HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Η σπηλιά της γοργόνας

Topic #1446 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 59 • posts 4
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #8171 • 26 Jan 2008, 20:03 UTC
Πηγή: το βιβλίο «Η σπηλιά της γοργόνας» της Λίτσας Ψαραύτη, εκδόσεις Πατάκη 2007, Βαλτετσίου 14, 10680 Αθήνα, τηλ. 210 3650000, fax: 210 3650069, www.patakis.gr, info@patakis.gr, ISBN: 978-960-16-2639-0.

«……………………….
Ως τώρα δεν έχω μιλήσει πολύ για το Δημητρό, το γιο του καπετάνιου. Τον περισσότερο καιρό έλειπε με το καΐκι του πατέρα του κι όταν γύριζαν όλο και κάτι έπρεπε να διορθώσουν στο πλεούμενο, πότε σκισμένα πανιά κι άλλοτε το τιμόνι ή την αλυσίδα της άγκυρας, να βάψουν τα ξύλα... Ήταν μεγαλύτερος από μένα κάμποσα χρόνια. Όσο καιρό καθόμασταν κοντά στο σπίτι της καπετάνισσας, τον έβλεπα πότε πότε. Του άρεσε να παίζει με τα αγόρια μας, να τους μαθαίνει ναυτικούς κόμπους και να μας διηγείται τις περιπέτειες του στις θάλασσες. Μας έλεγε και για κρυφές σπηλιές που στα βάθη τους κατοικούσαν γοργόνες. Τις νύχτες τραγουδούσαν κι όποιος πλησίαζε για να τις δει και ν' ακούσει το τραγούδι τους έχανε τα μυαλά του, και την άλλη μέρα τον ξέβραζε η θάλασσα πνιγμένο.
— Θα με πάρεις κι εμένα, Δημητρό, να δω τις γοργόνες και τις σπηλιές και ν' ακούσω το τραγούδι τους; τον παρακαλούσα.
— Είσαι μικρή ακόμα... Όταν μεγαλώσεις θα πάμε μια μέρα στη σπηλιά της Χρυσαυγής, έτσι λένε τη γοργόνα...
…………..
Οι τελευταίες μέρες του Οκτώβρη ήταν ζεστές, η θάλασσα γαληνεμένη σε καλούσε κοντά της.
— Ώρα ν' αποχαιρετήσουμε το καλοκαίρι με μια θαλασσινή βόλτα, αποφάσισε ένα πρωί ο Δημητρός. Οι μανάδες μας δεν μπόρεσαν να έρθουν, όλες είχαν κάποια δουλειά και άφησαν εμάς τα παιδιά να πάμε μόνα μας με το Δημητρό. Κι ο καπετάνιος έπρεπε να πάει στην τράπεζα και στους πελάτες του και δεν ήρθε μαζί μας. Είχε όμως εμπιστοσύνη στο γιο του, μπορούσε να κουμαντάρει και μόνος του το καΐκι.
Ήμασταν ο Πυθαγόρας και ο Γιωργάκης, εγώ και η Σοφία, η Καλλιοπίτσα και η Χρυσούλα. Πήραμε ό,τι φαγώσιμα βρήκαμε στα σπίτια μας, ψωμί, ντομάτες, τυρί, μπουρέκια με κολοκύθα, σταφύλια και όσο μπακλαβά είχε περισσέψει από τη γιορτή του Δημητρού. Ο Πυθαγόρας και ο Γιωργάκης, όλο έξαψη, βοηθούσαν το νεαρό καπετάνιο μας να τραβήξει την άγκυρα και να βάλει μπροστά τη μηχανή. Βγήκαμε από το λιμάνι και πλέοντας κοντά στα παράλια περάσαμε τα Αυλάκια με τους κομμένους βράχους.
Μάζεψα όλο το κουράγιο μου και πλησίασα το Δημητρό.
— Θέλω να με πας στη σπηλιά της γοργόνας... Μου το έχεις υποσχεθεί εδώ και καιρό...
— Δεν το έχω ξεχάσει, Φωτεινή... Λογάριαζα να πάμε κάποια μέρα μόνοι μας...
— Τώρα θέλω, τον κοίταξα παρακαλετά. Θα προσέξουμε να μη μας δει κανένας...
Ρίξαμε άγκυρα σ' ένα μικρό όρμο με σμαραγδένια νερά και βράχια ολόγυρα. Ο Δημητρός και τα αγόρια κατέβασαν τη βάρκα του καϊκιού και βγήκαμε στην αμμουδιά, μικρή όσο μια αγκαλιά. Η παρέα σκόρπισε. Ο Πυθαγόρας με το Γιωργάκη βούτηξαν για αχινούς, τα κορίτσια μάζευαν κοχύλια κι εγώ με το Δημητρό χωθήκαμε ανάμεσα στα βράχια.
Μόνο αν ήξερες πού ήταν η σχισμάδα του βράχου μπορούσες να βρεις τη σπηλιά. Το κύμα έφτανε ως το άνοιγμα της, που ήταν στρωμένο με βότσαλα, και πιο μέσα έχασκε το σκοτάδι. Στάθηκα διστακτική. Ο Δημητρός μ' έπιασε από το χέρι.
— Μη φοβάσαι, έχω μαζί μου κεριά και σπίρτα. Αυτό που θα δεις μόνο εγώ το ξέρω...
Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει, έτρεμα σύγκορμη. Ο Δημητρός άναψε δυο κεριά, μου 'δωσε το ένα. Σκόνταψα σε μια πέτρα κι εκείνος πρόλαβε και με βάσταξε από το χέρι. Κάναμε ακόμα μερικά βήματα κι έμεινα στήλη άλατος, σαν τη γυναίκα του Λωτ. Ο βράχος κοβόταν απότομα και ήταν λείος σαν τοίχος. Πάνω του ήταν ζωγραφισμένες εικόνες αγίων μαζί με τέρατα θαλασσινά και τον Ποσειδώνα με την τρίαινα του. Και σ' όλο το υπόλοιπο τέμπλο υπήρχαν κολλημένα χιλιάδες κοχύλια και όστρακα της θάλασσας!
— Παναγιά μου! έμπηξα μια φωνή.
— Ησύχασε, είναι ιερός αυτός ο τόπος... Βρισκόμαστε μέσα σε μια εκκλησιά...
— Ποιος την έφτιαξε; Γιατί μέσα σε μια σπηλιά;
— Θα σου πω με λίγα λόγια την ιστορία της... Πριν από πολλά χρόνια, μια όμορφη κοπέλα που την έλεγαν Χρυσαυγή παντρεύτηκε τον καπετάνιο που αγαπούσε. Μια νύχτα με μεγάλη τρικυμία το καράβι βούλιαξε και πνίγηκε ο άντρας της. Άδικα τον περίμενε μήνες και χρόνια. Παρακάλεσε τον Αϊ-Νικόλα να της φέρει πίσω τον άντρα της ζωντανό ή πεθαμένο κι εκείνη του έταξε ότι θα του έχτιζε ένα εκκλησάκι.
Ο άγιος την άκουσε κι ένα πρωί η Χρυσαυγή είδε ψηλά από το βράχο το σώμα του άντρα της βγαλμένο σ' αυτήν εδώ την αμμουδιά. Όταν πλησίασε δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια της. Ολόκληρο το κορμί του αγαπημένου της ήταν σκεπασμένο με όλων των ειδών τα κοχύλια και τα όστρακα.
Η Χρυσαυγή κάθε μέρα τα ξεκολλούσε ένα ένα από-πάνω του κι έφτιαχνε το τέμπλο της εκκλησιάς. Όταν τελείωσε ζωγράφισε την εικόνα του Αϊ-Νικόλα και της Παναγιάς και όλα τα πλάσματα της θάλασσας. Έπειτα έσυρε τον άντρα της στο βυθό της θάλασσας κι έμεινε για πάντα κοντά του. Μεταμορφώθηκε σε μια όμορφη γοργόνα. Κάθε χρόνο στη γιορτή του Αϊ-Νικόλα έρχεται στη σπηλιά να προσκυνήσει. Κλαίει, μοιρολογάει τον αγαπημένο της, του λέει τραγούδια και την άλλη μέρα γυρίζει στη θάλασσα...
— Κι εσένα ποιος σου είπε την ιστορία της Χρυσαυγής; έκανα την ερώτηση που με έκαιγε από ώρα...
— Η γοργόνα...
— Είναι αλήθεια, λοιπόν, αυτά που λένε ότι οι γοργόνες παρουσιάζονται στους ναυτικούς και τους μιλάνε, όπως η αδερφή του Μεγαλέξαντρου...
— Αλήθεια είναι, Φωτεινή... Γυρίζαμε με το καΐκι από τη Χίο. Φτάνοντας κοντά στη Σάμο ο καιρός χάλασε, από το βοριά κατέβαζε φίδια το πέλαγος.
Ήταν παραμονή του Αϊ-Νικόλα. «Βόηθα μας, άγιε μου, κι ασημένιο καΐκι θα κρεμάσω μπροστά στην εικόνα σου» προσευχήθηκε ο πατέρας μου. Το καΐκι μας σπρωγμένο από τα κύματα μπήκε σ' αυτόν εδώ τον απάγκιο όρμο. Ρίξαμε άγκυρα. Ο πατέρας μου κουρασμένος έγειρε να κοιμηθεί. Τόσα χρόνια οργώναμε τις θάλασσες γύρω από το νησί κι αυτό τον όρμο δεν τον είχαμε ποτέ προσέξει. Η μικρή αμμουδιά, οι βράχοι, αλλά και οι αχινοί που φαίνονταν στο βυθό με τραβούσαν με μια δύναμη που δεν μπορούσα να της αντισταθώ.
Βούτηξα από το καΐκι για να δω από κοντά αυτή την όμορφη ακρογιαλιά και να βγάλω μερικούς αχινούς. Δεν άργησα ν' ανακαλύψω τη σχισμάδα της σπηλιάς. Μπήκα μέσα. Όταν συνήθισαν τα μάτια μου στο σκοτάδι είδα το τέμπλο με τα όστρακα και τις εικόνες.
— Δεν τρόμαξες;
— Όχι... Μόνο αναρωτήθηκα, όπως κι εσύ τώρα, ποιος έφτιαξε αυτή την παράξενη εκκλησιά... Έγειρα να ξεκουραστώ και την ίδια στιγμή παρουσιάστηκε μπροστά μου η γοργόνα.
— Δε φοβήθηκες μήπως σε πάρει μαζί της στο βυθό; ξαναρώτησα το Δημητρό.
— Ένιωθα μια γαλήνη ν' απλώνεται μέσα μου. Η γοργόνα φαίνεται ότι αγαπάει τους ναυτικούς, γιατί κι ο άντρας της ταξίδευε στις θάλασσες. Κάποια στιγμή που σηκώθηκα όρθιος δεν ήταν πια κοντά μου...
— Αλλόκοτη ιστορία... Αν δεν έβλεπα την εκκλησιά με τα μάτια μου θα έλεγα ότι κοιμήθηκες κι ότι όλα όσα μου είπες τα είδες στ' όνειρο σου.
Ήταν πια ώρα να φύγουμε, τα ξαδέρφια μου θ' ανησυχούσαν. Μπήξαμε τα κεριά μπροστά στο τέμπλο και βγήκαμε από τη σπηλιά. Ο ήλιος κι η ασπρίλα από τα βότσαλα μας τύφλωσαν. Το κύμα τα πηγαινοέφερνε για να τα κάνει όλο και πιο στρογγυλά και γυαλιστερά, τόσο που όμοια τους κανένας τεχνίτης δεν μπορούσε να φτιάξει.
Όση ώρα κράτησε η εκδρομή μας δεν έφευγε από το νου μου η σπηλιά, η γοργόνα, η εκκλησιά με τα όστρακα... Μακριά από τη μαγεία τους άρχισα πάλι ν' αναρωτιέμαι αν όλα έγιναν όπως τα διηγήθηκε ο Δήμητρας. Θυμήθηκα τη μάνα μου που μου είχε πει κάποτε «παιδάκι μου, τα πράγματα μπορεί να είναι έτσι όπως τα βλέπουμε, αλλά μπορεί να είναι και αλλιώς...». Ό,τι και να ήταν, όμως, εγώ ένιωθα ευτυχισμένη γιατί μοιραζόμουν με το Δημητρό το ίδιο μυστικό.
……………….
Με το Δημητρό κάναμε το γάμο μας κρυφά, στο μέρος που τον είχαμε ονειρευτεί. Στη σπηλιά της γοργόνας με τα όστρακα στο τέμπλο, την εικόνα του Αϊ-Νικόλα και της Παναγίας και τον Ποσειδώνα με την τρίαινα του. Ο παπα-Μελέτιος όταν του ζητήσαμε να μας παντρέψει άστραψε και βρόντηξε.
— Πού ακούστηκε γάμος σε σπηλιά γοργόνας; Είναι ιερό μυστήριο και πρέπει να γίνεται στον οίκο του Θεού, σε κανονική εκκλησία...
— Μα εσύ, πάτερ Μελέτιε, δεν έλεγες ότι ο Θεός βρίσκεται παντού; Γιατί όχι και σε μια σπηλιά; τον στρίμωξε ο Δήμητρας.
Μας πήρε μέρες να τον φέρουμε στα νερά μας τον παπά. Όταν όμως του είπαμε για το τάμα που είχαμε κάνει να παντρευτούμε στο εκκλησάκι του Αϊ-Νικόλα και πως ο άγιος είχε σώσει το καΐκι του Δημητρού από την τρικυμία οδηγώντας το στον όρμο, δέχτηκε, με μισή καρδιά, να μας στεφανώσει.
Έπρεπε όμως να βρούμε και κουμπάρο που θα κρατούσε το μυστικό και δε θα μιλούσε σε κανένα για τη σπηλιά της γοργόνας. Ο πιο κατάλληλος ήταν ο Πυθαγόρας. Δέχτηκε αμέσως. Τι θα έλεγαν όμως οι οικογένειες μας; Πώς θ' αντιδρούσαν; Με ποιο δικαίωμα θα τους στερούσαμε τη χαρά να δουν τα παιδιά τους να παντρεύονται; Τα νιάτα όμως μερικές φορές αψηφούν τύπους και κανόνες και κάνουν του κεφαλιού τους. Αυτό κάναμε κι εμείς.
Πήρα το εργόχειρο χωρίς να με δει κανείς, πήραμε και τον παπα-Μελέτιο με το βαλιτσάκι του που είχε μέσα τα απαραίτητα για το μυστήριο και βάλαμε ρότα για τη σπηλιά. Αποβραδίς είχα ξενυχτίσει να φτιάξω τα στέφανα του γάμου. Μάζεψα όλους τους λεμονανθούς από τη λεμονιά της αυλής μας και τους πέρασα με τη βελόνα σε άσπρη κλωστή. Λύγισα και δυο κλαράκια, τα έκανα στρογγυλά και τα έδεσα με άσπρη κορδέλα. Έφερα βόλτα τους λεμονανθούς γύρω από τα στρογγυλεμένα κλαδιά και να τα έτοιμα τα στέφανα, δροσερά και μοσχομυριστά. Ο Δημητρός είχε αγοράσει τις βέρες από το Καρλόβασι για να μη μαθευτεί το μυστικό μας.
Με το αεράκι ν' ανεμίζει τα ράσα του παπα-Μελέτιου και με την γκρίνια του για την αποκοτιά που κάναμε και τις φωνές που θ' άκουγε από τους δικούς μας, φτάσαμε στη σπηλιά. Βγήκαμε με τη βάρκα ως εκεί που έφτανε το κύμα. Ο ήλιος μας χαμογελούσε στημένος μεσούρανα, ο αέρας μύριζε ιώδιο και θαλασσινή αρμύρα κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, κόντευε να πεταχτεί από το στήθος μου. Από χαρά γιατί θα παντρευόμουν τον άνθρωπο που αγαπούσα, από δέος που θα παραβιάζαμε ξανά τη μυστική σπηλιά της γοργόνας, από φόβο Θεού -ο γάμος μας δε γινόταν σε κανονική εκκλησία- και από λύπη για τη στενοχώρια που θα έπαιρναν οι δικοί μας.
Ο Δημητρός όμως ήταν πλάι μου και με κρατούσε σφιχτά από το χέρι. Αφοσιώθηκα στα λόγια του Ευαγγελίου με τα μάτια καρφωμένα στο τέμπλο με τα όστρακα και τις μορφές των αγίων. Απλωμένο πάνω στα βότσαλα της σπηλιάς, το εργόχειρο με συντρόφευε στην πιο ευτυ¬χισμένη στιγμή της ζωής μου και με παρηγορούσε. Ένιωθα σαν να είχα όλη μου την οικογένεια στο πλάι μου. Δε στενοχωρέθηκα για τις λίγες σταγόνες κερί που έσταξαν πάνω του από τις άσπρες λαμπάδες...
Πριν φύγουμε κρεμάσαμε τα στέφανα με τους λεμονανθούς μπροστά στην εικόνα του Αϊ-Νικόλα...
…………….
Ήταν ένας γλυκός Σεπτέμβρης. Την τελευταία στιγμή αποφάσισα να πάω κι εγώ μαζί του. Ήθελα να ξεσκάσω λιγάκι από την κλεισούρα του σπιτιού και τις καθημερινές δουλειές -όλο τα ίδια και τα ίδια, πλύσιμο, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, σφουγγάρισμα- και να ζήσω λίγες ώρες μόνη με το Δημητρό. Άφησα τη Βαγγελίτσα μου στ' άξια χέρια της πεθεράς μου και σαλπάραμε.
Από τη στιγμή που μπήκα στο καΐκι μια σκέψη σφηνώθηκε στο μυαλό μου. Μόλις περάσαμε το Κοκκάρι το αποφάσισα:
— Δημητρό, θέλω να κάνουμε μια στάση στη σπηλιά της Χρυσαυγής. Θα προσκυνήσουμε τον Αϊ-Νικόλα και, πού ξέρεις; Μπορεί να δούμε και την ίδια τη γοργόνα... Ο άντρας μου, που δε μου χαλούσε ποτέ χατίρι, έβαλε πλώρη κατά κει. Η θάλασσα ήταν λάδι, μόνο ο θόρυβος της άγκυρας τάραξε την ησυχία του ορμίσκου. Δυο τρεις καρακάξες πέταξαν κρώζοντας, ενοχλημένες από την παρουσία μας.
Ανατρίχιασα ολόκληρη μπαίνοντας στη σπηλιά. Αισθάνθηκα το ίδιο δέος όπως και τις προηγούμενες φορές. Αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου ήταν απίστευτο. Τα στέφανα του γάμου μας, κρεμασμένα μπροστά στην εικόνα του Αϊ-Νικόλα, ήταν όπως τα είχαμε αφήσει τη μέρα που παντρευτήκαμε. Φρέσκα, αμάραντα και δροσερά, μοσχομύριζαν!
Γύρισα και κοίταξα το Δημητρό. Ήταν κι εκείνος σαστισμένος, έτρεμε.
— Δεν το χωράει ο νους μου... Πώς γίνεται να μην έχουν μαραθεί οι λεμονανθοί ύστερα από τόσο καιρό; ψιθύρισα.
— Δεν ξέρω, Φωτεινή... Ο αέρας της σπηλιάς είναι πάντα κρύος, γι' αυτό...
— Θα μπορούσαν να διατηρηθούν για μερικές μέρες... Πέρασαν όμως χρόνια... Κάποιο θαύμα έγινε κι έχουν βάλει το χέρι τους οι άγιοι, μπορεί και η γοργόνα. Θαύμα ήταν και τότε που σας έσωσε ο Αϊ-Νικόλας και σας οδήγησε σ' αυτόν εδώ τον ορμίσκο...
— Εμείς οι ναυτικοί πιστεύουμε στα θαύματα, γιατί βλέ¬πουν πολλά τα μάτια μας όταν ταξιδεύουμε.
Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τα στέφανα. Ένιωθα να παραστέκονται αόρατες δυνάμεις, λίγο ακόμα και οι άγιοι θα ζωντάνευαν από τη θέση τους πάνω στο βράχο... Ήθελα να το βάλω στα πόδια, τα γόνατα μου όμως λύγιζαν, δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Στεκόμασταν με το Δημητρό μαρμαρωμένοι και περιμέναμε να συμβεί κάτι απρόσμενο για να λυθούν τα μάγια.
Ένας δυνατός αέρας μπήκε βογγώντας από το άνοιγμα της σπηλιάς κι έσβησε τα κεριά που κρατούσαμε.
— Πάμε, Φωτεινή... Σηκώθηκε αέρας... Ο Δημητρός με πήρε από το χέρι και βγήκαμε στον ήλιο και στο φως, μακριά από τον κόσμο των πνευμάτων. Αλλά τι περίεργο...
Η θάλασσα ήταν λάδι, δε φυσούσε ούτε η παραμικρή πνοή αέρα...
…………………………
Οι ανακρίσεις, οι ξυλοδαρμοί και οι συλλήψεις συνεχίστηκαν. Οι φυλακές γέμισαν από πολιτικούς κρατούμενους . Τέλη Μαΐου του 1947 σχηματίστηκε ο Δημοκρατικός Στρατός Σάμου, και οι αντάρτες ανέβηκαν στην Κέρκη, εκεί που ήξεραν όλες τις σπηλιές και τα περάσματα από τότε που πολεμούσαν τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.
…………………….
Το πρωί τίποτα δε φανέρωνε το νυχτερινό χαλασμό. Η ξερή γη είχε ρουφήξει το νερό της βροχής, τα δέντρα άστραφταν φρεσκοπλυμένα, ακόμα και οι σκονισμένες φραγκοσυκιές ήταν καταπράσινες. Κι η ατμόσφαιρα καθαρή, έλαμπαν στον ήλιο οι βουνοκορφές. Δεν κρατήθηκα άλλο.
— Δημητρό, θέλω να πάμε εκεί...
— Πού είναι, Φωτεινή, το «εκεί»;
— Στη σπηλιά της γοργόνας...
— Πού τη θυμήθηκες ύστερα από τόσο καιρό; χαμογέλασε ο άντρας μου.
— Γίνεται να ξεχάσω την εκκλησιά που παντρευτήκαμε; Ξέρεις πόσες φορές ήθελα να ξαναπάμε; Μ' έτρωγε η περιέργεια να δω αν υπάρχουν ακόμα τα στέφανα του γάμου μας... Άραγε, διατηρούνται οι λεμονανθοί αμάραντοι όπως την τελευταία φορά που πήγαμε στη σπηλιά;
Ο Δημητρός, το έχω ξαναπεί, δε μου χαλούσε ποτέ χατίρι. Αφήσαμε να φύγει πρώτα η Βαγγελίτσα για το σχολείο και κατεβήκαμε στο λιμάνι. Με την καινούρια μηχανή, το καΐκι άφηνε πίσω του ένα αφρισμένο αυλάκι κι οι γλάροι μας συνόδεψαν ως το Κοκκάρι.
Αράξαμε στη γνωστή ακρογιαλιά και με τη βάρκα βγήκαμε στην παραλία. Όσο κι αν -ψάξαμε δε βρήκαμε το άνοιγμα του βράχου. Κι όμως, ήμασταν σίγουροι κι οι δυο ότι η σπηλιά ήταν εκεί. Για μια στιγμή σκέφτηκα μήπως όσα έγιναν τότε ήταν όλα γέννημα της φαντασίας μου, η σπηλιά, η εκκλησία, τα όστρακα, οι άγιοι, ο γάμος μας, τα αμάραντα στέφανα... Αλλά, όχι... Τα είχαμε ζήσει με το Δημητρό και ήταν αληθινά... Ο παπα-Μελέτιος που μου θύμιζε τον ανορθόδοξο γάμο μας κάθε φορά που τον συναντούσα, τα παράπονα των δικών μας όταν το έμαθαν, οι δυσκολίες με τη μητρόπολη για να γίνει έγκυρος ο γάμος μας...
Αρχίσαμε να ξαναψάχνουμε σπιθαμή προς σπιθαμή.
— Φωτεινή, εδώ..., φώναξε ο Δημητρός.
Έτρεξα κατά κει και τον είδα σκυμμένο να ψάχνει ανάμεσα σε μια χαραμάδα.
— Βλέπεις; Το άνοιγμα της σπηλιάς ήταν σε αυτό το σημείο.
— Και γιατί δεν υπάρχει πια; Κοιτούσα το Δημητρό απορημένη.
— Δεν πάει ο νους σου πουθενά; Θυμάσαι το σεισμό που έγινε τον Ιούλιο; Φαίνεται ότι οι βράχοι κουνήθηκαν, έφυγαν από τη θέση τους, ενώθηκαν κι έκλεισε η είσοδος της σπηλιάς.
Άρχισα να γελάω νευρικά. Ο Δημητρός με κοίταζε σαστισμένος.
Πλησίασα κι άρχισα να ψαχουλεύω τη σχισμάδα με την τρελή ελπίδα ότι θ' άνοιγε, όπως γίνεται στα παραμύθια. Και μήπως όλα δεν ήταν ένα παραμύθι με θαύματα και μάγια; Δεν είναι και το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο να κάνεις το γάμο σου σε μια εκκλησιά φτιαγμένη με όστρακα, αγίους και πλάσματα μυθικά. Να κρατάς τη θύμηση του ευλαβικά σαν πολύτιμο φυλαχτό και ξαφνικά να χάνονται όλα μ' έναν τρόπο τόσο απρόσμενο...
Και οι λεμονανθοί; Εξακολουθούσαν, άραγε, να υπάρχουν ολόφρεσκοι όπως τότε που τους πρωτοφορέσαμε στα κεφάλια μας, ή θάφτηκαν μαζί με τα όστρακα κάτω από τόνους πέτρες και χώματα;
Δε θα το μαθαίναμε ποτέ...
…………………………….
Αποχαιρετήσαμε την ακρογιαλιά. Ήξερα ότι δε θα ξαναρχόμασταν πια... Τις πρώτες νύχτες έβλεπα στον ύπνο μου τον ίδιο εφιάλτη. Τη γοργόνα να βγαίνει στην παραλία και ν' αναζητάει τη σπηλιά της. Να ικετεύει το Δημητρό απελπισμένα να την ακολουθήσει στα βάθη της θάλασσας κι εκείνος να ξεμακραίνει με το καΐκι.
Ξυπνούσα λουσμένη στον ιδρώτα. Έβλεπα τον άντρα μου να κοιμάται ήσυχα δίπλα μου και καταλάγιαζαν οι χτύποι της καρδιάς μου.
Με τα χρόνια η λησμονιά σκέπασε ευλαβικά τη σπηλιά, τη γοργόνα, την εκκλησιά με τα όστρακα. Ζούμε με το Δημητρό μια γαλήνια ευτυχία, έχουμε και τη Βαγγελίτσα που ομορφαίνει τη ζωή μας και της δίνει νόημα...
Τα καταφέραμε.
Δούλεψε καλά ο χρόνος. Μπορεί να μας άφησε σημάδια αλλά δε θέλουμε να τα ξεχάσουμε. Να θυμόμαστε θέλουμε, να συγχωρούμε, να ελπίζουμε και ν' αγαπάμε.
……………………………..»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #8172 • 26 Jan 2008, 20:10 UTC
".................
— Πού ακούστηκε γάμος σε σπηλιά γοργόνας; Είναι ιερό μυστήριο και πρέπει να γίνεται στον οίκο του Θεού, σε κανονική εκκλησία...
— Μα εσύ, πάτερ Μελέτιε, δεν έλεγες ότι ο Θεός βρίσκεται παντού; Γιατί όχι και σε μια σπηλιά; τον στρίμωξε ο Δημητρός.
.................."

Σημ. Δεν ξέρω για το ιερό μυστήριο του γάμου, πάντως το ιερό μυστήριο της βαπτίσεως το έχει τελέσει ο ΣΠΗΛΑΙΟΕΠΑΦΙΚΟΣ (βάπτισε το παιδί του) σε μια σπηλιά έξω από τη Μονεβάσια, στη Λακωνία.

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
K
KApostolopoulos
Author ID 15
94 δημόσια posts
Post #8179 • 28 Jan 2008, 08:12 UTC
Έχει γίνει και γάμος Χρήστο μου. Στο σπήλαιο Κουτούκι Παιανίας αν δεν κάνω λάθος... :)
G
giorgos
Author ID 6
389 δημόσια posts
Post #8180 • 28 Jan 2008, 08:30 UTC
Κώστα δεν κάνεις λάθος . . .
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →