Πηγή: το βιβλίο «Ούρσους, το πνεύμα των σπηλαίων» από τη σειρά «Τα παιδιά της γης» της Τζην Μ. Άουελ (“The clan of the cave bear” – Jean M. Auel, 1980) σε ΣΤ’ έκδοση του 2007 και μετάφραση του Αλέκου Μανωλίδη, από τις εκδόσεις BELL, Ιπποκράτους 57, Αθήνα, τηλ. 210 3609438, 3629723, www.bell.gr, ISBN: 978-960-450-085-7.
«…………….
Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της οπτασίας που ξεθώριαζε, σκαρφαλώνοντας στην πλαγιά, χωρίς να καταλαβαίνει πως απομακρυνόταν από το ποτάμι. Τρέχοντας στα τυφλά, σκόνταψε σε μια πέτρα και σωριάστηκε κατάχαμα. Αυτό τη συνέφερε κάπως. Κάθισε κι άρχισε να τρίβει το πόδι της, πασχίζοντας να συγκεντρώσει τις σκέψεις της.
Το τραχύ αμμολιθικό τοίχωμα ήταν γεμάτο σπηλιές, στενές σχισμές και ραγάδες. Η συνεχής συστολή και διαστολή από τη μεγάλη ζέστη και το κρύο είχαν θρυμματίσει το μαλακό βράχο. Η μικρή κοίταξε μέσα σε μια μικρή τρύπα, πλάι της, αλλά η μικροσκοπική σπηλιά δεν της έκανε μεγάλη εντύπωση.
Εκείνο που τράβηξε την προσοχή της ήταν το κοπάδι των βονάσων που βοσκούσαν ήρεμα στο πλούσιο χορτάρι ανάμεσα στην πλαγιά και το ποτάμι. Μέσα στο τρελό της τρέξιμο για να φτάσει την οπτασία της, δεν πρόσεξε καν τα τεράστια καστανοκόκκινα βοοειδή με τα δυο μέτρα ύψος στα ακρώμια και τα τεράστια καμπυλωτά κέρατα. Η θέα τους όμως την έφερε πάλι στην πραγματικότητα. Πισωπάτησε φοβισμένη, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο σ' έναν εύρωστο αρσενικό που είχε σηκώσει το κεφάλι από το χορτάρι και την παρακολουθούσε. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά, η μικρή γύρισε κι άρχισε να τρέχει.
Κοίταξε πάνω από τον ώμο της και της κόπηκε η ανάσα όταν είδε κάτι να κινείται γρήγορα προς το μέρος της. Κοκάλωσε στη θέση της. Μια γιγάντια λέαινα, διπλάσια στο μέγεθος από οποιοδήποτε άλλο αιλουροειδές που έζησε ποτέ πάνω στη γη, πλησίαζε αθόρυβα το κοπάδι με τους βονάσους. Το κορίτσι έπνιξε μια κραυγή βλέποντας τη να ορμά σ' ένα από τα θηλυκά.
Μέσα σε δευτερόλεπτα, η λέαινα είχε ρίξει κάτω το βόνασο και του είχε κόψει το λαιμό με τα πανίσχυρα σαγόνια της, βάφοντας πορφυρό το χορτάρι. Τα πόδια του τινάζονταν ακόμη τη στιγμή που το αιλουροειδές τού άνοιγε το στομάχι με τα νύχια κι έκο¬βε ένα ζεστό, κατακόκκινο κομμάτι κρέας.
Πανικόβλητο, το κοριτσάκι άρχισε να τρέχει χωρίς να προσέξει ότι το παρακολουθούσε ένα άλλο αιλουροειδές. Είχε βρεθεί στην περιοχή όπου ζούσαν τα λιοντάρια των σπηλαίων.
…………….
Η ομάδα των ταξιδευτών πέρασε το ποτάμι από ένα ρηχό σημείο με πέτρες που εξείχαν από το νερό, λίγο πιο κάτω από τον καταρράκτη. Ήταν είκοσι συνολικά, νέοι και γέροι. Έξι ακόμα είχαν χαθεί στο σεισμό που κατέστρεψε τη σπηλιά τους.
…………….
Ο Μπρουν ποτέ δεν έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις για οτιδήποτε ασυνήθιστο που θα είχε συνέπειες στη φυλή του. Ακόμα περισσότερο, τώρα που είχε καταστραφεί η σπηλιά τους. Από την άλλη, αντιστάθηκε στον πειρασμό να αρνηθεί αμέσως. Έπρεπε να το καταλάβω πως η Ίζα θα ζητούσε τη βοήθεια μου, συλλογίστηκε. Δεν είναι η πρώτη φορά που θέλει να γιατρέψει ζώο. Κι έχει προτίμηση στα μικρά. Και θα στενοχωρηθεί αν δεν την αφήσω να βοηθήσει αυτό το παιδί. Δεν έχει διαφορά αν είναι της φυλής ή των Αλλων το μόνο που βλέπει η Ίζα είναι πως έχει πληγωθεί. Αλλά ίσως αυτό να είναι που την έχει βοηθήσει να γίνει καλή στα ξόρκια και τα γιατρικά.
Όμως, γιάτρισσα της φυλής ή όχι, δεν είναι παρά μια γυναίκα. Τι με νοιάζει, λοιπόν, αν στενοχωρηθεί; Το ξέρει και η ίδια πως έχουμε ήδη αρκετά προβλήματα. Όμως, τι θα κάνει το τοτέμ της; Και τα πνεύματα; Θα θυμώσουν κι άλλο αν στενοχωρηθεί η Ίζα; Αν βρούμε καινούρια σπηλιά... Όχι, όταν βρούμε καινούρια σπηλιά, η Ίζα πρέπει να ετοιμάσει το μαγικό της ποτς για να μπούμε. Κι αν εξακολουθήσει να είναι ταραγμένη και κάνει κανένα λάθος; Τα πνεύματα ίσως θυμώσουν περισσότερο και μας κάνουν κακό. Τίποτα δεν πρέπει να πάει στραβά στην τελετή για την καινούρια σπηλιά.
……………………
Το δάσος με τα ψηλά κωνοφόρα είχε τελειώσει πίσω τους και από τη μεριά του ποταμού όπου βρίσκονταν το λιβάδι σταματούσε απότομα, καθώς κοβόταν από ένα απόκρημνο ύψωμα. Πέρα από το βραχώδες τοίχωμα, βρίσκονταν οι πρόποδες πανύψηλων βουνών που οι κορυφές τους άστραφταν κατάλευκες.
Ο Μπρουν έστρεψε την πλάτη στον ποταμό και οδήγησε τη φυλή του προς το ύψωμα, όπου ήταν πιθανό να υπήρχαν σπηλιές. Όμως, δεν έπρεπε να βρουν μόνο καταφύγιο• χρειάζονταν οπωσδήποτε και μια εστία για τα πνεύματα των τοτέμ που τους προστάτευαν. Αν, βέβαια, δεν τους είχαν εγκαταλείψει κιόλας. Τα πνεύματα ήταν θυμωμένα, αυτό έδειχνε ο σεισμός, ο θάνατος έξι ατόμων της φυλής και η καταστροφή της παλιάς τους σπηλιάς. Αν δεν έβρισκαν μια μόνιμη κατοικία για τα πνεύματα των τοτέμ, αυτά θα άφηναν τη φυλή στο έλεος των κακών πνευμάτων που έφερναν τις αρρώστιες κι έδιωχναν μακριά το κυνήγι. Κανείς δε γνώριζε γιατί είχαν θυμώσει τα πνεύματα, ούτε καν ο Μογκ-ουρ, έστω κι αν έκανε ολονύχτιες τελετές για να κατευνάσει την οργή τους και να κατασιγάσει την ανησυχία της φυλής. Όλοι ανησυχούσαν, αλλά κανείς περισσότερο από τον Μπρουν.
Είχε την ευθύνη της φυλής και καταλάβαινε την ένταση που επικρατούσε. Τα πνεύματα, αυτές οι αόρατες δυνάμεις με τις ανεξιχνίαστες επιθυμίες, τον σάστιζαν. Ένιωθε πολύ καλύτερα στον φυσικό κόσμο του κυνηγιού και καθοδηγώντας τη φυλή του. Αλλά καμιά από τις σπηλιές που είχαν εξετάσει μέχρι τώρα δεν ήταν κατάλληλη για κατοικία και ο Μπρουν είχε αρχίσει να απελπίζεται. Οι ζεστές μέρες, που ήταν οι πιο κατάλληλες για τη συγκέντρωση τροφής για τον επόμενο χειμώνα, χάνονταν στην αναζήτηση νέας κατοικίας. Σύντομα, ο Μπρουν θα αναγκαζόταν να στεγάσει τη φυλή του σε καμιά ακατάλληλη σπηλιά και να συνεχίσει να ψάχνει. Αυτό ήταν ανησυχητικό και ο Μπρουν ήλπιζε μ' όλη του την καρδιά πως δε θα χρειαζόταν να καταλήξει σε τέτοια λύση.
……………………..
Επειδή λάτρευαν την αρκούδα των σπηλαίων, ο Μογκ-ουρ επικαλέστηκε ένα αρχέγονο μαστοφόρο, τον πρόγονο και των δύο ειδών, και οδήγησε τα μυαλά τους στην απαρχή αυτού του θηλαστικού. Μετά, προχωρώντας μέσα στους αιώνες, οι άντρες γνώρισαν τους προπάτορές τους και αισθάνθηκαν εκείνους που εξελίχθηκαν διαφορετικά. Με τον τρόπο αυτό καταλάβαιναν τη σχέση τους με κάθε είδος ζωής πάνω στη γη, το σεβασμό που έπρεπε να τρέφουν ακόμα και για τα ζώα που σκότωναν και έτρωγαν, και σχημάτιζαν τη βασική αρχή της πνευματικής τους συγγένειας με τα τοτέμ τους.
……………………..
Η Ίζα έτρεξε στον Μπρουν, κάθισε μπροστά του και περίμενε με το κεφάλι κατεβασμένο, στάση που σήμαινε ότι ήθελε να του μιλήσει. Εκείνος είχε το δικαίωμα να μην την ακούσει και τότε δε θα μπορούσε να του πει τι είδε πίσω από το βράχο.
Ο Μπρουν δεν ήξερε τι τον ήθελε η Ίζα. Είχε δει το ξένο κορίτσι που απομακρυνόταν -λίγα ξέφευγαν από την προσοχή του-, αλλά τον απασχολούσαν πολύ πιο σοβαρά προβλήματα. Θα είναι σίγουρα για το κορίτσι, σκέφτηκε συνοφρυωμένος και μπήκε στον πειρασμό να την προσπεράσει. Ας έλεγε ό,τι ήθελε ο Μογκ-ουρ, σ' αυτόν δεν άρεσε που ταξίδευε μαζί τους το κορίτσι. Σήκωσε το βλέμμα και είδε το μάγο να τον παρακολουθεί. Προσπάθησε να καταλάβει τις προθέσεις του μονόφθαλμου άντρα, αλλά ήταν αδύνατο να διαβάσει το ανέκφραστο πρόσωπο του.
Στράφηκε πάλι στη γυναίκα που καθόταν μπρος στα πόδια του. Η στάση της έδειχνε μεγάλη ταραχή. Είναι στ' αλήθεια αναστατωμένη, συλλογίστηκε ο Μπρουν. Δεν ήταν άσπλαχνος και εκτιμούσε πολύ τη θυγατέρα της μητέρας του. Παρά τα προβλήματα που είχε με το ταίρι της, φερόταν πάντα με τον καλύτερο τρόπο. Αποτελούσε υπόδειγμα για τις άλλες γυναίκες και σπάνια τον ενοχλούσε για ασήμαντη αφορμή. Ίσως ήταν καλύτερα να τηςΐπιτρέψει να του μιλήσει• δεν ήταν άλλωστε υποχρεωμένος να δεχτεί αυτό που θα του ζητούσε. Άπλωσε το χέρι και τη χτύπησε απαλά
στον ώμο.
Η ανάσα της Ίζα βγήκε σφυριχτή στο άγγιγμα του αρχηγού. Θα την άφηνε να μιλήσει! Είχε αργήσει τόσο να της απαντήσει, που ήταν σίγουρη ότι θα την αγνοούσε. Σηκώθηκε όρθια κι έδειξε προς τα βράχια, λέγοντας μια μόνο λέξη: «Σπηλιά!»
Ο Μπρουν γύρισε αμέσως και προχώρησε προς το ύψωμα. Μόλις έκανε το γύρο στάθηκε, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Μια σπηλιά, σκέφτηκε με έξαψη. Και τι σπηλιά! Από την πρώτη ματιά, ήξερε πως ήταν ό,τι ακριβώς έψαχναν τόσο καιρό. Προσπάθησε ωστόσο να μην αφήσει τον ενθουσιασμό να τον παρασύρει, για να μπορέσει να αποφασίσει ψύχραιμα αν η σπηλιά ήταν κατάλληλη.
Ακόμα κι από την απόσταση των λίγων εκατοντάδων μέτρων που βρισκόταν, το ακανόνιστα τριγωνικό στόμιο υποσχόταν ένα εσωτερικό περισσότερο από ικανοποιητικό για τις ανάγκες της φυλής του. Στο σημείο όπου ήταν η σπηλιά σίγουρα θα την έβλεπε ο ήλιος όλη σχεδόν τη μέρα. Ο Μπρουν εξέτασε βιαστικά την περιοχή γύρω από το στόμιο. Μια απότομη πλαγιά στα νότια κι άλλη μια στα νοτιοανατολικά πρόσφεραν προστασία από τους ανέμους. Ένα ρυάκι κυλούσε στα πόδια μιας ομαλής κατηφοριάς στα δυτικά. Η τοποθεσία ήταν ιδανική, η καλύτερη που είχαν βρει εδώ και καιρό. Έγνεψε στον Γκροντ και τον Κρεμπ, που περίμεναν πιο πίσω.
Οι δυο άντρες βιάστηκαν να πλησιάσουν τον αρχηγό τους. Πίσω τους προχώρησε η Ίζα για να πάρει την Άυλα κι έτσι πρόλαβε να ρίξει μια ματιά στη σπηλιά. Μετά, αφού πήρε τη μικρή, πήγε κοντά στους υπόλοιπους, οι οποίοι βρίσκονταν σε υπερδιέγερση. Έστω κι αν προσπαθούσε ο Μπρουν να κρύψει τον ενθουσιασμό του, είχαν καταλάβει από τις κινήσεις του ότι υπήρχαν πολλές πιθανότητες να είναι κατάλληλη η σπηλιά.
Ο Μπρουν και ο Γκροντ έσφιξαν τα ακόντια τους καθώς πλησίαζαν με τον Κρεμπ στη σπηλιά. Τίποτα δεν πρόδιδε την ύπαρξη ανθρώπων εκεί γύρω, αλλά αυτό δε σήμαινε πως ήταν ακατοίκητη. τη. Πουλιά μπαινόβγαιναν από το μεγάλο στόμιο τιτιβίζοντας. Τα πουλιά είναι καλός οιωνός, σκέφτηκε ο Μογκ-ουρ. Οι τρεις άντρες βάδιζαν αργά, ψάχνοντας για φρέσκα ίχνη και κοπριά. Τα πιο πρόσφατα ήταν μερικές μέρες παλιά. Μια αγέλη ύαινες είχαν χρησιμοποιήσει τη σπηλιά για προσωρινό καταφύγιο. Τα μεγάλα κόκαλα που βρήκαν δαγκωμένα εκεί γύρω, κόκαλα από μεγάλο ελάφι, επιβεβαίωσαν τη σκέψη τους. Οι ύαινες σκότωσαν το γέρικο ζώο που έπεσε στο δρόμο τους και το έσυραν στη σπηλιά για να αποτελειώσουν το γεύμα τους.
Προς τη μια πλευρά, στο δυτικό άκρο του στομίου, μέσα σε μια λόχμη από κλήματα και θάμνους, σχηματιζόταν μια λιμνούλα με δροσερό νερό. Ενώ περίμεναν οι άλλοι, ο Μπρουν ακολούθησε το μικρό ρυάκι που την τροφοδοτούσε. Η πηγή του δε βρισκόταν μακριά και το νερό έβγαινε καθαρό μέσα από το βράχο στη μια πλευρά της σπηλιάς. Ο αρχηγός πρόσθεσε τη λιμνούλα στα πλεονεκτήματα της τοποθεσίας και ξαναγύρισε κοντά στους άλλους δυο. Το μέρος ήταν καλό, όλα όμως θα κρίνονταν από το εσωτερικό της σπηλιάς.
Οι δυο κυνηγοί και ο μάγος επέστρεψαν στο ανατολικό άκρο. Μ' όλες τους τις αισθήσεις σε συναγερμό, προχώρησαν αργά μέσα στη σπηλιά, φροντίζοντας να μένουν κοντά στα τοιχώματα. Όταν συνήθισαν τα μάτια τους στο μισοσκόταδο του εσωτερικού, κοίταξαν γύρω τους. Ένας ψηλός θόλος ορθωνόταν πάνω από την τεράστια φυσική αίθουσα, που έφτανε για κατοικία αριθμού πολλαπλάσιου των μελών της φυλής τους. Άρχισαν να ψάχνουν στα τοιχώματα για ανοίγματα που θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερα κοιλώματα. Κοντά στο πέρα άκρο της σπηλιάς, μια δεύτερη πηγή ξεπηδούσε από το τοίχωμα, σχηματίζοντας μια μικρή σκοτεινή λιμνούλα. Οι άντρες ακολούθησαν ψηλαφητά το δυτικό τοίχωμα και καθώς πλησίαζαν στην έξοδο το λιγοστό φως τους έδειξε μια σκοτεινή σχισμή στο βράχο. Ο Μπρουν έκανε νόημα στον Κρεμπ να σταματήσει και πλησίασε με τον Γκροντ τη ρωγμή για να κοιτάξουν μέσα. Δεν είδαν τίποτα, φυσικά, γιατί το σκοτάδι ήταν πυκνό.
«Γκροντ!» διέταξε ο Μπρουν, δείχνοντας με μια κίνηση τι ήθελε.
Ο υπαρχηγός βγήκε βιαστικά από τη σπηλιά, ενώ ο Μπρουν και ο Κρεμπ περίμεναν γεμάτοι ένταση. Ο Γκροντ έριξε μια γρήγορη ματιά στη βλάστηση έξω από τη σπηλιά και πλησίασε ένα κοντό έλατο. Ο φλοιός του δέντρου ήταν σε πολλά σημεία καλυμμένος μ' ένα ρητινώδες υλικό. Με μια απότομη κίνηση, ο άντρας ξεκόλλησε ένα κομμάτι από τη φλούδα κι ένας κολλώδης χυμός ξεπήδησε απ' αυτή. Ο Γκροντ τράβηξε ένα πέτρινο τσεκούρι από το μανδύα του, έκοψε ένα χλωρό κλαρί και το καθάρισε με γρήγορες κινήσεις από τα φύλλα και τα κοτσάνια. Μετά, χρησιμοποιώντας ξερά κλαδάκια και χόρτα, έδεσε τη γεμάτη ρετσίνι φλούδα στη μια άκρη του κλαδιού. Στη συνέχεια, έβγαλε προσεκτικά το αναμμένο κάρβουνο από το κέρατο του βονάσου, έβαλε φωτιά στη φλούδα του δέντρου και γύρισε στη σπηλιά.
Με τον Γκροντ να κρατά ψηλά την αναμμένη δάδα και τον Μπρουν να προχωράει μπροστά, σφίγγοντας το ρόπαλο, οι δυο άντρες μπήκαν στη σκοτεινή ρωγμή. Σύρθηκαν για λίγο σιωπηλοί στη στενή είσοδο και μετά από μια καμπή βρέθηκαν σε μια δεύτερη σπηλιά. Ήταν μικρότερη από την πρώτη, σχεδόν κυκλική, και πέρα στο βάθος βρισκόταν ένας σωρός από κόκαλα που γυάλιζαν στο τρεμουλιαστό φως της δάδας. Ο Μπρουν πλησίασε να κοιτάξει καλύτερα και τα μάτια του γούρλωσαν. Έκανε νόημα στον Γκροντ, προσπαθώντας να φαίνεται ήρεμος, και γύρισαν μαζί βιαστικά στην πρώτη σπηλιά.
Ο Μογκ-ουρ περίμενε με αγωνία ακουμπισμένος στο ραβδί του. Η ταραχή του αρχηγού τον παραξένεψε• δεν τον είχε δει πολλές φορές σ' αυτή την κατάσταση. Στο νεύμα του, ακολούθησε τους δυο κυνηγούς μέσα στο στενό άνοιγμα. Όταν έφτασαν στη μικρή σπηλιά, ο Γκροντ σήκωσε ψηλά τον πυρσό. Τα μάτια του Μογκ-ουρ μισόκλεισαν μόλις είδε τα κόκαλα. Πλησίασε βιαστικά το σωρό κι έπεσε στα γόνατα. Ψάχνοντας, είδε ένα μεγάλο, μακρόστενο αντικείμενο. Παραμέρισε τα άλλα κόκαλα και πήρε το κρανίο στα χέρια του.
Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Το θολωτό μετωπιαίο τόξο ήταν ίδιο μ' εκείνο του κρανίου που μετέφερε ο Μογκ-ουρ στην κάπα του. Κάθισε πίσω, έφερε το κρανίο στο ύψος των ματιών και κοίταξε τις σκοτεινές οφθαλμικές κόγχες με δυσπιστία και σεβασμό. Ο Ούρσους, η Αρκούδα των Σπηλαίων είχε χρησιμοποιήσει αυτή τη σπηλιά. Και από την ποσότητα των οστών καταλάβαινε κανείς ότι οι αρκούδες είχαν περάσει πολλούς χειμώνες εδώ μέσα. Τώρα ήταν φανερό γιατί ταράχτηκε τόσο ο Μπρουν. Αυτός εδώ ήταν καλύτερος οιωνός που μπορούσαν να τους δώσουν τα πνεύματα. Η σπηλιά αυτή ήταν κάποτε κατοικία της Μεγάλης Αρκούδας των! Σπηλαίων. Τύχη και ευτυχία περίμεναν τη φυλή που θα έμενε εδώ. Από την ηλικία των οστών, ο Μογκ-ουρ κατάλαβε ότι η σπηλιά είχε μείνει χρόνια ακατοίκητη, λες και περίμενε αυτούς να την ανακαλύψουν.
Η σπηλιά ήταν ιδανική. Σε καλή θέση, ευρύχωρη, διέθετε ακόμα κι ένα χώρο για τις ιεροτελεστίες τους, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί χειμώνα καλοκαίρι. Ο Μογκ-ουρ είχε κιόλας αρχίσει! να κάνει όνειρα. Αυτή η πιο μικρή σπηλιά μπορούσε να γίνει ιδιοκτησία του, το ιερό του. Το ταξίδι τους είχε τελειώσει• η φυλή βρήκε καινούρια κατοικία. Αρκεί βέβαια να είχε επιτυχία το πρώτο κυνήγι.
…………………………..»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα