e – εκδ. Παρίσι 1864). Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, έβδομη εκτύπωση Ιούλιος 2003, Βαλτετσίου 14, 10680 Αθήνα, Τηλ. 219 3650000 , Fax: 210 3650069, www.patakis.gr, ISBN: 960-360-886-6 και η μετάφραση είναι της Βίκης Δέμου.
Εικονογράφηση Riou σε χάραξη Pannemaker.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV29DXBr.jpg
rn«……………….rnΤην επόμενη μέρα είχαμε κιόλας ξεχάσει τις κακοτυχίες μας. Το πρώτο πράγμα που με κατέπληξε ήταν ότι δε διψούσα πια, κι αναρωτιόμουν γιατί. Την απάντηση στην ερώτηση μου την έδωσε το ρυάκι που κυλούσε κελαρυστό στα πόδια μου.rnΓευματίσαμε και ήπιαμε απ' αυτό το θαυμάσιο σιδηρούχο νερό. Αισθανόμουν ανανεωμένος κι αποφασισμένος να φτάσω πολύ μακριά. Ποιος λόγος υπήρχε άραγε για να μην πραγματοποιήσει τα σχέδια του ένας άνθρωπος που ήξερε τι ήθελε, όπως ο θείος μου, ιδίως όταν είχε στο πλευρό του ένα φιλότιμο οδηγό σαν τον Χανς και έναν ανιψιό «αποφασιστικό» σαν εμένα; Τέτοιες ωραίες ιδέες περνούσαν απ' το μυαλό μου! Αν μου πρότεινε κανείς εκείνη τη στιγμή να ξανανέβω στην κορφή του Σνέφελς, θα αρνιόμουν αγανακτισμένος.rnΕν πάση περιπτώσει, το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να κατηφορίσουμε.rn— Εμπρός! φώναξα κι ο τόνος ενθουσιασμού που υπήρχε στη φωνή μου ξύπνησε την αρχαία ηχώ που κοιμόταν στα έγκατα της Γης.rnΤην Πέμπτη, στις οκτώ το πρωί, η πορεία μας ξανάρχισε. Ο γρανιτένιος διάδρομος, που σχημάτιζε ελικοειδείς στροφές, παρουσίαζε απότομες γωνίες κι ήταν μπερδεμένος σαν λαβύρινθος. Σε γενικές γραμμές όμως είχε σταθερή κατεύθυνση προς τα νοτιοδυτικά. Ο θείος μου δεν έπαυε να συμβουλεύεται με προσοχή την πυξίδα του, για να υπολογίζει την απόσταση που είχαμε διανύσει.rnΗ σήραγγα βυθιζόταν προς τα κάτω με τρόπο σχεδόν οριζόντιο, παρουσιάζοντας μια κατωφέρεια που δεν ξεπερνούσε τη μία ίντσα ανά μέτρο. Το ρυάκι κυλούσε ορμητικά κελαρύζοντας στα πόδια μας. Μου θύμιζε ένα φιλικό ξωτικό που μας οδηγούσε στα βάθη της Γης, και με το ένα χέρι χάιδευα τη χλιαρή ναϊάδα που συνόδευε τα βήματα μας με τα τραγούδια της. Η καλή μου διάθεση έβρισκε μια διέξοδο πρώτης τάξεως στη μυθολογία.rnΌσο για το θείο μου, βλαστημούσε το δρόμο που ανάγκαζε εκείνον, «έναν άνθρωπο της καθέτου», ν' ακολουθεί οριζόντια πορεία. Ο δρόμος του γινόταν ολοένα και μακρύτερος και, αντί να γλιστράει κατά μήκος της ακτίνας της Γης, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του, προχωρούσε ακολουθώντας την υποτείνουσα. Δεν είχαμε όμως περιθώρια επιλογής και δεν έπρεπε να παραπονιόμαστε, όσο αργός κι αν ήταν ο ρυθμός με τον οποίο πλησιάζαμε στο κέντρο της Γης.rnΆλλωστε, από καιρό σε καιρό η κατωφέρεια γινόταν πιο έντονη• η ναϊάδα άρχιζε να κατρακυλάει σιγομουρμουρίζοντας κι εμείς την ακολουθούσαμε όλο και πιο κάτω.rnΣε γενικές γραμμές, εκείνη τη μέρα και την επόμενη διασχίσαμε μεγάλη απόσταση οριζοντίως, αλλά σχετικά μικρή από πλευράς καθόδου.rnΤο βράδυ της Παρασκευής 10 Ιουλίου έπρεπε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, να βρισκόμαστε τριάντα λεύγες νοτιοανατολικά του Ρέυκιαβικ και σε βάθος δυόμισι λευγών.rnΤότε, κάτω απ' τα πόδια μας είδαμε να χάσκει ένα αρκετά τρομακτικό βάραθρο. Ο θείος μου δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη χειροκροτήσει μόλις διέκρινε πόσο απότομες ήταν οι πλευρές του. rn— Να πώς θα φτάσουμε πολύ μακριά, φώναξε, και μάλιστα χωρίς να δυσκολευτούμε, γιατί οι προεξοχές αυτού του βράχου σχηματίζουν μια αληθινή σκάλα!rnΟ Χανς τακτοποίησε τα σκοινιά έτσι, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Άρχισε η κατάβαση. Δεν τολμώ να την αποκαλέσω επικίνδυνη, γιατί είχα ήδη εξοικειωθεί με τα γυμνάσια αυτού του είδους.rnΑυτό το βάραθρο ήταν μια κατακόρυφη ρωγμή μες στο βράχο, από κείνες που τις ονομάζουν «ρήγματα». Απ' ό,τι φαίνεται, είχε προκληθεί κατά τη συστολή του σκελετού που στηρίζει το γήινο οικοδόμημα, την εποχή που ψυχόταν. Αν υποθέσουμε ότι το βάραθρο αυτό χρησίμεψε κάποτε ως δίοδος των ηφαιστειακών υλών που ξερνούσε το Σνέφελς, δεν μπορούσα να εξηγήσω το γεγονός ότι η λάβα δεν είχε αφήσει εδώ τα ίχνη της. Κατεβαίναμε ακολουθώντας, κατά κάποιο τρόπο, τις στροφές μιας πέτρινης βίδας που θα 'λεγε κανείς ότι είχε γίνει από ανθρώπινα χέρια.rnΉμασταν υποχρεωμένοι να σταματάμε κάθε τέταρτο, για να ξεκουραζόμαστε και να ξεμουδιάζουμε τα γόνατα μας. Τότε καθόμασταν σε κάποια προεξοχή του βράχου, με τα πόδια μας να κρέμονται, κουβεντιάζαμε τρώγοντας και σβήναμε τη δίψα μας στο ρυάκι.rnΕννοείται πως, στο εσωτερικό αυτού του ρήγματος, το Χανς-μπαχ είχε μεταβληθεί σε καταρράκτη, χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του αρχικού του όγκου. Αρκούσε όμως —και με το παραπάνω— για να ξεδιψάμε. Άλλωστε, όταν το έδαφος θα γινόταν ομαλότερο, θα ξανάβρισκε κι εκείνο την ήρεμη ροή του. Εκείνη τη στιγμή μού θύμιζε το σπουδαίο θείο μου, με την ανυπομονησία και τις εκρήξεις οργής του, ενώ, όταν το έδαφος δεν είχε τόση κατωφέρεια, έμοιαζε περισσότερο με το γαλήνιο Ισλανδό κυνηγό.rnΣτις 11 και στις 12 Ιουλίου ακολουθήσαμε τις σπείρες. Αυτού του ρήγματος, με αποτέλεσμα να χωθούμε άλλες δυο λεύγες κάτω από την επιφάνεια της Γης, πράγμα που σήμαινε ότι βρισκόμασταν σχεδόν πέντε λεύγες κάτω απ' την επιφάνεια της θάλασσας. Στις 13 όμως, κατά το μεσημέρι, το ρήγμα, που προχωρούσε προς τα νοτιοανατολικά, έγινε πολύ ομαλότερο, παρουσιάζοντας μια κλίση .μόλις σαράντα πέντε μοιρών περίπου.rnΗ πορεία μας έγινε λοιπόν ευκολότερη και απίστευτα μονότονη. Πώς αλλιώς να γινόταν; Δεν υπήρχε εναλλαγή του τοπίου για να ομορφαίνει το ταξίδι μας.rnΤέλος, την Τετάρτη στις 15 βρισκόμασταν επτά λεύγες κάτω απ' τη γη και πενήντα λεύγες μακριά απ' το Σνέφελς. Παρ' όλο που ήμασταν κάπως κουρασμένοι, η υγεία μας βρισκόταν σε ικανοποιητικότατα επίπεδα και το ταξιδιωτικό φαρμακείο είχε παραμείνει ως εκείνη τη στιγμή ανέπαφο.rnΚάθε μία ώρα, ο θείος μου σημείωνε τις ενδείξεις της πυξίδας, του χρονομέτρου, του μανόμετρου και του θερμόμετρου, τις οποίες αργότερα δημοσίευσε μαζί με το επιστημονικό χρονικό του ταξιδιού του. Είχε λοιπόν τη δυνατότητα να γνωρίζει επακριβώς τη θέση του. Όταν μου ανακοίνωσε ότι η οριζόντια απόσταση που είχαμε διανύσει έφτανε τις πενήντα λεύγες, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα επιφώνημα έκπληξης.rn—Τι συμβαίνει λοιπόν; με ρώτησε.rn—Τίποτα, μια σκέψη έκανα μόνο.rn—Τι σκέψη, αγόρι μου;rn—Ότι, αν οι υπολογισμοί μου είναι σωστοί, δεν πρέπει να βρισκόμαστε πια κάτω από την Ισλανδία.rn—Έτσι λες;rn—Είναι εύκολο να το διαπιστώσουμε. Έκανα τους υπολογισμούς μου με το διαβήτη πάνω στο χάρτη.rn—Δεν έκανα λάθος, είπα. Έχουμε περάσει το ακρωτήριο Πορτλαντ, και το γεγονός ότι έχουμε διανύσει πενήντα λεύγες σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε κάτω από τη θάλασσα.rn—Κάτω από τη θάλασσα, αποκρίθηκε ο θείος μου τρίβοντας τα χέρια του.rn—Αυτό σημαίνει, φώναξα, ότι πάνω απ' τα κεφάλια μας απλώνεται ο ωκεανός!rn—Μπα! Τίποτα πιο φυσιολογικό απ' αυτό, Άξελ! Μήπως και στο Νιουκάσλ δεν υπάρχουν ανθρακωρυχεία που βρίσκονται κάτω απ' τα κύματα;rnΜπορεί ο καθηγητής να θεωρούσε αυτή την κατάσταση πολύ απλή, αλλά η σκέψη ότι περιπλανιόμουν κάτω απ' τις υδάτινες μάζες δεν έφευγε στιγμή απ' το μυαλό μου. Κι ωστόσο, είτε οι κοιλάδες και τα βουνά της Ισλανδίας κρέμονταν πάνω απ' τα κεφάλια μας είτε τα κύματα του Ατλαντικού, σε γενικές γραμμές ήταν το ίδιο και το αυτό απ' τη στιγμή που ο γρανιτένιος σκελετός της Γης ήταν στέρεος και συμπαγής. Όσο για τα υπόλοιπα, συνήθισα αμέσως στην ιδέα, γιατί αυτός ο διάδρομος, άλλοτε ευθύγραμμος κι άλλοτε ελικοειδής, παρ' όλη την κατωφέρεια και τις στροφές του, μας πήγαινε ολοένα και βαθύτερα, οδηγώντας μας σε μεγάλα βάθη.rnΤέσσερις μέρες αργότερα, το βράδυ του Σαββάτου 18 Ιουλίου, φτάσαμε σ' ένα μέρος που έμοιαζε με τεράστια σπηλιά. Ο θείος μου έδωσε στον Χανς τον εβδομαδιαίο του μισθό των τριών ρίξνταλ και συμφωνήσαμε ότι η επομένη θα ήταν μέρα ανάπαυλας.rn……………….»
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα