Τα σπήλαια στην αρχαία Ελληνική γραμματεία Ι
Σχόλιο: πάμπολλες είναι, στην αρχαία Ελληνική γραμματεία (στη μυθολογία, το δράμα, τα Ομηρικά έπη, τα ταξιδιωτικά και ιστορικά κείμενα κ.ά.), οι αναφορές στα σπήλαια και τον σκοτεινό, υπόγειο «Κάτω Κόσμο». Θα επιχειρήσουμε σταδιακά να παραθέσουμε ορισμένες.
Κύκλος: Μυθολογία.
Ο Κέρβερος (ο ενδέκατος άθλος του Ηρακλή).
Πηγή: το βιβλίο «Μύθοι και θρύλοι της αρχαίας Ελλάδας», του Ν. Α. Κουν.
«……………….
Μόλις γύρισε ο Ηρακλής στην Τύρινθα, ο Ευρυσθέας του παράγγειλε έναν καινούργιο άθλο. Ήταν ο ενδέκατος πόκανε, όσον καιρό ήταν στη δούλεψη του. Ανείδωτες δυσκολίες αντιμετώπισε σε τούτον τον άθλο ο Ηρακλής. Χρειάστηκε να πάει στον κάτω κόσμο, στα ζοφερά και φοβερά βασίλεια του Πλούτωνα, για να φέρει στον Ευρυσθέα τον Κέρβερο, το τρομερό σκυλί που φρουρεί τον Άδη. Τρία κεφάλια είχε ο Κέρβερος, γύρω από το λαιμό φίδια τυλιγμένα και, στην άκρη της ουράς του, κεφάλι δράκου μ’ ένα τεράστιο στόμα. Ο Ηρακλής πήγε στη Λακωνία, διάβηκε έναν τρισκότεινο γκρεμό, κοντά στο ακρωτήρι Ταίναρο, και κατέβηκε στα σκιερά βασίλεια του Άδη. Εκεί σιμά στις πόρτες, είδε καρφωμένους στο βράχο το Θησέα και τον Πειρίθη, το βασιλιά της Θεσσαλίας. Οι θεοί τους τιμωρήσανε έτσι γιατί δοκίμασαν να κλέψουν την Περσεφόνη, τη γυναίκα του Πλούτωνα.
Ο Θησέας άρχισε να παρακαλεί τον Ηρακλή:
- Ω! γιε τρανέ του Δία, γλύτωσέ με από δώ. Βλέπεις το μαρτύριο μου! Μονάχα εσύ μπορείς να με λυτρώσεις απ’ αυτό. Ο Ηρακλής έδωσε το χέρι του στο Θησέα και τον λευτέρωσε. Όταν όμως θέλησε να λυτρώσει και τον Πειρίθη, άρχισε η γη να σειέται κι’ ο Ηρακλής κατάλαβε ότι οι θεοί δε στέργανε σ’ αυτό. Πειθάρχησε στο θέλημα των θεών και προχώρησε μες στο σκοτάδι της αιώνιας νύχτας.
…………………….
Πολλά φρικτά πράγματα είδε στο δρόμο του ο Ηρακλής, ώσπου έφτασε μπροστά στο θρόνο του Πλούτωνα. Ο νεκραφέντης του Άδη και η γυναίκα του Περσεφόνη κοιτούσαν γοητεμένοι τον τρανό γιο του Δία, που κατέβηκε άφοβα στο βασίλειο του ζόφου και της θλίψης. Στεκόταν μεγαλόπρεπος και ήρεμος μπρος στο θρόνο του Πλούτωνα, ακουμπώντας στο πελώριο ρόπαλο του, με το λιονταρίσιο τομάρι ριγμένο στους ώμους και το τόξο στην πλάτη.
Ο Πλούτωνας καλωσόρισε το γιο του μεγάλου του αδελφού Δία και τον ρώτησε τί τον έκανε ν’ αφήσει το φως του ήλιου και να κατέβει στο βασίλειο του ζόφου.
……………………
Πολύν καιρό έψαξε ο Ηρακλής μες στα υπόγεια άντρα, να βρει τον Κέρβερο. Ώσπου, στο τέλος, τον βρήκε στους όχτους του Αχέροντα. Με τα γερά, σαν τ’ ατσάλι, χέρια του άρπαξε το σκύλο από το λαιμό. Ο Κέρβερος άρχισε να ουρλιάζει τόσο τρομερά που αντιβούιζε ολάκερος ο Άδης. Δοκίμασε να ξεφύγει απ’ τα μπράτσα του Ηρακλή, μα τα στιβαρά χέρια του ήρωα τούσφιξαν ακόμα πιο γερά το λαιμό. Το κάκου τύλιξε ο Κέρβερος την ουρά του γύρω απ’ τα πόδια του Ηρακλή και το δρακίσιο κεφάλι έμπηξε τα δόντια του στη σάρκα του, ο τρανός ήρωας όλο και πιο δυνατά τούσφιγγε το λαιμό ώσπου σχεδόν στραγγαλισμένο, σωριάστηκε το σκυλί του Άδη στα πόδια του. Ο Ηρακλής το δάμασε και το πήγε στις Μυκήνες. Κατατρόμαξε ο Κέρβερος μόλις είδε το φως της ημέρας. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και φαρμακερός αφρός έσταξε στο χώμα από τα τρία του στόματα. Παντού όπου έπεσε έστω και μια σταγόνα αφρός, φύτρωσαν χόρτα φαρμακερά. Ο Ηρακλής έφερε τον Κέρβερο μπροστά στα τείχη του κάστρου των Μυκηνών. Ο λαγόψυχος Ευρυσθέας κατατρόμαξε μόνο π’ αντίκρυσε από μακριά το φοβερό σκύλο. Παρακάλεσε σχεδόν γονατιστός, τον Ηρακλή, να ξαναπάει πίσω το σκυλί στα βασίλεια του Άδη. Ο ήρωας τούκανε το θέλημα και γύρισε στον Πλούτωνα τον τρομερό του φύλακα.»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα