Πηγή: το ενδέκατο βιβλίο μια σειράς από ατυχή γεγονότα, με τίτλο «Η σπαρακτική σπηλιά» του μυστηριώδους συγγραφέα Λέμονι Σνίκετ (Lemony Snicket – The grim grotto, 2004), με εικονογράφηση του Μπρετ Χέλκουιστ, σε μετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, το 2006: Εμμανουήλ Μπενάκη 59, 10681 Αθήνα, τηλ. 210 3302033, www.ellinikagrammata.gr, ISBN: 960-442-377-0.
Σημείωση: από άλλο βιβλίο του Λέμονι Σνίκετ προέρχεται η δημοσίευση «Η χαμένη σπηλιά».
«…………….
Αγαπητέ αναγνώστη,
Εκτός κι αν είσαι γυμνοσάλιαγκας, θαλάσσια ανεμώνη ή περονόσπορος, μάλλον προτιμάς να παραμένεις στεγνός. Επίσης μπορεί να προτιμάς να μη διαβάσεις αυτό το
βιβλίο, όπου τα ορφανά Μποντλέρ έρχονται αντιμέτωπα με τεράστιες ποσότητες υγρασίας καθώς κατεβαίνουν στα βάθη της απόγνωσης και μάλιστα υποβρυχίως.
Στην πραγματικότητα, τα τρομακτικά πράγματα που συναντούν είναι πάρα πολλά για να τα απαριθμήσω και δε θα ήθελες σίγουρα να αναφέρω τα χειρότερα από όλα, δηλαδή διάφορα μανιτάρια, μια απεγνωσμένη έρευνα για κάτι που έχει χαθεί, ένα μηχανικό τέρας, ένα απελπισμένο μήνυμα από ένα χαμένο φίλο και κάτι κλακέτες.
Ως αφοσιωμένος συγγραφέας που έχει ορκιστεί να συνεχίσει την καταγραφή της βασανιστικής ιστορίας των Μποντλέρ, πρέπει να εξακολουθήσω να βυθίζομαι όλο και περισσότερο στα σπηλαιώδη βάθη της ζωής τους. Εσύ, από την άλλη, μπορείς να βυθιστείς σε ένα πιο χαρούμενο βιβλίο για να κρατήσεις στεγνά τα μάτια σου αλλά και την ψυχή σου.
Με εκτίμηση
Λέμονι Σνίκετ
…………..
«Η οθόνη δεν είναι τίποτα», είπε ο καπετάνιος. «Είναι μόνο μια συσκευή, ε;» Ήταν κάποτε ένας φιλόσοφος ότι όλη η ζωή δεν είναι παρά σκιές. Είπε ότι οι άνθρωποι απλώς κάθονταν σε μια σπηλιά και έβλεπαν τις σκιές στα τοιχώματα της. Μάλιστα, σκιές από κάτι πολύ μεγαλύτερο και σπουδαιότερο από τους ίδιους. Αυτό το σόναρ, λοιπόν, είναι σαν τα τοιχώματα της δικής μας σπηλιάς, που μας δείχνει το σχήμα των πραγμάτων, που στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο ισχυρά και τρομακτικά.
………….
Νομίζω πως ο Κλάους εννοεί σπηλιά», έσπευσε να πει η Βάιολετ, αντί να μεταφράσει τα λόγια της Σάνι. «Το οβάλ μάλλον συμβολίζει την είσοδο μιας σπηλιάς».
«Ξεκινάει κοντά στην Άνγουιστλ Ακουάτικς». Ο Κλάους έδειξε το χάρτη. «Τα ρεύματα του ωκεανού πρέπει να μετέφεραν τη ζαχαριέρα στην είσοδο και μετά την παρέσυραν στο εσωτερικό της σπηλιάς». «Μα ο χάρτης δείχνει μόνο την είσοδο της σπηλιάς», είπε η Βάιολετ. «Δεν ξέρουμε πώς είναι το εσωτερικό. Αχ, μακάρι να ήταν εδώ ο Κουίγκλι. Με τις γνώσεις του στους χάρτες, ίσως έβρισκε το μονοπάτι της σπηλιάς».
«Ναι, αλλά ο Κουίγκλι δεν είναι εδώ», είπε τρυφερά ο Κλάους. «Οπότε ταξιδεύουμε σε άγνωστα νερά».
«Πλάκα θα έχει», ενθουσιάστηκε ο Φιλ.
Οι Μποντλέρ αντάλλαξαν ματιές. Η φράση «άγνωστα νερά» δεν αναφέρεται μόνο σε υποβρύχιες τοποθεσίες που δεν τις βλέπεις στο χάρτη.
………………..
Μέσα σε δευτερόλεπτα, είχε οδηγήσει τους Μποντλέρ πίσω στην Κεντρική Αίθουσα, όπου ο Φιλ και ο καπετάνιος στέκονταν στο τραπέζι και κοίταζαν τη μαυρίλα έξω από το φινιστρίνι. Η έκφραση και των δύο φανέρωνε τρόμο, αν και ο Φιλ προσπαθούσε να χαμογελάσει και λίγο.
«Είναι καλό που ξεκουραστήκατε λιγάκι», είπε ο οπτιμιστής. «Μας περιμένει μεγάλη περιπέτεια».
«Χαίρομαι που φέρατε και τα κράνη σας», είπε ο Καπετάνιος Γουίντερσινς. «Μάλιστα!»
«Γιατί;» ρώτησε η Βάιολετ. «Έπαθε σοβαρή ζημιά το "Κουίκουεγκ";»
«Μάλιστα!» είπε ο καπετάνιος. «Θέλω να πω, όχι. Έχει μερικές ζημιές, αλλά θα κρατήσει - για την ώρα, τουλάχιστον. Φτάσαμε στη Σπηλιά της Σειρήνας πριν από μια ώρα και κατάφερα να μας οδηγήσω στο εσωτερικό της χωρίς προβλήματα. Αλλά η σπηλιά στένευε όλο και περισσότερο όσο προχωρούσαμε μέσα της».
«Το βιβλίο λέει πως η σπηλιά είναι κωνική», είπε ο Κλάους. «Αυτό σημαίνει ότι έχει σχήμα κώνου».
«Μάλιστα!» είπε ο καπετάνιος. «Η είσοδος ήταν η φαρδιά μεριά του κώνου, αλλά τώρα ο χώρος είναι πολύ στενός για το υποβρύχιο. Αν θέλουμε να βρούμε τη ζαχαριέρα, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάτι μικρότερο».
«Περισκόπιο;» ρώτησε η Σάνι.
«Όχι», απάντησε ο Καπετάνιος Γουίντερσινς. «Ένα παιδί».
………………..
«Πού θα βρούμε την ευκαιρία να βγάλουμε τα κράνη σε μια υποβρύχια σπηλιά;» ρώτησε ο Κλάους.
«Ποιος ξέρει;» αποκρίθηκε ο Καπετάνιος Γουίντερσινς. «Μάλιστα! Θα είστε σε άγνωστα νερά. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να πάω! Μάλιστα! Αλλά η σπηλιά έχει στενέψει πολύ!»
«Ποσξεπούπα;» είπε η Σάνι.
Η φωνή της έβγαινε τόσο πνιχτή μέσα από το κράνος, που ήταν δύσκολο ακόμη και για τα αδέρφια της να καταλάβουν τι έλεγε.
«Νομίζω πως η αδερφή μου είναι περίεργη να μάθει πώς θα ξέρουμε πού πατάμε», είπε η Βάιολετ. «Μήπως έχει και τίποτα αδιάβροχους φακούς το "Κουίκουεγκ";»
«Δε θα σας βοηθήσουν οι φακοί», απάντησε ο καπετάνιος. «Μάλιστα! Είναι πολύ σκοτεινά! Μάλιστα! Αλλά δε θα χρειαστεί να βλέπετε πού πατάτε. Μάλιστα! Αν οι υπολογισμοί του Κλάους είναι σωστοί, θα σας παρασύρει η παλίρροια. Μάλιστα! Δε θα είστε αναγκασμένοι να κολυμπήσετε! Απλώς θα κάθεστε εκεί και τα ρεύματα θα σας οδηγήσουν στη ζαχαριέρα!»
«Πολύ παθητικός μού φαίνεται αυτός ο τρόπος ταξιδιού», είπε η Φιόνα.
«Μάλιστα!» συμφώνησε ο πατριός της. «Έτσι είναι! Αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση! Και δεν πρέπει να διστάζουμε!» Σταμάτησε για μια στιγμή και έδειξε την πλακέτα του. «Όποιος ή όποια διστάζει χάνεται!» υπενθύμισε σε όλους.
«Δεν είναι και πολύ εύκολο να μη διστάσουμε», αποκρίθηκε η Βάιολετ, «όταν πάμε να, κάνουμε κάτι τόσο δύσκολο».
«Δεν είναι πολύ αργά για να τραβήξουμε κλήρο!» είπε ο καπετάνιος. «Μάλιστα! Δε χρειάζεται να πάτε όλοι μαζί!»
«Εμείς οι τρεις προτιμάμε να μη χωριστούμε», δήλωσε ο Κλάους. «Είχαμε πολλά προβλήματα όταν χωριζόμασταν».
…………………
Τη στιγμή που η Βάιολετ άνοιξε την πόρτα, το πέρασμα γέμισε νερό και τα παιδιά βρέθηκαν από το υποβρύχιο στα σκοτάδια της Σπηλιάς της Σειρήνας. Οι Μποντλέρ ήξεραν, φυσικά, ότι το «Κουίκουεγκ» είχε εισχωρήσει σε μια υποβρύχια σπηλιά, αλλά και πάλι δεν ήταν προετοιμασμένοι για το σκοτάδι και το κρύο που είχε εκεί μέσα. Το φως του ήλιου είχε πολύ καιρό να φτάσει τα νερά της σπηλιάς -από τότε που η Άνγουιστλ Ακουάτικς ήταν στις δόξες της, μια φράση που εδώ σημαίνει «δεν είχε ακόμη καταστραφεί κάτω από ύποπτες συνθήκες»- και το νερό έμοιαζε με ένα παγερό, σκοτεινό γάντι που αγκάλιαζε τα παιδιά με τα παγωμένα του δάχτυλα. Όπως είχε προβλέψει ο Κλάους, αφότου είχε μελετήσει καλά τους παλιρροϊκούς χάρτες, τα ρεύματα της σπηλιάς παρέσυραν τα παιδιά μακριά από το υποβρύχιο, αλλά μέσα σε τέτοιο σκοτάδι ήταν αδύνατο να δουν πόσο γρήγορα κινούνταν ή πόσο μακριά πήγαιναν. Μέσα σε δευτερόλεπτα, οι τέσσερις εθελοντές έχασαν από τα μάτια τους το «Κουίκουεγκ» και μετά ο ένας τον άλλο. Αν η σπηλιά ήταν εξοπλισμένη με κάποιου είδους σύστημα φωτισμού, όπως κάποτε, τα παιδιά θα είχαν διακρίνει διάφορα πράγματα. Ίσως να είχαν προσέξει το ψηφιδωτό στο δάπεδο της σπηλιάς -χιλιάδες και χιλιάδες χρωματιστές ψηφίδες που απεικόνιζαν μεγαλόπρεπα γεγονότα από την αρχή της ιστορίας μιας μυστικής οργάνωσης, καθώς και πορτρέτα διάσημων συγγραφέων, επιστημόνων, καλλιτεχνών, μουσικών, φιλοσόφων και σεφ που είχαν αποτελέσει έμπνευση για τα μέλη της οργάνωσης. Ίσως να είχαν δει μια πελώρια, σκουριασμένη αντλία, που μπορούσε να στραγγίσει ολόκληρη τη σπηλιά ή να την ξαναγεμίσει με θαλασσινό νερό, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. Ίσως να είχαν σηκώσει το βλέμμα προς τα πάνω και είχαν δει τις αιχμηρές γωνίες από τις Εσκεμμένες Αναστροφές Πυρός και άλλα μυστικά περάσματα που οδηγούσαν κάποτε ως το κέντρο θαλάσσιων ερευνών και την υπηρεσία ρητορικών συμβουλών ή ίσως να είχαν δει και μια κοπέλα να χρησιμοποιεί τώρα ένα από τα περάσματα, και πιθανότατα για τελευταία φορά, καθώς προσπαθούσε να βρει το σκοτεινό και δύσκολο δρόμο προς το «Κουίκουεγκ». Αλλά αντί για όλα αυτά, το μόνο που έβλεπαν τα παιδιά μέσα από τα στρογγυλά τζαμάκια τους ήταν σκοτάδια. Τα ορφανά, βεβαίως, είχαν ξαναδεί σκοτάδια - σκοτάδια σε μυστικά περάσματα και σήραγγες, σκοτάδια σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και άδειους δρόμους, σκοτάδια στα μάτια σατανικών ανθρώπων, ακόμη και σκοτάδια σε άλλες σπηλιές. Αλλά ποτέ πριν δεν είχαν νιώσει τόσο σκοτάδι τα ορφανά. Δεν ήξεραν πού βρίσκονταν, παρόλο που η Βάιολετ, για μια μόνο στιγμή, ένιωσε να σέρνεται το πόδι της πάνω σε κάτι πολύ απαλό, όπως μια ψηφίδα που είναι καλά στερεωμένη στο έδαφος. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πού πήγαιναν, αν και ο Κλάους, έπειτα από λίγη ώρα, υποπτεύθηκε πως το ρεύμα τον είχε αναποδογυρίσει και ταξίδευε με το κεφάλι κάτω. Και δεν μπορούσαν να είναι σίγουροι πότε θα έφταναν, παρότι η Σάνι έβλεπε, πού και πού, μέσα από το τζαμάκι της μια μικρή φωτεινή τελίτσα, σαν τις μικρές τελίτσες που, όπως έλεγε ο Καπετάνιος Γουίντερσινς, θα εμφανίζονταν στην οθόνη του σόναρ του υποβρυχίου.
Οι Μποντλέρ αφέθηκαν να γλιστρήσουν στην παγωμένη και σκοτεινή σιωπή, νιώθοντας φοβισμένοι, σαστισμένοι και παράξενα μόνοι, και όταν το ταξίδι τους τέλειωσε κάποια στιγμή, ήταν τόσο ξαφνικό που έμοιαζε λες και είχαν πέσει σε ένα βαθύ, πολύ βαθύ ύπνο, τόσο βαθύ και σκοτεινό όσο και η ίδια η σπηλιά, και κάποιος τους είχε απότομα ξυπνήσει. Αρχικά, ακούστηκε σαν να έπεφτε πάνω τους μια βροχή από θρυμματισμένα γυαλιά και ύστερα τα παιδιά συνειδητοποίησαν πως είχαν φτάσει στην επιφάνεια του νερού και με μια και μόνη κίνηση, η παλίρροια τους παρέσυρε σε κάτι που έμοιαζε με παραλία, οπότε τα τρία παιδιά βρέθηκαν να σέρνονται σε μια πλαγιά από σκοτεινή, υγρή άμμο.
«Κλάους;» φώναξε η Βάιολετ μέσα από το κράνος της. «Εκεί είσαι; Τι έγινε;»
«Δεν ξέρω», αποκρίθηκε ο Κλάους. Ίσα που διέκρινε την αδερφή του να προσπαθεί να συρθεί στο πλάι του. «Αποκλείεται να φτάσαμε στην επιφάνεια της θάλασσας. Βρισκόμαστε πολύ πολύ βαθιά. Η Χάνι είναι μαζί σου;»
«Ναι», απάντησε η Σάνι μέσα από το κράνος. «Φιόνα;»
«Εδώ είμαι», ακούστηκε η φωνή της μυκητολόγου. «Μα πού είμαστε; Πώς γίνεται να είμαστε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, αλλά να μην υπάρχει γύρω μας νερό;»
«Δεν είμαι σίγουρος», είπε ο Κλάους, «αλλά μάλλον είναι δυνατόν. Άλλωστε και ένα υποβρύχιο μπορεί να είναι κάτω από τη θάλασσα και να μη βρέχεται».
………………..
«"Ευτυχία Αγάπη Πρόοδος, για τα δέκατα πέμπτα γενέθλια της Βάιολετ"», διάβασε μουδιασμένος ο Κλάους. «Αυτό σήμαιναν τα μπαλόνια».
«Ήταν τα δέκατα πέμπτα γενέθλια μου», είπε η Βάιολετ. «Έγινα δεκαπέντε όταν ήμασταν στη σπηλιά και το ξέχασα».
«Η Σάνι όμως δεν το ξέχασε», είπε ο Κλάους. «Είπε ότι ετοίμαζε μια έκπληξη, θυμάσαι; Θα γυ¬ρίζαμε από την αποστολή μας στη σπηλιά και θα γιορτάζαμε τα γενέθλια σου».
Η Βάιολετ έπεσε στο πάτωμα και αγκάλιασε το κράνος της Σάνι.
«Τι θα κάνουμε», είπε κλαίγοντας. «Δε γίνεται να τη χάσουμε. Δε γίνεται να τη χάσουμε!»
………………..»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα