Πηγή: Ο δεύτερος τόμος του βιβλίου «Αραβικόν Μυθολόγιον – Νέα Χαλιμά, Τα παραμύθια της Χαλιμάς», σε επιμέλεια Γιώργου Κεχαγιόγλου. Αρχική έκδοση «Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ» το 1990
Σημείωση 1: πρόκειται για την πρώτη Ελληνική απόδοση του έργου που έγινε με μετάφραση της Ιταλικής απόδοσης του Αραβικού πρωτοτύπου, το 1757 στη Βενετία.
Σημείωση 2: για μία ακόμη αναφορά από την ίδια πηγή – βλ. http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=822
«……………………………..
Oπόταν δε ευρέθηκα μοναχός, εσταμάτήσα δια καμπόσον ακόμη, δια να κλαύσω απάνω εις τον τάφον του Φατσέλ την άκραν δυστυχίαν εκείνου του φιλοσόφου, και κατηγορώντας την αστοχασίαν του και υπερήφανον του γνώμην. Εστοχάσθηκα ύστερον το τι έπρεπε να κάμω. Δεν ηθέλησα ούτε να ακολουθήσω το ταξίδι μου προς την Κασγάρ και ούτε να ξαναγυρίσω εις την Σαμαρκάντα. Μα αποφάσισα να ταξιδεύσω μοναχός και να περιδιαβάσω τον κόσμον. Επήγα εις την Ουζκούντ, από εκεί εις την Κογέντα, και τέλος πάντων ύστερα από πολλές ήμερες έφθασα εις την Καρίσμου. Και μίαν ημέραν, οπού εις αυτήν εσεριάνιζα, ακούω αιφνιδίως έναν αλαλαγμόν και μίαν σύγχυσην και θλίψην εις τον λαόν, οπού όλοι έμειναν ευθύς συγχυσμένοι. Και η αιτία ετούτης της συγχύσεως επροέρχονταν από έναν κήρυκα, οπού επήγαινε τριγύρου την χώραν και κάθε ολίγον εφώναζε. Και ήλεγε με μεγάλην
φωνήν: «Όσοι είστε οπού αγαπάτε τές επιστήμες, θέλετε ηξεύρει ότι αύριον ανοίγει το φοβερόν σπήλαιον, και όποιος θέλει, ας υπάγη να έμπη εις αυτό».
Ευθύς οπού εγώ άκουσα τέτοια λόγια, ακολούθησα τον κήρυκα διά να τον εξετάξω απάνω διά αυτό το σπήλαιον και εις το τέλος της ημέρας, οπού είχε τελειώσει και έμελλε να έμπη εις το σπίτι του, τον επερικάλεσα με ευγένειαν να μου φανέρωση τι δηλοί αυτό το σπήλαιον, όπου οι γραμματισμένοι πρέπουν την ερχομένην ημέραν να έμπουν. Ο τελάλης μου απεκρίθη λέγοντας: «Ήξευρε καλότατα ότι απ' έξω από την πόρταν της χώρας είναι ένα βουνόν, εις του οποίου την ρίζαν είναι ένα σπήλαιον μιας μεγαλοτάτης ευρυχωρότητος, εις το οποίον εμπαίνουν από μίαν πόρταν, η οποία ανοίγει με μίαν δύναμην ενός χαμαϊλίου και πάλιν μοναχή της ξανακλεί. Και ετούτο γίνεται μίαν φοράν τον χρόνον. Οι περίεργοι εμπαίνουν προς τα ξημερώματα εις αυτό. Εκεί ευρίσκουν μίαν μεγάλην ποσότητα από βιβλία. Διαλέγουν αυτοί εκείνα οπού θέλουν και με ογληγορότητα τα παίρνουν μαζί τους και εβγαίνουν. Διατί η πόρτα του σπηλαίου κλείεται μισή ώρα και δεκαπέντε λεπτά ύστερα οπού άνοιξη. Και αν, διά κακήν τύχην, κανείς ήθελε μείνει μέσα μίαν στιγμήν περισσότερον από τον διατεταγμένον καιρόν, κλει η πόρτα, και μένει εκεί εις το σπήλαιον και απεθαίνει από την πείναν, καθώς συμβαίνει πολλάκις. Επειδή και η πόρτα δεν ανοίγει πλέον, παρά εις έναν χρόνον. Λέγουν ακολούθησεν αυτός «ότι εστάθη ο σοφός Κεκ Χααμπεδίν, ο όποιος έκαμεν αυτό το σπήλαιον δια να κλείση τα θαυμαστά βιβλία του, τόσον τα εδικά του, οπού εσύνθεσεν, ωσάν εκείνα οπού απ' όλον τον κόσμον εσύναξε. Και αυτά όλα τα βιβλία είναι πολλά περίεργα και θαυμάσια, ο αριθμός των οποίων είναι είκοσι χιλιάδες, τα όποια περιέχουν την πέτραν την φιλοσοφικήν, τον τρόπον δια να εβγάλουν θησαυρούς, και άλλα παρόμοια. Ευρίσκονται ακόμη και άλλα, οπού δείχνουν να κάνουν τέρατα, να μεταβάλη άνθρωπον εις ζώον και να εμψύχωση πράγματα άψυχα. Εις ένα λόγον όλα τα απόκρυφα της φύσεως είναι φανερωμένα εις πολλά από αυτά τα βιβλία, και ξεχωριστά εις εκείνα οπού ο ίδιος εσύνθεσε. Περιπλέον ήξευρε ότι, όποιος δεν ήθελεν επιστρέψει εκείνο το βιβλίον εις εκείνον τον χρόνον οπού ξανοίγει το σπήλαιον, ευθύς απεθαίνει. Και εις ετούτον τον τρόπον φυλάγονται όλα τα βιβλία του σώα, χωρίς ποτέ να τολμήση κανείς να κράτηση το παραμικρόν».
Μαθαίνοντας καταλεπτώς όλην την υπόθεσην από τον κήρυκα, τον ευχαρίστησα και εμίσευσα. Αφήνω καθέναν να στοχασθή ανίσως και έλαβα χαράν να μάθω αυτήν την υπόθεσην και αν δεν αποφάσισα να υπάγω την αύριον εις το σπήλαιον με τους περιέργους. Δεν εστοχάσθηκα μόνον να έμπω, μα αποφάσισα να μείνω και εκεί ύστερον από τους άλλους και να παρρησιασθώ εις ό,τι ημπορούσε να μου συνέβη. Και με το να ήμουν πολλά έμπειρος εις την λεκανομαντείαν, δεν είχα φόβον από τα πονηρά πνεύματα οπού επήγα εις την ρίζαν του βουνού και εκάθησα αποκάτω εις κάποιες τριανταφυλλιές, οπού ευωδίαζαν τον τόπον, και εκεί αποφάσισα δια να μείνω εκείνην την νύκτα, έως να έλθουν τα ξημερώματα, οπού έμελλε να ανοίξη η πόρτα δια να έμπω μέσα εις το σπήλαιον. Πλησιάζοντας τέλος πάντων η αυγή, βλέπω να τρέχουν από την χώραν όλοι οι περίεργοι και να έρχωνται προς το σπήλαιον. Εγώ ευθύς εσηκώθηκα και έτρεξα προς την πόρταν, δια να μην ήθελα ήμουν από τους ύστερους εις τα να έμπω. Αρχινούσαν τότες τα άστρα να χάνωνται από ολίγον κατ' ολίγον, οπόταν εις μίαν στιγμήν η πόρτα, οπού ήτον από ξύλον της Ινδίας, ανοίγει μοναχή της με έναν μεγαλότατον κτύπον. Ευθύς όλοι εμπήκαν και εδιασκορπίσθηκαν εις το σπήλαιον, το όποιον πολλά ευρύχωρον, ολόγυρα του οποίου ήτον τόσες τράπεζες βαλμένες εις εύμορφην τάξην, απάνω εις τές όποιες ήτον αραδιασμένα τα βιβλία με πολλήν ευγένειαν, και απ' έξω των οποίων ήτον γραμμένα εις κομμάτια χαρτία ή υπόθεσις και εκείνο οπού περιείχε κάθε βιβλίον. Εφαίνονταν ανάμεσα εις αυτά δύο τόποι άδειοι, μα οι γραμματισμένοι ευθύς τους εγέμισαν με εκείνα οπού τον απερασμένον χρόνον είχαν πάρει. Και αφού επήραν άλλα, οπού τους έκανε χρεία, εν τω άμα εβγήκαν. Και ολίγον τι υστερότερα ακούω τον μεγάλον κτύπον της πόρτας οπού έκλεισε, και μοναχά εγώ έμεινα. Και ούτως έμεινα μόνος κλεισμένος εις εκείνο το φοβερόν σπήλαιον, το όποιον, μην λαμβάνοντας άλλο φως, παρά μόνον εκείνο οπού έρχονταν από την
πόρταν, εφάνηκεν, ευθύς οπού έκλεισε, πλέον σκοτεινόν από τον άδην. Τότες εγώ, βλέποντας με μοναχόν εις εκείνο το βαθύτατον σκότος και έχοντας την τέχνην της λεκανομαντείας, άρχισα να εξορκίσω τα πνεύματα οπού είχαν την επιστασίαν εκείνης της θαυμαστής βιβλιοθήκης και, οπόταν με την δύναμην των εξορκισμών μου τα έκαμα να με υπακούσουν, τα έπρόσταξα ότι να δώσουν φως εις το σπήλαιον και να λάβουν την επιμέλειαν να το κρατήσουν πάντα πολλά φωτεινόν.
Τα πνεύματα, τα όποια είναι πάντα πολλά υπήκοα, οπόταν ένας άνθρωπος ηξεύρη να τα επιτίμηση, εμίσευσαν και ευθύς εγύρισαν με τόσον φως, οπού ήτον περισσότερον από την χρείαν, και οπού ημπορούσαν με αυτό να φωτίσουν δέκα σπήλαια παρόμοια ωσάν εκείνο. Εγώ λογιάζω ότι να επήγαν και να έκλεψαν όλες τες κανδήλες και τα κερία της χώρας της Καρισμίας. Δεν εφάνη ποτέ φωτοχυσία πλέον ωραιότερα από εκείνην, οπού έκαναν δια να εορτάσουν το έμπασμα εις εκείνο το σπήλαιον. εκρέμασαν εις κάθε μέρος τες κανδήλες• έβαλαν τα κηρία ολόγυρα εκεί οπού ευρίσκονταν τα βιβλία βαλμένα, δια περισσοτέραν μου ευκολίαν. Τότες εγώ εδόθηκα εις την ανάγνωσην διαφόρων βιβλίων πολλά περιέργων ηύρα οπού επεριείχαν τα τέρατα της χημικής και των απόκρυφων επιστημών, και άλλα περίεργα. Και καθώς ήθελα να αντιγράψω από εκείνα τα βιβλία κανένα κεφάλαιον ή άλλο οπού μου έκανε χρεία, και, μην έχοντας τα αναγκαία, ευθύς επρόσταζα τα πνεύματα, οπού ήταν ο πιστοί μου σκλάβοι, και εν τω άμα μου ήφερναν χαρτί, καλαμάρι και άλλα οπού μου έκαναν χρείαν. Έλαβαν παρομοίαν επιμέλειαν δια να με κυβερνήσουν από φαγητά, οπόταν έσωσα τό μαντζούνι μου. Και κάθε ημέραν μου ήφερναν εκλεκτότατα φαγητά, πιοτά, και απερνούσα ωσάν ένας βασιλέας. Και δεν ήτον πράγμα οπού να επιθυμήσω και να μην το απολαμβάνω εν τω άμα.
Απερνούσα το λοιπόν πολλά ειρηνικά και αναπαυμένα τον καιρόν μου εις εκείνο το θαυμαστόν σπήλαιον, σπουδάζοντας με ησυχίαν, χωρίς να κουρασθώ εις το διάστημα του χρόνου, εκείνα τα θαυμαστά βιβλία, από τα όποια εκαρποφορήθηκα μεγάλως, και μάλιστα εις τα πλέον απόκρυφα της φύσεως. Τελειώνοντας δε ο χρόνος και ερχόμενη η συνηθισμένη διορία, άνοιξε πάλιν η πόρτα και εσέβηκαν οι γραμματισμένοι μέσα. Μα, καθώς δεν ήτον συνηθισμένοι να ιδούν εκεί φωτοχυσίαν, εμπήκαν εις μεγάλον φόβον. Και ρίχνοντας τα βιβλία, με πολλήν ογληγορότητα, οπού επίστρεφαν, εδόθηκαν εις φυγήν, και εγώ εστοχάσθηκα δια να έβγω την ίδιαν στιγμήν. Κάνει χρεία να στοχασθήτε ότι, όντας εκεί έναν χρόνον κλεισμένος, άφησα και αύξησαν τα γένια μου και τα μαλλιά μου, εις τρόπον οπού εφαίνομουν πολλά φοβερός και άσχημος, ώστε οπού η μορφή μου δεν επροξένησεν άλλο, παρά να αύξηση τον φόβον εκείνου τού λαού, ο οποίος φεύγοντας έκραζε: «Φεύγετε, ότι ο μάγος Μοούκ εβγήκεν από το σπήλαιον».
..................»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα