Τα σπήλαια στην αρχαία Ελληνική γραμματεία ΙΙ
Κύκλος: Ομηρικά έπη
Πηγή: η ραψωδία Ι της Οδύσσειας του Ομήρου (Κίκονες, Λωτοφάγοι, Κύκλωπες), σε κείμενο που ακολουθεί την έκδοση του Thomas W. Allen και μετάφραση – επιλεγόμενα Δ. Ν. Μαρωνίτη, από τις εκδόσεις «στιγμή», 1993, ISBN: 960-269-131-x.
Σχόλιο: Περίπου 3.000 χρόνια μετά (!) ένας άλλος ποιητής, ξένος αυτή τη φορά, περιγράφει πάλι - βλ. δημοσίευση «Σπήλαια κρησφύγετα ανταρτών στην Κρήτη» - στον ίδιο τόπο (στην Ελλάδα), στον ίδιο χώρο (στα σπήλαια μέσα), δείπνα και τσιμπούσια με τυριά και άλλους μεζέδες. Για περίπου 3.000 χρόνια οι Έλληνες μπαινοβγαίνουν στα σπήλαια όπως φαίνεται σε γραπτά κείμενα! Κι αυτό είναι μια Αλήθεια – πιστεύω - πιο Σημαντική, πιο Ουσιαστική και με μεγαλύτερη Αξία από την «αλήθεια στις σχέσεις μεταξύ ημών κι εκείνων» και από όλες τις παρόμοιες αλήθειες, κι από όλες τις έριδες και τις φιλονικίες και τους καυγάδες, που όμως – αλίμονο! – κι αυτά παντοτινό και θλιβερό προνόμιο των Ελλήνων είναι.
Με τη ευκαιρία θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους με ενθαρρυντικά σχόλια, καλά λόγια και συμμετοχή βοηθούν τη θεματική ενότητα «Σπήλαια και Λογοτεχνία».
«…………….
Αν είναι χαμηλή η Ιθάκη, βρίσκεται όμως πιο ψηλά
στην αλμυρή τη θάλασσα και προς τη δύση – τα άλλα νησιά,
μακραίνοντας, κοιτούν τον ήλιο στο ξημέρωμα.
Τραχιά, κι όμως καλή, τρέφει τα παλικάρια της λαμπρά –
εγώ δεν ξέρω νά’ χω δει κάτι γλυκύτερο απ’ τη γη της.
Αλλά με κράτησε μακριά η Καλυψώ στις Θολωτές σπηλιές της,
θεά δαιμονική, από τον πόθο ταίρι της να με κάνει.
………………
Αυτοί (οι Κύκλωπες) δεν ξέρουν και δεν έχουν αγορές, να παίρνουν αποφάσεις
και να βγάζουν νόμους. Ζούνε σ’ απότομες κορφές,
επάνω σε ψηλά βουνά, μέσα σε θολωτές σπηλιές,
ορίζοντας καθένας μόνος του παιδιά, γυναίκες – καμιά δεν έχουν
φροντίδα για τους άλλους.
……………….
Φτάναμε πια στην κοντινή εκείνη ακτή, όταν το μάτι μας
σταμάτησε σε μια σπηλιά, ολότελα στην άκρη, προς τη θάλασσα.
Ήταν ψηλή και σκεπασμένη από τις δάφνες. Εδώ τη νύχτα ησύχαζαν
πολλά κοπάδια, πρόβατα και γίδες. Τριγύρω επίσης η αυλή
ψηλή, χτισμένη με τις πέτρες της στη γη βαθιά χωμένες.
Τα πεύκα σηκωμένα και φουντωμένες οι βαλανιδιές κυμάτιζαν στα ύψη.
Εκεί τις νύχτες του περνούσε ένας πελώριος άντρας, μοναχικός
κι απόμακρος ποίμαινε το κοπάδι του. Μ’ άλλους δε σύχναζε,
και ζώντας ολομόναχος βρισκόταν έξω από τον κάθε νόμο.
………………….
Φτάσαμε τότε με σπουδή ως τη σπηλιά, εκείνον όμως μέσα
δεν τον βρήκαμε. Έβοσκε στο λιβάδι τα παχιά του πρόβατα.
Μπαίνοντας στη σπηλιά κοιτούσαμε έκθαμβοι το καθετί:
γεμάτα από τυριά πανέρια καλαμένια, στις μάντρες να στενάζουν
ερίφια κι αρνιά, με τάξη όμως μεταξύ τους χωρισμένα,
αλλού τα πρωτογέννητα και τα μεσαία αλλού, αλλού
τα νεογνά τους. Οι κάδοι ξέχειλοι με το τυρόγαλο,
καρδάρες και σκαφίδια, έτοιμα όλα καμωμένα, μέσα τους να τ’ αρμέγει.
………………….
Τότε ανάβοντας φωτιά, πρώτα θυσία τελούμε, ύστερα μόνοι μας,
κόβοντας τα τυριά, δειπνήσαμε, και περιμένοντας μείναμε εκεί,
στην άκρη της σπηλιάς, ωσότου φάνηκε κι αυτός με το κοπάδι του.
Στη ράχη κουβαλούσε ασήκωτο φορτίο με ξεραμένα ξύλα,
χρήσιμο για το δείπνο του, κι όπως το ξεφορτώθηκε
στη μέση της σπηλιάς, ξεσήκωσε ορυμαγδό.
Τρομάζοντας τότε κι εμείς, βρεθήκαμε στο βάθος της σπηλιάς.
Εκείνος μπάζει τα παχιά του ζώα στο μεγάλο σπήλαιο,
όλα που θ’ άρμεγε, αφήνοντας μόνο τα σερνικά απ’ έξω,
κριάρια και τραγιά, στην άπλα της βαθιάς αυλής.
Έπειτα φράζει το άνοιγμα, ψηλά σηκώνοντας τεράστιο λίθο
και βαρύ – αμάξια είκοσι δυο, γερά, τετράτροχα δεν θα μπορούσαν
καν να τον κουνήσουν απ’ τον τόπο του, τόσο ο βράχος ο τραχύς
που σφράγισε μ’ αυτόν τη θύρα της σπηλιάς.
…………………….
Ώσπου ξεχείλισε ο Κύκλωπας τη φουσκωμένη του κοιλιά,
μασώντας κρέας ανθρώπινο και καταπίνοντας άμεικτο γάλα.
Τότε ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς στη μέση της σπηλιάς,
ανάμεσα στα πρόβατα του.
…………………….
Αποτελειώνοντας μ’ όση σπουδή μπορούσε, το έργο της ημέρας,
άρπαξε πάλι δυο συντρόφους, τους έφαγε για πρόγευμα.
Κι όταν απόφαγε, έβγαλε το παχύ κοπάδι του απ’ τη σπηλιά,
εύκολα αφαιρώντας το βράχο της μπασιάς. Ύστερα
εύκολα πάλι τον ξανάβαλε στη θέση του, σάμπως και νά’ βαζε
το πώμα στην φαρέτρα του.
……………………
Τότε πήγα κι εγώ κοντά, κόβω, καμιάν οργιά, ένα κομμάτι,
το παραδίνω στους συντρόφους, τους είπα να το ξεφλουδίσουν.
Κι αυτοί τό’φτιαξαν λείο. Μετά στα χέρια μου το παίρνω εγώ,
τό’ξυσα για να γίνει μυτερό και, πιάνοντας το από την άκρη,
το βάζω αμέσως στης φωτιάς τη φλόγα, για να σφίξει.
Ύστερα το τακτοποιώ καλά, τό’κρυψα κάτω απ’ την κοπριά –
ήταν μες στη σπηλιά παντού χυμένη ή μαζεμένη
σε μεγάλους, πολλούς σωρούς.
……………………
Σουρούπωσε, και φτάνει εκείνος οδηγώντας
τα μαλλιαρά βοσκήματα του. Τα φέρνει γρήγορα στο μέγα σπήλαιο
παχιά τα γιδοπρόβατα του, ένα προς ένα, όλα. Απέξω
ετούτη τη φορά δεν άφησε κανένα – ποιος ξέρει αν κάτι μόνος του
φαντάστηκε ή μήπως και θεός τον παρακίνησε για να το κάνει.
Μετά, ψηλά σηκώνοντας τον μέγα βράχο, την είσοδο σφραγίζει
κι ύστερα κάθησε, αρνιά και γίδια αρμέγοντας – εκείνα να βελάζουν –
όλα με τη σειρά, κι έσπρωχνε στην κάθε μάνα το μικρό της.
…………………..
Μούγκρισε τότε από τον πόνο, κι άγρια η φωνή του αντήχησε
γύρω στην πέτρινη σπηλιά. Εμείς κάνουμε πίσω από τον τρόμο
παγωμένοι. Τράβηξε αυτός απ’ το μάτι του το αιμόφυρτο παλούκι,
κι αλλόφρων το άφησε να πέσει από τα χέρια του.
Αμέσως βγάζει φωνή μεγάλη, τους Κύκλωπες καλώντας, όσοι γύρω του
κατοικούσαν, κι αυτοί μες στις σπηλιές, στις ανεμόδαρτες κορφές.
Εκείνοι, τη βοή του ακούγοντας, μαζεύονται, καθένας κι απ’ αλλού,
κι έμειναν γύρω απ’ τη σπηλιά να τον ρωτούν
ποιο πάθος να τον βρήκε.
…………………….
«Κριάρι μου καλό, πώς και γιατί απ’ όλο το κοπάδι τελευταίο
βγαίνεις κι αφήνεις τη σπηλιά; Δεν το συνήθιζες πιο πριν
ν’ ακολουθείς και να ξεμένεις πίσω. Το πρώτο πρώτο ήσουν
από τα γιδοπρόβατα μου, που πιλαλώντας έτρεχες να βοσκήσεις
τη λουλουδισμένη χλόη. Το πρώτο που έφτανες στου ποταμού το ρέμα.
Και πάλι πρώτο γύρευες να γυρίσεις στο μαντρί,
σαν έπεφτε το βράδυ. Κι έγινες τώρα το στερνό και τελευταίο!
…………………….
Έτσι μιλώντας στο κριάρι του, τ’ άφησε να τον προσπεράσει.
Τότε κι εμείς, μόλις λιγάκι πιο μακριά βρεθήκαμε
απ’ τη σπηλιά και την αυγή, λύθηκα πρώτος από τον κριό,
λύνω μετά και τους συντρόφους.
…………………….
Πήραμε κάποια απόσταση, τόση ωστόσο που ν’ ακούγεται η φωνή,
κι εγώ φώναξα τότε προς τον Κύκλωπα χλευάζοντας:
«Κύκλωπα, δε σου έμελλε να πέσεις σε δειλό, αρχηγό,
που πήγες κι έφαγες στη θολωτή σπηλιά σου τους συντρόφους του
μ’ άγρια βία. Έπρεπε να πληρώσεις με το παραπάνω τα τόσα
ανόσια έργα σου. Άσπλαχνε εσύ, που δε φοβήθηκες, μέσα στο σπίτι σου,
τους ξένους να καταβροχθίσεις. Γι αυτό και σε τιμώρησαν
ο Δίας κι οι Θεοί».
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα