e – εκδ. Παρίσι 1864).
Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, έβδομη εκτύπωση Ιούλιος 2003, Βαλτετσίου 14, 10680 Αθήνα, Τηλ. 219 3650000, Fax: 210 3650069, www.patakis.gr, ISBN: 960-360-886-6 και η μετάφραση είναι της Βίκης Δέμου.
Εικονογράφηση Riou σε χάραξη Pannemaker.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload8.postimage.org/285636/Project1_Small_.jpg
rn«………………………rnΓια μια ολόκληρη ώρα, απ' το μυαλό μου, που βρισκόταν σε παραλήρημα, πέρασαν όλες οι πιθανές αιτίες που ίσως κρύβονταν πίσω απ' την ενέργεια του ήσυχου κυνηγού. Έβαλα με το νου μου τις πιο παράλογες ιδέες. Πίστεψα πως θα τρελαινόμουν!rnΣτο τέλος όμως άκουσα βήματα να πλησιάζουν από τα βάθη της αβύσσου. Ήταν ο Χανς, που ανέβαινε. Ένα τρεμάμενο φωτάκι άρχισε να καθρεφτίζεται στα τοιχώματα κι έπειτα ξεπρόβαλε απ' το στόμιο του διαδρόμου. Ο Χανς έκανε την εμφάνιση του.rnΠλησίασε το θείο μου, ακούμπησε το χέρι στον ώμο του και τον ξύπνησε γλυκά. Ο θείος μου ανασηκώθηκε.rn—Τι συμβαίνει; έκανε.rn—«Βάτεν», αποκρίθηκε ο κυνηγός.rnΌταν βρίσκεται κανείς υπό την επήρεια έντονου πόνου, γίνεται πολύγλωσσος, πιστέψτε με. Δεν ήξερα ούτε λέξη στα δανέζικα, κι ωστόσο κατάλαβα ενστικτωδώς τι ήθελε να πει ο οδηγός μας.rn—Νερό! Νερό! φώναξα χτυπώντας τα χέρια μου, χειρονομώντας λες κι είχα παραφρονήσει.rn—Νερό! επαναλάμβανε κι ο θείος μου. «Χβαρ»; ρώτησε τον Ισλανδό.rn—«Νέντατ», αποκρίθηκε ο Χανς.rnΠού; Κάτω! Καταλάβαινα τα πάντα. Είχα αρπάξει τα χέρια του κυνηγού και τα έσφιγγα, ενώ εκείνος με κοιτούσε ατάραχος.rnΠροετοιμαστήκαμε στα γρήγορα για αναχώρηση και, πριν περάσει πολλή ώρα, περπατούσαμε σ' ένα διάδρομο που κατηφόριζε ένα πόδι κάθε μέτρο.rnΜια ώρα αργότερα είχαμε διανύσει απόσταση περίπου δυο χιλιομέτρων, που αντιστοιχούσαν σε βάθος δύο χιλιάδων ποδιών.rnΕκείνη τη στιγμή άκουσα καθαρά έναν ασυνήθιστο κελαρυστό ήχο πίσω από το πλευρικό γρανιτένιο τοίχωμα• κάτι που έμοιαζε με υπόκωφο μουγκρητό, σαν μακρινός κεραυνός. Στη διάρκεια της πρώτης μισής ώρας της πορείας μας, όσο δεν έβλεπα την πηγή για την οποία μας είχε μιλήσει ο Χανς, τόσο αισθανόμουν το φόβο μου να ξαναφουντώνει. Εκείνη τη στιγμή όμως ο θείος μου μου εξήγησε από πού προέρχονταν αυτοί οι θόρυβοι.rn—Ο Χανς δεν έκανε λάθος! είπε. Αυτό που ακούς είναι το μουγκρητό ενός χειμάρρου.rn—Ενός χειμάρρου; φώναξα.rn—Δε χωράει καμιά αμφιβολία. Ένας υπόγειος ποταμός κυλάει εδώ γύρω μας.rnΗ προσδοκία αυτή μας έδωσε φτερά, και ταχύναμε το βήμα μας. Δεν ένιωθα πια κούραση. Ο θόρυβος του νερού "που κελάρυζε είχε αρχίσει κιόλας να με δροσίζει. Όσο πήγαινε, γινόταν δυνατότερος. Αφού έμεινε πολλή ώρα πάνω απ' τα κεφάλια μας, ο χείμαρρος άρχισε τώρα να κυλάει πίσω απ' το αριστερό τοίχωμα, μουγκρίζοντας κι αναπηδώντας. Ακουμπούσα κάθε τόσο το χέρι μου πάνω στο βράχο ελπίζοντας να νιώσω κάποιο σημάδι διίδρωσης ή υγρασίας. Μάταια.rnΠέρασε άλλη μισή ώρα. Διανύσαμε άλλη μισή λεύγα.rnΑντιληφθήκαμε τότε ότι, κατά την απουσία του, ο κυνηγός δεν μπόρεσε να συνεχίσει τις έρευνες του παραπέρα.rnΟδηγημένος από ένα ένστικτο που έχουν συνήθως οι άνθρωποι των βουνών, οι ραβδοσκόποι, «ένιωσε» αυτό το χείμαρρο πίσω από την πέτρα, αλλά φυσικά δεν είχε δει ποτέ με τα μάτια του το πολύτιμο υγρό- δεν είχε σβήσει τη δίψα του μ' αυτό.rnΣε λίγη ώρα μάλιστα καταλάβαμε ότι, αν συνεχίζαμε την πορεία μας, θα απομακρυνόμασταν από το ρεύμα, που η βουή του είχε αρχίσει ήδη να κοπάζει.rnΓυρίσαμε προς τα πίσω. Ο Χανς σταμάτησε στο σημείο όπου, απ' ό,τι άκουγε, ο χείμαρρος κυλούσε πιο κοντά σε μας.rnΚάθισα δίπλα στον τοίχο, ενώ το νερό κυλούσε με τρομερή ορμή δυο πόδια μακρύτερα. Ωστόσο, μας χώριζε ακόμα ένας τοίχος από γρανίτη.rnΠριν το ξανασκεφτώ, πριν αναρωτηθώ μήπως υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος για ν' αποκτήσουμε πρόσβαση στο νερό, αφέθηκα να παρασυρθώ, για μια στιγμή, απ' την απελπισία μου.rnΟ Χανς με κοίταξε, και νόμισα ότι είδα ένα χαμόγελο να χαράζεται στα χείλη του.rnΣηκώθηκε και πήρε τη λάμπα. Τον ακολούθησα. Κατευθύνθηκε προς το τοίχωμα. Παρακολουθούσα τις κινήσεις του. Κόλλησε τ' αυτί του πάνω στη στεγνή πέτρα κι άρχισε να μετακινείται αργά αργά, ακούγοντας με μεγάλη προσοχή. Κατάλαβα ότι αναζητούσε το σημείο εκείνο στο οποίο ο χείμαρρος ακουγόταν πιο δυνατά. Βρήκε αυτό το σημείο στο αριστερό πλευρικό τοίχωμα, σε απόσταση τριών ποδιών από την επιφάνεια του εδάφους.rnΠόση συγκίνηση ένιωσα! Δεν τολμούσα να μαντέψω ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση του κυνηγού! Την κατάλαβα όμως γρήγορα και επικρότησα την ενέργεια του παροτρύνοντας τον με χάδια, σαν τον είδα να παίρνει την αξίνα του για να χτυπήσει κατευθείαν πάνω στην πέτρα.rn—Σωθήκαμε! φώναξα.rn —Ναι, επαναλάμβανε ο θείος μου με παράφορα. Ο Χανς έχει δίκιο! Α το γενναίο μας τον κυνηγό! Εμείς δε θα το σκεφτόμασταν ποτέ αυτό!rnΤον πιστεύω απόλυτα! Όσο απλός κι αν ήταν, αυτός ο τρόπος δε θα περνούσε ποτέ απ' το δικό μας μυαλό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο απ' το να δώσεις μια με την αξίνα σου σ' αυτή τη σκαλωσιά που υποβαστάζει τη γήινη σφαίρα. Κι αν γινόταν καμιά κατολίσθηση και θαβόμασταν κάτω από τις πέτρες; Κι αν ο χείμαρρος ξεπηδούσε μέσ' από τον τοίχο και μας έπνιγε; Αυτοί οι κίνδυνοι δεν ήταν διόλου χιμαιρικοί• εκείνη τη στιγμή όμως ούτε ο κίνδυνος της κατολίσθησης ούτε της πλημμύρας μπορούσε να μας σταματήσει, κι η δίψα μας ήταν τόσο επιτακτική, που, για να τη σβήσουμε, θα σκάβαμε ακόμα και στο βυθό του ωκεανού.rnΟ Χανς έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά, την οποία ούτε ο θείος μου ούτ' εγώ θα μπορούσαμε ποτέ να φέρουμε σε πέρας. Η ανυπομονησία μας θα 'ταν τόση, που η πέτρα θα τιναζόταν σε χίλια κομμάτια απ' τα βίαια χτυπήματα μας. Ο οδηγός, αντίθετα, ήταν ψύχραιμος και μετρημένος, και πελέκησε το βράχο λίγο λίγο, με μια σειρά από ελαφρά, επαναλαμβανόμενα χτυπήματα, ανοίγοντας μ' αυτό τον τρόπο μια τρύπα πλάτους έξι ιντσών. Άκουγα το θόρυβο του χειμάρρου να μεγαλώνει και νόμιζα ότι δοκίμαζα κιόλας το ευλογημένο νερό να μου βρέχει τα χείλη.rnΣε λίγο, η αξίνα είχε τρυπήσει σε βάθος δύο ποδιών το γρανιτένιο τοίχο. Η δουλειά διαρκούσε ήδη πάνω από μια ώρα. Ένιωθα να σβήνω απ' την ανυπομονησία μου! Ο θείος μου ήθελε να βάλει σ' εφαρμογή τα μεγάλα μέσα. Είδα κι έπαθα να τον σταματήσω, κι είχε αδράξει ήδη κι εκείνος μια αξίνα όταν, ξάφνου, αντήχησε ένα σφύριγμα. Ένας πίδακας νερού ξεπήδησε μέσ' από τον τοίχο κι έσκασε με ορμή στο απέναντι τοίχωμα.rnΟ Χανς, που είχε χάσει την ισορροπία του από το τράνταγμα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή πόνου. Τον κατάλαβα όταν, βυθίζοντας τα χέρια μου σ' εκείνο τον υγρό πίδακα, έβγαλα κι εγώ με τη σειρά μου μια δυνατή φωνή. Το νερό της πηγής έβραζε.rn—Νερό σε θερμοκρασία εκατό βαθμών! φώναξα.rn—Ε λοιπόν, θα κρυώσει, αποκρίθηκε ο θείος μου.rnΗ σήραγγα είχε γεμίσει ατμούς, ενώ το νερό σχημάτιζε ήδη ένα ρυάκι που κατηφόριζε και χανόταν μες στους υπόγειους δαιδάλους. Σε λίγο ήπιαμε την πρώτη μας γουλιά.rnΑ! Τι απόλαυση! Τι ασύγκριτη ηδονή! Τι λογής ήταν αυτό το νερό; Από πού ερχόταν; Λίγο μας ενδιέφερε. Ήταν νερό και, παρ' όλο που ήταν ακόμα ζεστό, ξανάφερε στην καρδιά μας τη ζωή, που λίγο έλειψε να χάσουμε. Έπινα χωρίς σταμάτημα, δίχως να νιώθω καν τη γεύση αυτού του νερού.rnΕίχε περάσει κιόλας ένα λεπτό που έπινα απολαμβάνοντας το νερό, όταν φώναξα:rn—Μα αυτό είναι σιδηρούχο ύδωρ!rn—Εξαιρετικό για το στομάχι, αποκρίθηκε ο θείος μου, και πλούσιο σε μεταλλικά στοιχεία! Να λοιπόν ένα ταξίδι αντάξιο του Σπα ή του Τέπλιτς (1)!rn—Αχ, τι ωραίο που είναι!rn—Για φαντάσου- νερό που αντλήθηκε δυο λεύγες κάτω από τη γη! Έχει μια γεύση μελανιού που δεν είναι καθόλου δυσάρεστη. Ο Χανς μάς εξασφάλισε σπουδαία βοήθεια! Προτείνω λοιπόν να δώσουμε σ' αυτό το σωτήριο ρυάκι τ' όνομα του.rn—Θαυμάσια! φώναξα.rnΚαι επιλέξαμε αμέσως την ονομασία «Χανς-μπαχ» (2).rnΟ Χανς δεν έδειξε και πολύ περήφανος γι' αυτό. Αφού έσβησε κάπως τη δίψα του, πήγε να ακουμπήσει, ψύχραιμος όπως πάντα, σε μια γωνιά του τοίχου.rn—Τώρα, είπα, δε θα 'πρεπε ν' αφήνουμε αυτό το νερό να χάνεται.rn—Για ποιο λόγο; αποκρίθηκε ο θείος μου. Απ' ό,τι υποπτεύομαι, αυτή η πηγή είναι ανεξάντλητη.rn—Τι σημασία έχει! Ας γεμίσουμε το ασκί και τα παγούρια μας, και μετά δοκιμάζουμε να σφραγίσουμε το άνοιγμα.rnΑκολουθήσαμε τη συμβουλή μου. Ο Χανς προσπάθησε να κλείσει την τρύπα που είχε γίνει στον τοίχο χρησιμοποιώντας κομμάτια από γρανίτη και στουπί. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάψει τα χέρια του: η πίεση του νερού ήταν πολύ μεγάλη και οι προσπάθειες μας δεν καρποφόρησαν.rn—Είναι ολοφάνερο, είπα, ότι τα ανώτερα στρώματα του νερού βρίσκονται σε πολύ μεγάλο ύψος, αν κρίνουμε απ' την ορμή του πίδακα.rn—Αυτό είναι βέβαιο, αποκρίθηκε ο θείος .μου. Έχει πίεση χιλίων ατμοσφαιρών, αν υποθέσουμε ότι αυτή η στήλη νερού έχει ύψος τριάντα δύο χιλιάδες πόδια. Μου ήρθε όμως μια ιδέα.rn—Τι ιδέα;rn—Γιατί πρέπει σώνει και καλά να σφραγίσουμε αυτό το άνοιγμα;rn—Μα διότι...rnΈνιωσα αμηχανία, αλλά δεν μπορούσα να βρω κάποιο λόγο.rn—Όταν θ' αδειάσουν τα παγούρια μας, είμαστε σίγουροι ότι θα μπορέσουμε να τα ξαναγεμίσουμε;rn—Όχι βέβαια.rn—Ε λοιπόν, ας αφήσουμε τότε το νερό να κυλάει! Θα κατηφορίζει κανονικά και θα οδηγεί εκείνους που θα πίνουν καθ' οδόν και θα δροσίζονται!rn—Να μια καλή σκέψη! φώναξα. Και, μ' αυτό το ρυάκι για συντροφιά, δεν υπάρχει πια κανένας λόγος να μην πετύχουν τα σχέδια μας.rn—Αχ, έρχεσαι στα λόγια μου, παιδί μου, είπε γελώντας ο καθηγητής.rn—Ακόμα καλύτερα• είπα ήδη αυτό που θέλατε να πείτε.rn—Μια στιγμή! Πρέπει πρώτα να ξεκουραστούμε μερικές ώρες.rnΕίχα ξεχάσει στ' αλήθεια ότι ήταν νύχτα. Το χρονόμετρο ανέλαβε να με πληροφορήσει γι' αυτό. Σε λίγη ώρα, αναζωογονημένοι και ξεδιψασμένοι καθώς ήμασταν, βυθιστήκαμε κι οι τρεις μας σε ύπνο βαθύ.rn………………..»
Συνεχίζεται
1. Πρόκειται για τις πόλεις Σπα του Βελγίου και Τέπλιτς της Τσεχοσλοβακίας, που φημίζονται για το μεταλλικό νερό τους. (Σ.τ.Μ.)rn2. Hansbach: το ρυάκι του Χανς στα γερμανικά. (Σ.τ.Μ.)
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα