφτώ ζωντανός, έτρεξα γρήγορα προς τη σκάλα μου, επειδή όμως ούτε κι εκεί ένοιωθα ασφαλής - γιατί φοβόμουν μήπως κυλήσουν κομμάτια απ' το βράχο κατεπάνω μου- πήδηξα απ' την έξω μεριά του τοίχου. Δεν πρόλαβα ν' ακουμπήσω το πόδι μου στο έδαφος, και κατάλαβα πως επρόκειτο για έναν τρομερό σεισμό, γιατί το έδαφος όπου στεκόμουν σείστηκε μέσα σε οχτώ λεπτά τρεις φορές με τέτοια βιαιότητα, ώστε θα μπορούσε να σωριάσει κάτω το πιο γερό κτίριο που υπήρξε ποτέ στη γη.rn……………………….rnΑλλά η βροχή ήταν πολύ δυνατή, κι η σκηνή ήταν έτοιμη να καταρρεύσει κάτω απ' τις βίαιες ριπές της. Έτσι, αναγκάστηκα να μπω στη σπηλιά, παρ' όλο που αγωνιούσα μην τυχόν και πέσει στο κεφάλι μου.rnΑυτή η καταρρακτώδης βροχή μου 'βγαλε άλλη δουλειά στη μέση, ν' ανοίξω δηλαδή μια τρύπα χαμηλά στον τοίχο της αυλής μου για να φεύγει το νερό και να μην πλημμυρίσει η σπηλιά. Αφού είχα μείνει στη σπηλιά μου για κάμποση ώρα και είδα πως δε γινόταν άλλος σεισμός, άρχισα να αισθάνομαι καλύτερα και, για να φτιάξει λίγο το κέφι μου, κάτι που πράγματι μου χρειαζόταν πολύ, πήγα στη μικρή μου κάβα κι έβαλα να πιω μια στάλα ρούμι. Αυτό βέβαια ήταν κάτι που το 'κανα πολύ σπάνια, γιατί ήξερα πως, άμα μου τελείωνε το ρούμι, δε θα μπορούσα να το αντικαταστήσω.rnΣυνέχισε να βρέχει όλη τη νύχτα κι ένα μεγάλο μέρος της επόμενης μέρας, κι έτσι δεν μπορούσε να γίνει λόγος για τη συνηθισμένη έξοδο. Τώρα που ήμουν πιο ψύχραιμος, άρχισα να σκέφτομαι τι θα 'πρεπε να κάνω, δεδομένου ότι, απ' ό,τι φαινόταν, το νησί ήταν σεισμοπαθές, οπότε ήταν λάθος να μένω σε σπηλιά, κι ίσως έπρεπε να χτίσω μια μικρή καλύβα σε ανοιχτό χώρο, που θα την περιέφραζα κι αυτήν γύρω γύρω με τοίχο σαν αυτόν εδώ, ώστε να μην κινδυνεύω από θηρία ή ανθρώπους. Γιατί, σίγουρα, αν εξακολουθούσα να μένω εκεί που έμενα, αργά ή γρήγορα θα θαβόμουν ζωντανός.rnΌλες αυτές οι σκέψεις με οδήγησαν στην απόφαση να μετακομίσω τη σκηνή μου, γιατί στη θέση που βρισκόταν τώρα, κάτω ακριβώς απ' τον απότομο βράχο, με το πρώτο που θα 'κανε πάλι σεισμό, θα 'πεφτε ο βράχος πάνω της. Τις επόμενες δύο μέρες, δηλαδή στις 19 και 20 Απριλίου, ασχολήθηκα με το πού και πώς θα έπρεπε να μετακομίσω.rnΟ φόβος ότι θα μπορούσα να θαφτώ ζωντανός δε μ' άφηνε να κοιμηθώ ήσυχα, αλλά, απ' την άλλη μεριά, το να μένω έξω χωρίς έναν προστατευτικό τοίχο γύρω μου ήταν σχεδόν το ίδιο. Κι όταν μάλιστα έβλεπα τι όμορφα που ήταν τακτοποιημένο το καθετί και τι καλά που ήμουν κρυμμένος εκεί μέσα και προφυλαγμένος απ' τους κινδύνους, δε μου 'κανε καθόλου καρδιά να φύγω.rn…………………………………rnΌ,τι που τα 'χα κατεβάσει όλα κι είχα κουβαλήσει στη σπηλιά μου τα περισσότερα, άρχισε να βρέχει, κι από τότε, 14 Αυγούστου ήταν, έβρεχε σχεδόν κάθε μέρα, μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου. Και μερικές φορές έβρεχε τόσο δυνατά, ώστε δεν μπορούσα να βγω καθόλου απ' τη σπηλιά μου για μέρες πολλές.rn…………………………………..rnΌλο αυτό το διάστημα που είχα κλειστεί μέσα λόγω της βροχής, εργαζόμουν δυο-τρεις ώρες κάθε μέρα για να κάνω τη σπηλιά μου πιο μεγάλη, και την έσκαβα προς τη μία πλευρά μόνο, μέχρι που βγήκα απ' την έξω μεριά του λόφου κι έφτιαξα μια είσοδο έξω απ' τον τοίχο μου, δηλαδή το φράχτη, για να μπαινοβγαίνω από δω. Δεν αισθανόμουν όμως και πολύ καλά μ' αυτό το άνοιγμα. Προηγουμένως, τα 'χα καταφέρει να 'μαι κλεισμένος απ' όλες τις μεριές, ενώ τώρα ένιωθα εκτεθειμένος σε οποιονδήποτε ήθελε να μου επιτεθεί, κι ας μη φαινόταν να υπάρχει στο νησί κανένα επίφοβο πλάσμα, αφού τα μεγαλύτερα ζώα που είχα δει ήταν οι κατσίκες.rn……………………………………..rnΠήγα λοιπόν την άλλη μέρα στο εξοχικό μου, όπως μου άρεσε να το αποκαλώ, κι έκοψα μερικά κλαριά, τα οποία πράγματι ήταν καταλληλότατα για τη δουλειά που τα ήθελα. Οπότε, την άλλη φορά που πήγα, πήρα μαζί μου κι ένα τσεκούρι για να κόψω μερικά, και δε δυσκολεύτηκα καθόλου να συγκεντρώσω όσα ήθελα, γιατί υπήρχαν άφθονα. Αυτά λοιπόν τα άπλωσα να στεγνώσουν μέσα στην κυκλική αυλή μου, κι όταν ήταν έτοιμα για χρήση, τα κουβάλησα στη σπηλιά μου και, στην επόμενη περίοδο των βροχών, έφτιαξα, όσο καλύτερα μπορούσα, ένα σωρό καλάθια, άλλα για να μεταφέρω χώμα κι άλλα για να μεταφέρω ή να φυλάω διάφορα πράγματα. Και, παρ' όλο που δεν κατάφερα να κάνω το τελείωμα τους πολύ καλαίσθητο, τα έκανα αρκετά εξυπηρετικά για το σκοπό που τα ήθελα.rn…………………………………….rn Ξέρετε, βέβαια, πως τώρα είχα στο νησί δύο καταλύματα. Το ένα ήταν το μικρό, περιτειχισμένο οχυρό μου κάτω από το βράχο με τη σπηλιά πίσω του, που τώρα του είχα προσθέσει κι άλλα διαμερίσματα, μέρη της σπηλιάς δηλαδή, που το ένα ήταν μέσα στο άλλο. Ένα απ' αυτά, το μεγαλύτερο και με τη λιγότερη υγρασία, το οποίο είχε μάλιστα και μια πόρτα που έβγαζε έξω απ' τον περιτειχισμένο μου χώρο (μια πόρτα δηλαδή πέρα απ' το σημείο όπου ο τοίχος ενωνόταν με το βράχο), το 'χα γεμίσει με τα μεγάλα πήλινα πιθάρια, για τα οποία σας έχω μιλήσει, και με καμιά δεκαπενταριά μεγάλα κοφίνια, που το καθένα τους χωρούσε πενήντα περίπου γαλόνια, όπου φύλαγα τις προμήθειες μου και ιδιαίτερα το κριθάρι μου, άλλο με κομμένο το στάχυ του κι άλλο βγαλμένο απ’ το στέλεχος του με το χέρι.rn…………………………………….rnΓι' αυτόν ακριβώς το λόγο, μετέφερα όλες τις δραστηριότητες μου που απαιτούσαν φωτιά, όπως το ψήσιμο των πήλινων δοχείων και των τσιμπουκιών κ.λπ., στο καινούριο μου κατάλυμα στο δάσος, όπου, μετά από λίγο καιρό, ανακάλυψα προς απερίγραπτη ανακούφιση μου μια φυσική σπηλιά, που προχωρούσε σε βάθος και που, τολμώ να πω, κανένας άγριος δε θα ριψοκινδύνευε να μπει, ούτε και κανένας άλλος, εκτός αν έψαχνε απελπισμένα, όπως εγώ, για ένα ασφαλές καταφύγιο.rnΗ είσοδος της σπηλιάς ήταν στους πρόποδες ενός μεγάλου λόφου, όπου, εντελώς τυχαία, θα έλεγα (αν δεν είχα ήδη αρκετούς λόγους για ν' αποδίδω κάτι τέτοια περιστατικά στη Θεία Πρόνοια), έκοβα μερικούς χοντρούς κορμούς για να κάνω ξυλοκάρβουνο. Αλλά πριν συνεχίσω, θ' αναφέρω για ποιο λόγο έκανα αυτά χα ξυλοκάρβουνα.rnΌπως είπα και πιο πάνω, φοβόμουν ν' αφήσω να βγει καπνός απ' το κατάλυμα μου. Όμως δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς να ψήσω ψωμί, να μαγειρέψω κρέας κ.λπ., και γι' αυτό σκέφτηκα να καίω μερικά ξύλα μέσα στην τύρφη, όπως είχα δει να κάνουν στην Αγγλία, μέχρι να γίνουν κάρβουνα. Ύστερα, έσβηνα τη φωτιά κι έπαιρνα τα ξυλοκάρβουνα στο σπίτι, όπου μπορούσα να τα καίω για τις διάφορες δουλειές μου, χωρίς το φόβο του καπνού.rnΚλείνω όμως τώρα την παρένθεση. Καθώς έκοβα ξύλα λοιπόν, παρατήρησα ένα άνοιγμα πίσω απ' το πυκνό κλαδί ενός θάμνου. Μ' έπιασε τότε περιέργεια να δω πώς ήταν μέσα και, όταν έφτασα εκεί με δυσκολία, είδα ότι ήταν αρκετά μεγάλο. Ήταν δηλαδή τόσο, όσο να χωράει εμένα όρθιο και ίσως κι άλλον ένα μαζί μου. Αλλά πρέπει να σας ομολογήσω ότι, μπήκα μεν ήρεμα και καλά, αλλά μετά τσακίστηκα να βγω έξω όταν, κοιτάζοντας γύρω μου μες στον ολοσκότεινο εκείνο χώρο, είδα τα μεγάλα σπινθηροβόλα μάτια κάποιου όντος, χωρίς να ξέρω αν ήταν σατανά ή ανθρώπου, που άστραφταν σαν δύο αστέρια, αντανακλώντας το λιγοστό φως που έμπαινε απ' το άνοιγμα.rnΜετά από λίγο, όμως, συνήλθα κι άρχισα να βρίζω τον εαυτό μου και να τον λέω βλάκα, γιατί σκέφτηκα πως δεν μπορεί να φοβάται ν' αντικρίσει το διάβολο κάποιος που 'χε ζήσει είκοσι χρόνια ολομόναχος σ' ένα νησί και πως αποκλειόταν να 'ναι μέσα στη σπηλιά κάτι πιο επίφοβο από μένα τον ίδιο. Έτσι λοιπόν, μάζεψα τα κουράγια μου κι όρμησα ξανά στη σπηλιά, κρατώντας έναν μεγάλο αναμμένο δαυλό. Δεν πρόλαβα όμως να κάνω τρία βήματα, και μ’ έπιασε πάλι τρομάρα, αν και κάπως λιγότερη από πριν, όταν άκουσα έναν δυνατό αναστεναγμό, σαν από κάποιον που πονάει, κι ύστερα έναν ακαθόριστο ήχο, σαν λέξεις που προφέρθηκαν μισές για ν' ακολουθήσει πάλι ένας βαθύς στεναγμός. Τραβήχτηκα και μ' έλουσε κρύος ιδρώτας. Ήταν τέτοια η λαχτάρα που πήρα ώστε μου φαίνεται πως, αν φορούσα καπέλο, οι τρίχες της κεφαλής μου θα το 'χαν ανασηκώσει. Παρ' όλα αυτά, όμως, μάζεψα όσο κουράγιο μου είχε απομείνει, σκεφτόμενος πως η δύναμη κι η παρουσία του Θεού ήταν παντού και πως ο Θεός μπορούσε να με προστατέψει, και προχώρησα ξανά, οπότε, στο φως του δαυλού που κρατούσα πάνω απ' το κεφάλι μου, είδα ξαπλωμένο έναν τερατώδη και τρομαχτικό γέρικο τράγο, που ετοιμαζόταν από γεράματα να τινάξει τα πέταλα, όπως λέμε, δηλαδή ψυχορραγούσε.rnΤον σκούντηξα λίγο για να δω μήπως θα μπορούσα να τον βγάλω έξω, κι αυτός προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Σκέφτηκα τότε να τον αφήσω εκεί που ήταν, γιατί, όπως είχε τρομάξει εμένα, θα τρόμαζε οπωσδήποτε, όσο βέβαια θα 'ταν ακόμα ζωντανός, και οποιονδήποτε άγριο θα τολμούσε να φτάσει μέχρι εκεί.rnΑφού πια συνήλθα απ' την τρομάρα μου, άρχισα να κοιτάω γύρω μου και ανακάλυψα ότι το σπήλαιο ήταν πολύ μικρό, ίσα που ξεπερνούσε δηλαδή τα δώδεκα πόδια, κι είχε ακαθόριστο σχήμα, κάτι ανάμεσα στο στρογγυλό και το τετράγωνο, αφού δεν είχε επέμβει ποτέ ανθρώπινο χέρι, παρά μόνο η φύση. Παρατήρησα επίσης ότι απ' τη μέσα μεριά προχωρούσε ακόμα πιο βαθιά, αλλά ήταν τόσο χαμηλό, ώστε έπρεπε να πάω έρποντας, στα τέσσερα, χωρίς να ξέρω και πού θα με βγάλει. Επειδή λοιπόν δεν είχα κερί, rnεγκατέλειψα προς το παρόν την προσπάθεια και αποφάσισα να ξαναπάω την επομένη, εφοδιασμένος με κεριά και ένα τσακμάκι που είχα κατασκευάσει από τον εμπυρέα ενός απ' τα μουσκέτα και με λίγη πυρίτιδα.rnΈτσι λοιπόν, πήγα την άλλη μέρα, εφοδιασμένος με έξι μεγάλα κεριά δικής μου κατασκευής (τώρα έφτιαχνα πολύ καλά κεριά από κατσικίσιο λίπος) και, για να μπω σ' εκείνο το χαμηλό μέρος, αναγκάστηκα, όπως είπα, να συρθώ στα τέσσερα για δέκα γιάρδες σχεδόν. Πράγμα που, για να πω την αλήθεια, ήταν αρκετά ριψοκίνδυνο, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν ήξερα ούτε πόσο μακριά έφτανε ούτε τι θα συναντούσα εκεί. Όταν πέρασα σ' εκείνο το στενό σημείο, ανακάλυψα πως ψήλωνε η οροφή και γινόταν κάπου είκοσι πόδια. Αλλά, πρέπει να πω, σ' ολόκληρο το νησί δεν υπήρχε μεγαλοπρεπέστερο θέαμα απ' αυτό που είδα στην οροφή και τα τειχώματα αυτής της σπηλιάς. Χιλιάδες φωτάκια αστραποβολούσαν γύρω μου απ' την αντανάκλαση της φλόγας του κεριού, και δεν ήξερα αν ο βράχος ήταν καλυμμένος με διαμάντια ή άλλους πολύτιμους λίθους ή και με χρυσάφι ίσως.rnΤελικά, αυτό το μέρος ήταν ένα πράγματι υπέροχο σπήλαιο, αν και τελείως σκοτεινό. Το δάπεδο ήταν ίσιο και στεγνό, με μερικά χαλίκια εδώ κι εκεί, και δεν υπήρχε πουθενά κανένα ζωύφιο αηδιαστικό ή δηλητηριώδες, ούτε και υγρασία στην οροφή και στα τειχώματα. Η μόνη δυσκολία ήταν στην είσοδο, κάτι που ήταν όμως πλεονέκτημα, αφού ήθελα να το χρησιμοποιήσω για κρησφύγετο. Πετούσα λοιπόν πραγματικά απ' τη χαρά μου μ' αυτή μου την ανακάλυψη και αποφάσισα να κουβαλήσω αμέσως εδώ μερικά απ' τα πράγματα που ήθελα ν' ασφαλίσω πιο πολύ, όπως ήταν τ' αποθέματα μου σε μπαρούτι και τα όπλα που είχα σαν εφεδρικά, δηλαδή τα δύο κυνηγετικά απ' τα τρία που είχα, και τα τρία απ' τα οκτώ μου μουσκέτα. Κράτησα έτσι μόνο πέντε στο σπίτι, τοποθετημένα πάντα σ' ετοιμοπόλεμη θέση στον εξωτερικό μου φράχτη σαν κανόνια, αλλά και πρόχειρα να τα χρησιμοποιήσω σε κάθε μου έξοδο.rnΜε την ευκαιρία της μετακόμισης, άνοιξα και το βαρέλι με το μπαρούτι που είχα βγάλει από τη θάλασσα, και είδα ότι το νερό είχε διεισδύσει κάπου τρεις με τέσσερις ίντσες, κι έτσι το εξωτερικό μπαρούτι, όπως είχε στερεοποιηθεί και σκληρύνει, προφύλασσεrnκέλυφος το εσωτερικό. Είχα λοιπόν γύρω στις εξήντα λίβρες καλό μπαρούτι στο κέντρο του βαρελιού, μια διαπίστωση που με ευχαρίστησε πολύ εκείνο τον καιρό. Το μετέφερα λοιπόν όλο στο σπήλαιο, φροντίζοντας πάντα να κρατάω στο σπίτι το πολύ δυο με τρεις λίβρες μπαρούτι, μην τυχόν και συμβεί τίποτα απρόοπτο. Κουβάλησα επίσης κι όλο το μολύβι που είχα για βόλια.rnΠαρομοίαζα τον εαυτό μου μ' εκείνους τους μυθικούς γίγαντες που λέγανε ότι ζούσαν σε σπηλιές και σε κουφάλες των βράχων» όπου δεν τολμούσε κανένας να πλησιάσει. Γιατί έπεισα τον εαυτό μου πως, όσο ήμουν εδώ, και πεντακόσιοι άγριοι να με κυνηγούσαν, δε θα μπορούσαν να μ' ανακαλύψουν. Αλλά και να μ' ανακά λυπταν, δε θα τολμούσαν να μου επιτεθούν.rnΟ γερο-τράγος που τον είχα βρει να ψυχορραγεί, άφησε την τελευταία του πνοή στην είσοδο της σπηλιάς, την επομένη της ανακάλυψης. Και μου φάνηκε ευκολότερο να σκάψω επί τόπου μια μεγάλη τρύπα και να τον πετάξω μέσα, σκεπάζοντας τον με χώμα, παρά να τον σύρω έξω. Τον έθαψα λοιπόν εκεί, για να μη μου βρομάει.rnΔιένυα τώρα τον εικοστό τρίτο μου χρόνο στο νησί και είχα τόσο πολύ προσαρμοστεί στο χώρο και σ' εκείνο τον τρόπο ζωής, ώστε, αν ήμουν βέβαιος πως δε θα 'ρχονταν ποτέ εδώ άγριοι να μου δημιουργήσουν προβλήματα, δε θα με πείραζε να πέρναγα και την υπόλοιπη ζωή μου εδώ, μέχρι ν' αφήσω την τελευταία μου πνοή, σαν τον γερο-τράγο στη σπηλιά. Είχα ανακαλύψει και διάφορους τρόπους να διασκεδάζω, κι έτσι τώρα πέρναγα πολύ πιο ευχάριστα την ώρα μου απ' ό,τι πριν. Πρώτα απ' όλα, είχα διδάξει, όπως είπα, τον παπαγάλο μου, τον Πολ, να μιλάει. Είχε συνηθίσει να μιλάει πολύ καθαρά, κάτι που μου ήταν πολύ ευχάριστο, κι έζησε μαζί μου — ούτε λίγο ούτε πολύ — είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια.»rn…………………………………
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα