ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΓΙΟΥΡΣΕΝΑΡ
(από τα) ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
( για την ελληνική γλώσσα, εκδόσεις Χατζηνικολή-1980, 5η έκδοση)
Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΧΕΛΙΔΟΝΟΥ
Ο καλόγερος Θεράπων είχε σταθεί στα νιάτα του ο πιο πιστός μαθητής του μεγάλου Αθανάσιου. Ήταν κακότροπος, αυστηρός, γλυκός μόνον με τα πλάσματα στα οποία δεν υποπτευότανε την παρουσία δαιμόνων. Στην Αίγυπτο είχε αναστήσει μούμιες και τους είχε κηρύξει το ευαγγέλιο. Στο Βυζάντιο είχε εξομολογήσει αυτοκράτορες. Είχε έρθει στην Ελλάδα οδηγημένος από ένα όνειρο, με την πρόθεση να εξορκίσει εκείνη τη γη που βρισκόταν ακόμα κάτω από τις γητιές του Πανός. Φλογιζόταν από το μίσος όταν έβλεπε τα ιερά δένδρα όπου οι χωρικοί, που τους είχε χτυπήσει πυρετός, κρεμούσαν κουρέλια επιφορτισμένα να ριγούνε στη θέση τους στο παραμικρότερο φύσημα του δειλινού, τους φαλλούς που μπήζαν ορθούς στα χωράφια για να υποχρεώνουν το χώμα να δίνει σοδειές και τους θεούς από πηλό που κούρνιαζαν μέσα στις κόγχες των τοίχων και στις γούρνες των πηγών. Είχε χτίσει με τα χέρια του μια στενόχωρη καλύβα στις όχθες του Κηφισού προσέχοντας να μην χρησιμοποιεί άλλο από ευλογημένα υλικά. Οι χωρικοί μοιραζόνταν μαζί του τη φτωχή τους τροφή, αλλά παρόλο που εκείνοι οι άνθρωποι ήσαν ωχροί, χαλκοπράσινοι κι αποθαρρημένοι από τις πείνες και τους πολέμους που τους είχαν τσακίσει, ο Θεράπων δεν κατάφερνε να τους γυρίσει προς το μέρος του ουρανού. Λάτρευαν τον Ιησού, τον Υιό της Μαρίας, που ήταν ντυμένος στο μάλαμα σαν τον ανατέλλοντα ήλιο, αλλά η αγύριστη καρδιά τους έμενε πιστή στις θεότητες που φωλιάζουν στα δέντρα ή ξεπηδάν απ’ το βράσιμο των νερών. Κάθε βράδυ, στα πόδια του πλατάνου που’ταν αφιερωμένος στις Νύμφες, αποθέτανε μία γαβάθα με γάλα από τη μοναδική κατσίκα που τους έμενε. Τ’ αγόρια ξεγλιστρούσαν τα μεσημέρια κάτω από τις συστάδες των δέντρων για να παραφυλάξουν αυτές τις γυναίκες με τα μάτια από όνυχα που τρέφονταν με θυμάρι και μέλι. Έβραζε ο τόπος, παντού, από κείνες τις θυγατέρες της σκληρής και ξερής γης όπου αυτό που αλλού σκορπίζεται σε αχλύ σ’αυτήν έπαιρνε αμέσως μορφή και ουσία αλήθειας. Έβρισκαν τα πατήματά τους μέσα στη λάσπη των πηγών και η λευκότητα των κορμιών τους μπερδευότανε από μακριά με τη μαρμαρυγή των βράχων. Τύχαινε, μάλιστα, κάποια λαβωμένη Νεράιδα να ζει μέσα στο κακοπλανισμένο δοκάρι που συγκρατούσε μια στέγη και τη νύχτα, την άκουγαν να παραπονιέται ή να τραγουδά. Σχεδόν κάθε μέρα, γητεμένα ζώα χάνονταν στα βουνά και μόνον μετά από μήνες ολόκληρους έβρισκαν ένα μικρό σωρό από κόκαλα. Οι Πονηρές παίρνανε τα παιδιά απ’ το χέρι και τα πήγαιναν να χορέψουν στο χείλος του γκρεμού. Λαφροπάτητες, δεν άγγιζαν τη γη αλλά η άβυσσος κατάπινε τα βαριά μικρά σώματα.
Ή τότε, κάποιο νέο αγόρι που ακολουθούσε τα χνάρια τους ροβόλαγε δίχως ανάσα από το βουνό, τρέμοντας από πυρετό γιατί είχε πιεί το θάνατο με το νερό μιας πηγής. Μετά από κάθε καταστροφή ο καλόγερος Θεράπων έδειχνε τη γροθιά του στα δάση όπου κρύβονταν οι Καταραμένες αλλά οι χωρικοί συνέχιζαν ν’αγαπούνε εκείνες τις δροσερές νεράιδες τις σχεδόν αόρατες και τους συγχωρούσαν τα κρίματά τους όπως συγχωρνάμε τον ήλιο που αποσυνθέτει το μυαλό των τρελών, το φεγγάρι που βυζαίνει το γάλα των αποκοιμισμένων μανάδων και τον έρωτα που τόσο μας κάνει να υποφέρουμε.
Ο καλόγερος τις φοβόταν σα μια αγέλη λύκαινες και τον ανησυχούσαν σαν ένα κοπάδι πόρνες. Ποτέ, εκείνα τα όμορφα ξωτικά δεν τον άφηναν σε ησυχία: τη νύχτα, ένιωθε πάνω στο πρόσωπό του τη ζεστή τους ανάσα σαν του μισοεξημερωμένου ζώου που τριγυρνάει επιφυλακτικό μέσα σ’ένα δωμάτιο. Αν ριψοκινδύνευε να περάσει την εξοχή με μετάληψη για κάποιον άρρωστο, τις άκουγε να τροχάζουν ιδιότροπες και ορμητικές σα νέες κατσίκες. Άν, παρά τις Προσπάθειές του, του τύχαινε ν’αποκοιμηθεί την ώρα των προσευχών, έρχονταν και του τραβούσαν αθώα τα γένια. Δε δοκίμαζαν να τον σαγηνέψουν γιατί τον έβρισκαν άσκημο, κωμικό και παραπολύ γέρο μέσα στα τραχιά ρούχα του από καφέ χοντρόμαλλο, και παρά την ομορφιά τους δεν ξυπνούσαν μέσα του καμιά ακάθαρτη επιθυμία, γιατί η γύμνια τους τον απωθούσε σαν τη χλωμή σάρκα της κάμπιας, το λείο δέρμα του φιδιού. Τον βάζανε μολαταύτα σε πειρασμό, γιατί κατάνταγε ν’αμφιβάλλει για τη σοφία του Θεού που είχε πλάσει τόσα άχρηστα και βλαβερά πλάσματα, σαν να μην ήταν άλλο η Δημιουργία από ένα μοχθηρό παχνίδι με το οποίο Αυτός διασκέδαζε. Ένα πρωί, οι χωρικοί βρήκαν τον καλόγερό τους απασχολημένο να κόβει τον πλάτανο των Νυμφών και λυπήθηκαν διπλά, γιατί από τη μία μεριά φοβόντουσαν την εκδίκηση των νεράιδων που θα’φευγαν παίρνοντας μαζί τους τις πηγές, και από την άλλη εκείνος ο πλάτανος σκίαζε την πλατεία όπου μαζεύονταν να χορεύουν. Αλλά δεν έκαναν κανένα παράπονο στον άγιο άνθρωπο, από φόβο μήπως έρθουν σε ρήξη με τον Πατέρα που είναι στον ουρανό και μοιράζει τη βροχή και τον ήλιο. Σώπασαν, και τα σχέδια που έκανε ο καλόγερος για να εξοντώσει τις Νύμφες ενθαρρύνθηκαν απ’τη σιωπή.
Δεν έβγαινε πια χωρίς δυο πυριτόλιθους κρυμμένους στα φαρδομάνικά του, και το βράδυ, κλεφτά, όταν κανένας χωριάτης δεν φαινόταν στην έρημη εξοχή, έβαζε φωτιά σε μια γέρικη ελιά που ο κουφαλιασμένος κορμός της του φαινόταν να κρύβει θεές, ή σ’ένα λειασμένο νεαρό πεύκο που το ρετσίνι του έχυνε χρυσό δάκρυ. Μια γυμνή φόρμα ξέφευγε απ’ το φύλλωμα κι έτρεχε να συναντήσει τις συντρόφισσές της, ακίνητες μακριά σα σκιαγμένες ελαφίνες, και ο άγιος καλόγερος χαιρόταν που κατέστρεφε μια από τις κρυψώνες του Κακού. Παντού, φύτευε σταυρούς, και τα νεαρά θεία ζώα λάκιζαν μακριά από τον ίσκιο εκείνης της θεϊκιάς αγχόνης, αφήνοντας γύρω από το καθαγιασμένο χωριό μια ολοένα και αχανέστερη ζώνη από σιωπή και από μοναξιά. Αλλά ο αγώνας συνέχιζε βήμα προς βήμα πάνω στις πρώτες πλαγιές του βουνού που αμυνόταν έχοντας σα συμμάχους τ’αγκαθωτά βάτα και τις τρομερές σάρες και όπου είναι δυσκολότερο να κυνηγήσεις θεούς. Τέλος, κυκλωμένες από την προσευχή και τη φωτιά, αδυνατισμένες από την έλλειψη προσφορών, στερημένες από τον έρωτα από τότε που τα παλικάρια του χωριού είχαν αρχίσει να τις αποφεύγουν, οι Νύμφες ζήτησαν καταφύγιο σ’έναν έρημο λόγγο, όπου μερικά ολόμαυρα πεύκα, φυτεμένα σ’ένα αργιλώδες χώμα, σε έκαναν να σκεφτείς μεγάλα πουλιά που αρπάζονταν από το κόκκινο χώμα με τις δυνατές τους άρπαγες κι ανάδευαν μέσα στον ουρανό τις χίλιες λεπτές άκριες του αετίσιου φτερώματός τους. Οι νερομάνες που ανάβρυζαν εκεί, κάτω από τους σωρούς τις άμορφες πέτρες, ήσαν πολύ ψυχρές για να τραβήξουν τις πλύστρες και τους βοσκούς. Μια σπηλιά έχασκε καταμεσίς της πλαγιάς ενός λόφου που δεν μπορούσες να μπεις παρά από ένα άνοιγμα τόσο ακριβώς πλατύ όσο για ν’αφήνει πέρασμα σ’ένα και μόνο σώμα. Από πάντα, οι Νύμφες καταφεύγαν εκεί τα βράδια που η καταιγίδα τάραζε τα παχνίδια τους, γιατί φοβόντουσαν τη βροντή σαν όλα τα ζώα του δάσους, και ήταν εκεί που κοιμόνταν τις νύχτες που δεν είχε φεγγάρι. Νεαροί βοσκοί ισχυρίζονταν πως είχαν γλιστρήσει μέσα σ’αυτή τη σπηλιά βάζοντας σε κίνδυνο τη Σωτηρία τους και το σφρίγος της νιότης τους και δεν έσωζαν να μιλάνε για κείνα τα γλυκά κορμιά που μόλις που διακρίνονταν μέσα στα δροσερά σκότη και για εκείνα τα μαλλιά που πιότερο μάντευες παρά άγγιζες. Για τον καλόγερο Θεράποντα αυτή η σπηλιά, η κρυμμένη μέσα στην πλαγιά του βράχου, ήταν σαν ένας καρκίνος βυθισμένος μέσα στο ίδιο του το βυζί, και ορθός στα ριζά της κοιλάδας, με σηκωμένα τα χέρια, ακίνητος για ώρες ολόκληρες, παρακάλαγε τον ουρανό να τον βοηθήσει να εξοντώσει τα επικίνδυνα εκείνα απομεινάρια της ράτσας των θεών.
Ένα βράδυ, λίγο μετά το Πάσχα, ο καλόγερος μάζεψε τους πιο πιστούς και τους πιο σκληρούς από το ποίμνιό του. Τους εφοδίασε με κασμάδες και φανούς, οπλίστηκε μ’έναν Εσταυρωμένο και τους οδήγησε μεσ’ απ’ το δαίδαλο των λόφων στα χαύνα σκοτάδια τα γεμάτα χυμό, ανυπόμονος μην και πάει χαμένη εκείνη η μαύρη νύχτα. Ο καλόγερος Θεράπων στάθηκε μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς και δεν άφησε τους πιστούς να τρυπώσουνε μέσα από φόβο μήπως μπούνε σε πειρασμό. Μέσα στην πηχτή σκιά άκουγες να γουργουράνε οι πηγές. Ένας ασθενικός θόρυβος έπαλλε γλυκός σαν τον μπάτη μέσα από τον πευκώνα. Ήταν η αναπνοή των αποκοιμισμένων Νυμφών, που ονειρεύονταν τη νιότη του κόσμου, τους χρόνους όπου ο άνθρωπος δεν υπήρχε ακόμα και όπου η γη δε γεννούσε παρά τα δέντρα, τα ζώα και τους θεούς. Οι χωρικοί άναψαν μια μεγάλη φωτιά αλλ’αναγκάστηκαν να παραιτηθούν γιατί δεν καιγόταν ο βράχος. Ο καλόγερος πρόσταξε ν’αραιώσουνε γύψο, να κουβαλήσουνε πέτρες. Στις πρώτες λάμψεις της αυγής είχαν αρχίσει να χτίζουν μια μικρή εκκλησιά κολλημένη στο πλευρό στου λόφου, μπροστά στο άνοιγμα της καταραμένης σπηλιάς. Οι τοίχοι της δεν είχαν στεγνώσει ακόμα, η στέγη δεν είχε μπει και έλειπε η πόρτα, αλλά ο καλόγερος Θεράπων ήξερε ότι οι Νύμφες δεν θα δοκίμαζαν να ξεφύγουν περνώντας μέσα απ’αυτόν τον ιερό χώρο, που είχε ήδη αγιάσει και ευλογήσει. Για μεγαλύτερη ασφάλεια είχε μπήξει στο βάθος του ξωκλησιού, στο σημείο όπου ανοιγόταν το στόμα του βράχου, ένα μεγάλο Χριστό ζωγραφισμένο πάνω σ’ένα ελληνικό σταυρό και οι Νύμφες, που δεν καταλάβαιναν παρά το χαμόγελο, οπισθοχωρούσαν με φρίκη μπροστά σε κείνη την εικόνα του Εσταυρωμένου. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου απλώνονταν δειλά μέχρι το κατώφλι της σπηλιάς. Ήταν η ώρα που οι άμοιρες είχαν συνηθίσει να βγαίνουν για να τρυγάνε από τα φύλλα των γειτονικών δέντρων το πρώτο γεύμα τους από δροσιά. Οι αιχμάλωτες έκλαιγαν με λυγμούς, ικετεύαν τον καλόγερο να τις βοηθήσει και μέσα στην αθωότητά τους του τάζανε, αν δεχότανε να τους επιτρέψει να φύγουν, τον έρωτά τους. Όλη την μέρα και μέχρι το βράδυ συνεχίστηκαν τα έργα και είδαν δάκρυα να στάνε από την πέτρα, άκουσαν βηξίματα και βραχνές κραυγές όμοιες με το παράπονο λαβωμένων ζώων. Την άλλη μέρα ρίξαν την οροφή και τη στόλισαν μ’ένα μπουκέτο λουλούδια. Στερεώσαν την πόρτα και γύρισαν μέσα στην κλειδαριά ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί. Εκείνη εκεί τη νυχτιά, κουρασμένοι οι χωρικοί ξανακατέβηκαν στο χωριό, αλλά ο καλόγερος Θεράπων κοιμήθηκε κοντά στο ξωκλήσι που είχε ορθώσει και όλη τη νύχτα ο θρήνος των φυλακισμένων του τον αγάλιαζε σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν πονετικός μολαταύτα, γιατί λυπόταν ένα ποδοπατημένο σκουλίκι ή το κοτσάνι ενός λουλουδιού που έσπαγε το ράσο του καθώς περνούσε, αλλά ήτανε σαν τον άνθρωπο που αγαλλιά, γιατί έχει χτίσει μέσα σε δυο τούβλα μία φωλιά με νιογέννητες έχιδνες.
Την επομένη, οι χωρικοί φέραν κονία και πέρασαν μέσα κι όξω την εκκλησιά που πήρε τότε την όψη μιας άσπρης περιστέρας κουρνιασμένης στην αγκάλη του βράχου. Δυο χωρικοί λιγότερο φοβισμένοι από τους άλλους, τόλμησαν να μπουν στη σπηλιά για ν’ασπρίσουν τα υγρά και πετρώδη τοιχώματά της, έτσι ώστε το νερό των πηγών και το μέλι των μελισσών να πάψουν ν’αναβλύζουνε στο εσωτερικό του ωραίου άντρου συντηρώντας τη ζωή των γυναικών-νεράιδων. Εξασθενημένες οι Νύμφες δεν είχανε πια την απαραίτητη δύναμη για να φανερωθούν στους ανθρώπους. Με κόπο μάντευες δω και εκεί ακαθόριστα μέσα στο μισοσκόταδο ένα συσπασμένο νεαρό στόμα, δυο εύθραυστα ικετευτικά χέρια ή το ωχρό ρόδο ενός μαστού. Ή ακόμα περνώντας πάνω στις ανωμαλίες του βράχου το χοντρό δάχτυλό τους ασπρισμένο από τον ασβέστη, οι χωριάτες νιώθανε που και που να ξεφεύγουν μαλλιά μετάξινα που ριγούσαν σαν αυτά τα πολυτρίχια που φυτρώνουν στα έρημα και υγρά μέρη. Τα αδυνατισμένα κορμιά των Νεράιδων αποσυντίθονταν σε αχνό ή ετοιμάζονταν να τριφτούνε σε σκόνη σαν φτερά μιας νεκρής πεταλούδας. Βογγούσανε πάντα, αλλά έπρεπε να προσέξεις για ν’ακούσεις εκείνο τ’ασθενικό παράπονο. Κιόλας, δεν ήτανε πια παρά θρηνούσες ψυχές Νεράιδων.
Όλη τη νύχτα, ο καλόγερος Θεράπων φύλαξε τη σκοπιά της προσευχής στην είσοδο της σπηλιάς σαν ένας αναχωρητής μέσα στην έρημο. Χαιρόταν όταν σκεφτόταν πως πριν απ’ το νέο φεγγάρι οι θρήνοι θα’χανε πάψει και πως οι πεθαμένες από την πείνα Νύμφες δε θα’τανε πια άλλο από μια ακόλαστη ανάμνηση. Παρακαλούσε να’ρθει γρήγορα η στιγμή που ο θάνατος θα λύτρωνε τις φυλακισμένες του, γιατί είχε αρχίσει άθελά του να τις λυπάται, και μεμφόταν τον εαυτό του για κείνη την ταπεινωτική αδυναμία. Κανείς δεν ανέβαινε πια ως αυτόν. Το χωριό του φαινότανε τόσο μακρινό σαν να βρισκόταν στην άλλη άκρια του κόσμου. Στις απέναντι πλαγιές της κοιλάδας δεν έβλεπες άλλο από κοκκινόχωμα, πεύκα και ένα μονοπάτι μισοκρυμμένο κάτω από χρυσές βελόνες. Δεν άκουγες άλλο από κείνον τον ρόγχο που όσο πήγαινε κι αδυνάτιζε και τον ήχο τον ολοένα και πιο βραχνό των ίδιων των προσευχών του.
Το βράδυ εκεί της ημέρας είδε μια γυναίκα στο μονοπάτι να’ρχεται προς το μέρος του. Περπατούσε με χαμηλωμένο κεφάλι, λίγο σκυφτή. Η κάπα και η μαντήλα της ήτανε μαύρες αλλά μια μυστηριακή λάμψη έφεγγε μεσ’ απ’ το σκοτεινό ύφασμα σα να’χε ρίξει τη νύχτα πάνω στο πρωινό. Αν και ήταν πολύ νέα, είχε τη σοβαρότητα, την αργή κίνηση, την αξιοπρέπεια μιας πολύ γερασμένης γυναίκας και η γλύκα της ήταν η γλύκα που έχει το ώριμο τσαμπί και το ευωδιαστό άνθος. Περνώντας μπροστά από το ξωκλήσι κοίταξε προσεχτικά τον καλόγερο, που ταράχτηκε μέσα στις προσευχές του.
- Αυτό το μονοπάτι δεν οδηγεί πουθενά γυναίκα, της είπε.
Από που έρχεσαι;
- Από την Ανατολή, σαν το πρωί, είπε η νέα γυναίκα. Και τι κάνεις εδώ γέρο-καλόγερε;
- Έχτισα μέσα σ’αυτή τη σπηλιά τις Νύμφες που εξακολουθούσαν να μολύνουν τον τόπο, είπε ο μοναχός, και στο άνοιγμα του άντρου έχτισα μια εκκλησιά που δεν τολμούν να διασχίσουν για να ξεφύγουν, γιατί είναι γυμνές, και με τον τρόπο τους φοβούνται το Θεό. Περιμένω να πεθάνουν μέσα στη σπηλιά τους από την πείνα κι από το κρύο και όταν γίνει αυτό, η γαλήνη του Θεού θα βασιλέψει στους αγρούς.
- Ποιος σου λέει ότι η γαλήνη του Θεού δεν απλώνεται και στις Νύμφες όπως στις ελαφίνες και στα κοπάδια τις γίδες; Αποκρίθηκε η νέα γυναίκα. Δεν ξέρεις ότι τα χρόνια της Δημιουργίας ο Θεός ξέχασε να δώσει φτερά σ’ορισμένους αγγέλους, που έπεσαν πάνω στη γη κι εγκαταστάθηκαν μέσα στα δάση όπου σχημάτισαν το γένος των Νυμφών και των Πανών; Και άλλοι εγκαταστάθηκαν πάνω σ’ένα βουνό, όπου γίναν θεοί ολύμπιοι. Μην υμνείς, σαν τους ειδωλολάτρες, το δημιούργημα σε βάρος του Δημιουργού, αλλά και μη σκανδαλίζεσαι από το έργο Του. Και να ευχαριστείς το Θεό από την καρδιά σου που έπλασε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα.
- Το πνεύμα μου δε φτάνει τόσο ψηλά, είπε ταπεινά ο γέρος μοναχός. Οι Νύμφες ταράζουν το ποίμνιό μου και βάζουν σε κίνδυνο τη σωτηρία του για την οποία ευθύνομαι μπροστά στο Θεό, και γι’ αυτό, αν χρειαστεί, θα τις καταδιώξω μέχρι την Κόλαση.
- Και αυτός ο ζήλος θα σου καταλογιστεί, τίμιε καλόγερε, είπε χαμογελαστά η νέα γυναίκα. Αλλά δε βλέπεις τρόπο κανένα για να συμβιβάσεις τη ζωή των Νυμφών με τη σωτηρία του ποιμνίου σου;
Η φωνή της ήταν γλυκιά σα μουσική φλογέρας. Ανήσυχος ο καλόγερος έσκυψε το κεφάλι. Η νέα γυναίκα ακούμπισε το χέρι της πάνω στον ώμο του και του είπε σοβαρή:
- Καλόγερε, άσε με να μπω σ’αυτή τη σπηλιά. Αγαπώ τις σπηλιές και πονάω αυτούς που γυρεύουν σ’αυτές καταφύγιο. Μέσα σε μία σπηλιά έφερα το παιδί μου στον κόσμο και σε μια σπηλιά το εμπιστεύτηκα στο θάνατο, για να υπομείνει τη δεύτερη γέννηση και την Ανάσταση.
Ο αναχωρητής παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει. Χωρίς δισταγμό προχώρησε προς το άνοιγμα της σπηλιάς που έκρυβε η αγία Τράπεζα. Ο μεγάλος σταυρός έφραζε το κατώφλι της. Τον παραμέρισε μαλακά σαν ένα οικείο αντικείμενο και γλίστρησε μέσα στο άντρο.
Μέσ’ απ’ τα σκότη ακούστηκαν στεναγμοί πιο διαπεραστικοί, τιτιβίσματα και σαν φτεροκοπήματα. Η νέα γυναίκα μιλούσε στις Νύμφες σε μια άγνωστη γλώσσα, που ίσως ήταν η γλώσσα των πουλιών ή των αγγέλων. Σε ένα λεπτό ξαναφάνηκε δίπλα στο μοναχό που δεν είχε σταματήσει να προσεύχεται.
- Κοίτα καλόγερε, του’ πε, και αφουγκράσου.
Αμέτρητες αδύναμες στριγγιές κραυγές ξέφευγαν κάτω από το μανδύα της. Τον παραμέρισε κι ο καλόγερος είδε ότι στις πτυχές του φορέματός της κρύβονταν εκατοντάδες μικρά χελιδόνια.
Άνοιξε διάπλατα τα χέρια σα μια γυναίκα που προσεύχεται και μ’αυτή της την κίνηση έδωσε το πέταγμα στα πουλιά. Τότε μίλησε, και η φωνή της ήτανε καθαρή σαν τον ήχο μιας άρπας:
- Πηγαίνετε, παιδιά μου.
Ελευθερωμένα τα χελιδόνια έσκισαν το βραδινό ουρανό σχεδιάζοντας με τα ράμφη και τα φτερά τους σημεία ανεξήγητα. Ο γέροντας και η νέα γυναίκα τα παρακολουθούσαν για ένα λεπτό με το βλέμμα, κατόπιν η ταξιδιώτισσα είπε στον ερημίτη:
- Θα ξανάρχονται κάθε χρόνο και θα τους δίνεις άσυλο μέσα στην εκκλησιά μου. Αντίο, Θεράπων.
Και η Μαρία έφυγε απ’ το μονοπάτι που δεν πήγαινε πουθενά, σα γυναίκα που λίγο ενδιαφέρεται για το αν τελειώνουν οι δρόμοι αφού έχει τον τρόπο να περπατάει στον Ουρανό.
Ο καλόγερος Θεράπων κατέβηκε στο χωριό και όταν ξανανέβηκε την επόμενη να λειτουργήσει, η σπηλιά των Νυμφών ήταν κεντημένη από χελιδονοφωλιές. Ξανάρχονταν κάθε χρόνο και πηγαινοέρχονταν μέσα στην εκκλησιά ταϊζοντας τα μωρά τους ή στερεώνοντας τα σπίτια τους από λάσπη, και συχνά ο καλόγερος Θεράπων στοματούσε τις προσευχές του για να παρακολουθήσει με τρυφερότητα τους έρωτες και τα παχνίδια τους, γιατί αυτό που απαγορεύεται στις Νεράιδες επιτρέπεται στα χελιδόνια.
Μετάφραση Ιωάννα Χατζηνικολή
* Το παραπάνω διήγημα βασίζεται στο θρύλο που αφορά το ομώνυμο σπηλαιοεκκλήσι της Αττικής. Η Παναγία-Χελιδονού (ή Ζωοδόχος Πηγή) βρίσκεται στο δρόμο Μενιδίου - Κηφισιάς.
Στο ρέμα της Χελιδονούς σήμερα ρέουν βρώμικα νερά, και υπάρχουν δυστυχώς πολλά σκουπίδια.