HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Νίκος Καζαντζάκης

Topic #1466 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 30 • posts 1
H
haris
Author ID 130
480 δημόσια posts
Post #8256 • 10 Feb 2008, 14:29 UTC
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, Εκδόσεις Καζαντζάκη, 2007, ISBN: 978-960-7948-14-4.
Ένας συγγραφέας που είχα παρεξηγήσει, όταν ήρθα σε επαφή με βιβλία του σε μικρή ηλικία. Οι άγνωστες τότε λέξεις και τα ιδιώματα του λόγου του με είχαν αποτρέψει να ξαναδιαβάσω βιβλία του.

Το πρώτο απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Αναφορά στον Γκρέκο". Το κείμενο είναι λίγο μεγάλο αλλά έχει ωραίες εικόνες. Ο συγγραφέας αποκοιμιέται κι ονειρεύεται:

Έκλεισα τα μάτια· κρατούσα πάντα στη φούχτα το σβώλο το χώμα της Κρήτης κι ο ύπνος με πήρε. Ο ύπνος με πήρε κι είδα όνειρο: Ξημέρωνε, λέει, ζυγαριάζουνταν από πάνω μου ο Αυγερινός, έτρεμα, έλεγα τώρα θα πέσει κι έτρεχα, έτρεχα ανάμεσα στα έρημα άνυδρα βουνά, ολομόναχος. Πέρα στην ανατολή πρόβαλε ο ήλιος· δεν ήταν ήλιος, ήταν ένα προύντζινο ταψί γεμάτο κάρβουνα αναμμένα. Ο αέρας χοχλάκιζε. Κάπου κάπου μια σταχτιά πετροπέρδικα πετούσε από το βράχο, χτυπούσε τα φτερά της και κακάριζε, χαχάριζε και με περγελούσε. Ένα κοράκι, σ' ένα αναγύρισμα του βουνού, τινάχτηκε ως με είδε· σίγουρα θα με περίμενε, και με πήρε ξοπίσω σκώντας στα γέλια. Θύμωσα, έσκυψα, πήρα μια πέτρα να του την πετάξω· μα το κοράκι είχε αλλάξει κορμί, είχε γίνει ένα γεροντάκι και μου χαμογελούσε.

Τρόμος με κυρίεψε κι άρχισα πάλι να τρέχω. Στρούφιζαν τα βουνά, στρουφίζουμουν κι εγώ μαζί τους· ολοένα οι κύκλοι στένευαν, μ' έπιασε ζάλη. Χοροπηδούσαν γύρα μου τα βουνά, ένιωσα ξαφνικά δεν ήταν ετούτα βουνά, ήταν τ' απολιθώματα προκατακλυσμιαίου εγκέφαλου και μαύρος θεόρατος σταυρός ήταν καρφωμένος δεξά μου, αψηλά, σε μια πέτρα, κι απάνω του ένα θεριακωμένο προύντζινο φίδι σταυρωμένο.

Αστραπή έσιασε το μυαλό μου, φώτισε γύρα μου τα βουνά, είδα: Είχα μπει στο φοβερό στρουφηχτό φαράγγι που 'χαν πάρει, τώρα και χιλιάδες χρόνια, οι Οβραίοι, με το Γεχωβά μπροστάρη, φεύγοντας την ευτυχισμένη παχιά γη του Φαραώ. Το φαράγγι ετούτο στάθηκε το πύρινο αργαστήρι όπου, πεινώντας, διψώντας, βλαστημώντας, σφοροκοπήθηκε η ράτσα του Ισραήλ.

Τρόμος με κυρίεψε, τρόμος και χαρά μεγάλη· ακούμπησα σ' ένα βράχο να καταλαγιάσει το στροβίλισμα του μυαλού μου, έκλεισα τα μάτια, κι όλομεμιας τα πάντα γύρα μου αφανίστηκαν ένα ελληνικό ακρογιάλι απλώθηκε μπροστά μου, θάλασσα σκούρα λουλάκια, κόκκινοι βράχοι, κι ανάμεσα στους βράχους η χαμηλή μπασιά κατασκότεινης σπηλιάς. Ένα χέρι τινάχτηκε μέσα από τον αέρα και σφήνωσε στη φούχτα μου ένα δαδί αναμμένο. Κατάλαβα την προσταγή· έκαμα το σταυρό μου, τρύπωξα μέσα στη σπηλιά.

Γύριζα, γύριζα, τσαλαβουτούσα σε μαύρα παγωμένα νερά, κρέμουνταν απάνω από το κεφάλι μου ογροί, γαλάζιοι σταλαχτίτες, ασκώνουνταν από τη γης γιγάντιοι πέτρινοι φαλλοί, που στραφτάλιζαν και γελούσαν στη δαδίσια αναλαμπή. Ήταν η σπηλιά ετούτη το θηκάρι μεγάλου ποταμού και το 'χε παρατήσει αδειανό, γιατί άλλαξε, μέσα στους αιώνες, πορεία...
Σούριξε το προύντζινο φίδι θυμωμένο· άνοιξα τα μάτια, είδα πάλι τα βουνά, το φαράγγι, τους γκρεμούς· η ζάλη είχε κατασταλάξει. Τα πάντα ακινήτησαν, φωτίστηκαν, κατάλαβα: όμοια και τις πορπολούμενες γύρα μου οροσειρές τις είχε κατασκάψει ο Γεχωβάς για να περάσει. Είχα μπει μέσα στο φοβερό θηκάρι του θεού, ακολουθούσα, πατούσα τ' αχνάρια του.
— Αυτός είναι ο δρόμος, φώναξα μέσα στ' όνειρό μου, αυτός είναι ο δρόμος του ανθρώπου, άλλο δεν έχει.

Κι ως τινάχτηκε από τα χείλια μου ο αυθάδης ετούτος λόγος, ανεμοσίφουνας με τύλιξε, φτερούγες άγριες με σήκωσαν, κι όλομεμιας βρέθηκα στην κορφή του θεοβάδιστου Σινά. Μύριζε ο αγέρας θειάφι, τα χείλια μου μερμήδιζαν, σαν να τ' αγκύλωναν αρίφνητες, αόρατες σπίθες. Σήκωσα τα βλέφαρα. Ποτέ τα μάτια μου, ποτέ τα σπλάχνα μου δεν είχαν χαρεί τόσο απάνθρωπο, τόσο αρμονισμένο με την καρδιά μου δράμα, χωρίς νερό, χωρίς δέντρο, χωρίς ανθρώπους. Χωρίς ελπίδα. Εδώ η ψυχή ενός απελπισμένου ή περήφανου ανθρώπου βρίσκει την άκρα ευδαιμονία.
Κοίταξα το βράχο όπου στέκουμουν. Δυο βαθιές γούβες σκαμμένες στο γρανίτη θα 'ταν οι πατημασιές του προφήτη με τα κέρατα που περίμενε τον πεινασμένο Αιώνα να προβάλει. Εδώ, στην κορφή του Σινά, δεν του 'χε δώσει προσταγή να περιμένει; Περίμενε.

Περίμενα κι εγώ. Έσκυβα απάνω από τον γκρεμό, αφουκράζουμουν άξαφνα, μακριά, μακριά πολύ, κουφοβρόντηξαν πατημασιές. Κάποιος ζύγωνε, και τα βουνά κουνιούνταν. Έπαιζαν τα ρουθούνια μου — όλος ο αγέρας μύριζε σαν μπροσταρότραγος. «Έρχεται! Έρχεται!» μουρμούριζα κι έζωνα σφιχτά τη μέση μου συντάζομουν να παλέψω.

Αχ, πόσο την είχα λαχταρίσει τη στιγμή ετούτη! Χωρίς να μπαίνει στη μέση και να με παραπλανάει ο αδιάντροπος ορατός κόσμος, ν' αντικρίσω, πρόσωπο με πρόσωπο, το λιμασμένο θεριό της ζούγκλας τ' ουρανού. Τον Αόρατο. Τον Ανεχόρταγο. Τον αγαθό Πατέρα που τρώει τα παιδιά του και στάζουν τα χείλια του, τα γένια του, τα νύχια του αίματα.

Θα του μιλήσω θαρρετά, θα του πω τον πόνο του ανθρώπου, τον πόνο του πουλιού, του δέντρου και της πέτρας, όλοι πήραμε απόφαση, δε θέμε να πεθάνουμε, κρατώ μιαν αναφορά, την υπόγραψαν όλα τα δέντρα, τα πουλιά, τα θεριά, οι ανθρώποι, δε θέμε, Πατέρα, να μας φας, και δε θα φοβηθώ, θα του τη δώσω.

Μιλούσα, παρακαλούσα, έσφιγγα τη μέση μου κι έτρεμα. Κι εκεί που περίμενα, σαν να μετακουνήθηκαν οι πέτρες κι άκουσα μεγάλη αναπνοή.

«Να τος... να τος... έφτασε!» μουρμούρισα και στράφηκα ανατριχιάζοντας.

Μα δεν ήταν ο Γεχωβάς, δεν ήταν ο Γεχωβάς, ήσουν εσύ, Παππού, από το αγαπημένο χώμα της Κρήτης, και στέκουσουν μπροστά μου, άρχοντας αυστηρός, με το σφηνωτό γενάκι το κάτασπρο, με τα στεγνά χείλια τα σφιμένα, με το εκστατικό μάτι, το γεμάτο φλόγες και φτέρουγες. Και στα μαλλιά σου περιπλέκουνταν ρίζες από θυμάρι.

Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταζα. Έκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου· έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατα μου λύγισαν.

Άπλουσες τότε το χέρι, σαν να πνίγουμουν κι ήθελες να με σώσεις. Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου· πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα. Έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:
— Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ' μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου· δεν ήταν χέρι, ήταν πολόχρωμη φωτιά. Ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
— Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου...
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να 'βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης. Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
— Παππού, φώναξα τώρα πια δυνατά, δώσ' μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι όλομεμιας, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
— Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο· είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν. Τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτισμένα δάκρυα.
— Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Ήταν η φωνή σου· κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορούσε έναν τέτοιο αρσενικό λόγο να ξεστομίσει, μονάχα εσύ, Παππού ανεχόρταγε! Δεν είσαι εσύ ο αρχηγός ο απροσκύνητος, ο ανέλπιδος, της στρατευόμενης γενιάς μου; Δεν είμαστε εμείς οι λαβωμένοι, οι πεινασμένοι, οι μπουμπουνοκέφαλοι, οι σιδεροκέφαλοι, που αφήσαμε πίσω μας την καλοπέραση και τη βεβαιότητα και πας εσύ μπροστά και κάνουμε γιουρούσι να σπάσουμε τα σύνορα;
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →