Σημειώσεις:
1) Το αταίριαστο ζευγάρι είναι η ιστορία ενός αταίριαστου (για τα δεδομένα της εποχής – πρώτες δεκαετίες 20ου αιώνα) ανδρόγυνου που λόγω της απόρριψης του περίγυρου στο χωριό τους ξεκινούν μια περιήγηση στην ευρύτερη περιοχή που είναι η Νότια Λακωνία και συγκεκριμένα η επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς. Η ιστορία του ζευγαριού δεν είναι παρά η αφορμή για ένα πολύ ενδιαφέρον περιηγητικό κείμενο γεμάτο πληροφορίες λαογραφικού ενδιαφέροντος και ηθών και εθίμων της περιοχής στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, κάτι που άλλωστε δηλώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στο ξεκίνημα του βιβλίου: «…Εμείς προτιμήσαμε την κατά τη γνώμην τους μείωση της λογοτεχνικής αξίας του, μπροστά στην ευχαρίστηση, που θα νοιώσουνε οι Λάκωνες, όπου κι αν βρίσκουνται, σαν αναγνωρίσουνε τα τοπία των χωριών τους, τους δρόμους, τις εκκλησιές, τα ποτάμια, τη θάλασσα κ.λ.π. και τις συνήθειες και γενικά τη ζωή της αγαπημένης ιδιαιτέρας πατρίδας μας»
2) Το εξαιρετικά δυσεύρετο βιβλίο είχε την ευγένεια να παραχωρήσει στην ενότητα σε αντίγραφο ο υιός του συγγραφέα, ιατρός Κος Ξενοφώντας Τσιλιβάκος, πριν μερικά χρόνια, παρέχοντας ταυτόχρονα μαζί με τη σύζυγο τους μια ώρα ζεστής φιλοξενίας και ενδιαφέρουσας συζήτησης, στην εξοχική τους αγροικία έξω από το Φοινίκι Λακωνίας.
3) Η (υπαρκτή) καταβόθρα Μεταμόρφωσης βρίσκεται περίπου αντιδιαμετρικά, στην άλλη πλευρά του δρόμου, από την – πολύ πιο γνωστή – «Τρύπα του Βορριά». Διαβάζουμε για αυτήν στο site του γνωστού ντόπιου σπηλαιολόγου Γιάννη Κοφινά www.gianniskofinas.com :
«…..
Από την εισήγηση του Κώστα Γιαννόπουλου
Οι ενδοχώριες πηγές που εντοπίζονται στα κράσπεδα της λεκάνης δεν έχουν σημαντικές παροχές. Αντίθετα μεγάλες ποσότητες υφάλμυρου νερού εκφορτίζονται από τις παράκτιες και υποθαλάσσιες καρστικές πηγές των περιοχών Γλυφάδας και Πλύτρας στο Λακωνικό Κόλπο και των ανατολικών ακτών της ευρύτερης περιοχής στο Μυρτώο Πέλαγος.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι η καταβόθρα της Μεταμόρφωσης που αποστραγγίζει τόσο τις λεκάνες απορροής των χειμάρρων αλλά και την πλειονότητα των επιφανειακών καρστικών μορφών. Η καταβόθρα αυτή διανοίγεται σε ασβεστόλιθους της ενότητας Τρίπολης και αποτελείται από δύο επιμέρους καταβόθρες που βρίσκονται σε υψομετρική διαφορά 7- 8μ. Το υψόμετρό της στην επιφάνεια είναι περίπου 90μ. και στον πυθμένα της είναι 75μ.
……….»
4) Η ενότητα θα ήθελε να ζητήσει –εκ νέου- την κατανόηση των επισκεπτών και μελών του forum για την σχεδόν μόνιμη γεωγραφική της προτίμηση στο Νομό Λακωνίας. Η προτίμηση εξηγείται (πέρα από το γεγονός ότι είναι ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας!!!) από την εντοπιότητα και ιδιαίτερη αγάπη του υπογράφοντος. Η δε έκκληση κατανόησης γίνεται, ειδικά σήμερα, με εορταστική άνεση μια και η ενότητα συμπληρώνει 2 χρόνια ενεργούς και – σχετικά – τακτικής παρουσίας στο forum της Σ.Ο.Ε. Και του χρόνου με υγεία!
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload8.postimage.org/423252/Project2.jpg
«……..rn— Ήθελαν να απομαζέψουν κάτι κλάρες κι' αργήσανε με τις άλλες γυναίκες... Όσο να μαζέψουνε και το χαμολόι ο ήλιος ήτανε σκαπετισμένος στα βουνά της Μάνης. Η Αργυρούλα άμα ξεκίνησε η εργατιά, κοντόμεινε, τάχα πως ήθελε να κάμη... την ανάγκη της...rn—Φτου! Στα μούτρα της! Λένε όλες μαζί φτύνοντας το ταρατσωμένο έδαφος.rn—Χιου, χιου, χι ι ι, χί ι, χιου... που να' σε φάει η αλεπού.rn—Είχανε περάσει το βάλτο, ξακολούθησε, και η κυρά Αργυρούλα δε φαινότανε ξοπίσω να’ρχεται. Άμα φτάσαμε στη βρύση, κυττάξανε πίσω τους κι είδαν να ροβολάει απ' του Αράπη τη σπηλιά κείνος ο κοτομάτης.rn—Χά... Έκαμεν ανυπομονετικά η θεια Αρχόντω, χωρίς να χάνει λέξη.rn—Τότε ξεπετιέται και κείνη από το μεγάλο σκοίνο, που ήτανε κρυμμένη, τη τραβάει απο το χέρι, και δω παν οι άλλοι...rn— Ου!!! Να χαθή, να χαθή. Ακούς εκεί κατακαμπής να σταθή η νεραϊδοπαρμένη, να φιλιέται, με κείνο τον ασκημομούρη! Πρόσθεσε με αγανάχτηση η γρηά Ανέζω, φτύνοντας το μαλλί της ρόκας της.rn— Φτου! να χαθούνε... Έφτυσαν κι οι άλλες.rnΑλήθεια... είπαν, πώς πήγαν στην Αστυνομία... στη Μονοβάσια...rn……rn—Αλήθεια ! είπε μια απ' αυτές, δεν ταιριάζανε, για να ζευγαρωθούνε η Αργυρούλα με το σκυλάραπα.rnΓια πέστε μου γειτόνισσες το έχετε ακούσει και σεις, πως το Μαυρονικολό τον είχε πιασμένο η Μάνα του με τον Αράπη;rn— Όχι! Αποκρίθηκαν οι άλλες μ’ έκπληξη.rn— Να σας πω εγώ, είπε η θεια- Αρχόντω, τι έχω ακουσμένα. Κάποια βραδυά, λένε, που πήγαινε στη στάνη η μάνα του Νικολού, απάντησε τον Αράπη και την άρπαξε, τη ζαλώθηκε στον ώμο και την πήγε στη σπηλιά του. Το πρωί την ηύρανε άρρωστη εκεί, κοντά, και κρεμότανε απ' το λαιμό της για γιορντάνι ένα αρμάθι χρυσαφικά. Τα χρυσαφικά της τα ξέρω, η ίδια έλεγε, πως τάχε από τη Κυρούλα της. Εγώ δεν θυμάμαι να τα είχε η μακαρίτισσα. Αλήθεια... ψέμματα, δεν ξέρω . . .rn……………….rnΕίχανε αφήσει πίσω στη πρύμη τους το νησί του Τσιρίγου και περνάγανε με πρίμο καιρό το Κάβο-Μαληά φρόνιμο και ρωμαντικό. Ο Νικολός παραξενεύτηκε με τη σιγαλιά της θάλασσας και δε βάστηξε και είπε την απορία του :rn- Αυτός είναι ο Κάβος-Μαληάς, που τον τρέμει όλος ο κόσμος; Εγώ είχα μεγάλο, καρδιοχτύπι, που συλλογιζόμουνα το πέρασμα του.rn- Δεν είναι άδικος ο φόβος σου, γιατί δύσκολα να μην είναι φουρτουνιασμένος, άγριος και επικίντυνος, τόσο, πού μάλιστα οι Αρχαίοι λέγανε, πώς όταν πρόκειται να περάσεις τον Μαλέα, πρέπει να ξεχάσεις το σπίτι σου και τους αγαπημένους σου «Εί Μαλέαν πλεύσεις, επιλάθου των οίκαδε». Τώρα όμως μ' ευχαρίστηση και θαυμασμό καμάρωνε τον απότομο βράχο, που φαινότανε, σαν νά 'ναι κομμένος με μαχαίρι, το σωτήριο Φάρο του, νυχτερινό οδηγό των θαλασσοπόρων κι' αντιχαιρετήσανε τον Ασκητή καλόγηρο, που τους χαιρετούσε κουνώντας το σκούρό του 'μαντήλι, έξω από το μικρό προαύλιο του ερημικού εκκλησιδιού που το μισό ήτανε μέσα σε σπηλιά του απόκρημνου βράχου κατασκευασμένο.rn…………………….rnΎστερα την ευχαρίστησαν και ρίχνοντας τα μάτια του γύρω στον κάμπο, είπε:rn- Πολύ ευτυχείς είσαστε, που έχετε τόσο μεγάλο κάμπο και πλούσια θ’ απολαύετε τ΄ αγαθά της γης!rn- Όχι και τόσο! Όπως τα νομίζεις! Απάντησε η γυναίκα.rn- Γιατί; Ρώτησε ο Νικολός.rn- Γιατί, όπως θα ξέρεις, το χωριό μας το λένε Καταβόθρα, από μια μεγάλη τρύπα, κι έδειξε ανατολικά κατά τη Συκιά, στη ρίζα του βουνού, που κάθε χειμώνα καταπίνει τα νερά, που κατεβαίνουνε στον κάμπο μας από τη Γκαγκανιά και από άλλα ρέμματα.rn- Φαντάζουμαι πόση λίπαση θα αφήνουνε στον κάμπο σας τα νερά αυτά! Την διάκοψε ο Νικολός.rn- Κανένα καλό δε γίνεται, που να μην έχει και κακό! Απάντησε εκείνη.rn- Μα γιατί, ρώτησε ο Νικολός με περιέργεια.rn- Άκουσε! Τις περισσότερες χρονιές τα νερά αυτά, με την ορμή, που έρχουνται, φέρνουνε ξύλα, κλαριά, χορτάρια κι άλλα τέτοια, και στοιβάζουνται και φράζουνε το ρέμμα του νερού και δε μποράει να πέση στη τρύπα, γιατί βουλώνει και τότε τα νερά βρίσκοντας αντίσταση στο δρόμο τους, απλώνουνε στον κάμπο, λιμνάζουνε και πνίγουνε τα σπαρτά μας.rn- Θα πεινάγαμε αν δε μας στέλναν οι δικοί μας απ’ την Αμερική!rn- Ο Νικολός κούνησε το κεφάλι του λυπητερά και τράβηξε βιαστικά κατά τους Μολάους.rn………………………»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα