Σημείωση: την πληροφορία για την αναφορά (μέρος της δράσης του έργου εξελίσσεται εντός και εκτός ενός σπηλαίου) μας η έδωσε η Ξένια Γεωργοπούλου, απόφοιτη των φετινών σεμιναρίων του ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο. – θεατρολόγος. Την ευχαριστούμε και περιμένουμε και τις υπόλοιπες αναφορές.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload8.postimage.org/116496/cymbeline.jpg
rn«…………………..
ΣΚΗΝΗ 6ηrnΣτην Ουαλία- μπροστά στη σπηλιά του Βελάριου.rn(Μπαίνει η ΙΜΟΓΕΝΗ ντυμένη αντρίκεια.)
ΙΜΟΓ. Βλέπω πως η ζωή του αντρός δεν είναιrnκαι τόσο ευχάριστη. Έχω κουραστεί πια.rnΈχω δυο νύχτες τώρα για κρεβάτι μουrnτης γης το χώμα- και ήθελ' αρρωστήσω,rnαν δε με συγκρατούσε η απόφαση μου.rnΩ Μίλφορτ! Την ημέρα που ο Πιζάνιοςrnσε είχε δείξει σ' έμεναν από κείνωνrnτων βουνών την κορφή,rnήσουν πολύ κοντά μου. Ω θεοί! Νομίζωrnπως ό,τι στέρεο θα μπορούσε να δώσειrnπαρηγοριά σ' εκείνον που τη χρειάζεταιrnφεύγει μπροστά μου. Δυο ζητιάνοι μού είπανrnπως δεν ήτανε φόβος να λαθέψωrnστο δρόμο που πηγαίνω.rnΜπορεί να λένε ψέματα οι φτωχοί,rnπου ξέρουν πως τα βάσανα τους είναιrnδοκιμασία γι' αυτούς ή τιμωρία;rnΝαι, δεν είναι περίεργο, αφού κι οι πλούσιοιrnσπάνια λεν την αλήθεια. Το να κάνουνrnοι άνθρωποι το κακό όταν τα 'χουν όλαrnσε αφθονία, μου φαίνεται χειρότεροrnπαρά να λένε ψέματαrnόσοι τους σπρώχνει η ανάγκη της ζωής.rnΗ απάτη είναι χειρότερη στο πρόσωποrnτου βασιλιά παρά σ' ενός ζητιάνου. —rnΩ αγαπημένε μου άντρα! Είσαι κι εσύrnαπό κείνους που ζούνε με το ψέμα.rnΤώρα που συλλογιέμαι εσένα, δεν αιστάνομαιrnτην πείνα μου καθόλου• και λίγο πρωτύτεραrnήμουνα σε σημείο να πέσω κάτω,rnαπ' την αδυναμία. —rnΜα τι είναι τούτο; Βλέπω ένα δρομάκιrnπου πηγαίνει ως εκεί. Θα κατοικούνεrnτίποτ' άγριοι εκεί μέσα. Πιο καλάrnνα μην τους κράξω• δεν τολμώ. Η μεγάλη,rnωστόσο, πείνα, πριν να βάλει κάτωrnολότελα τη φύση,rnτης δίνει θάρρος. Η αφθονία κι η ειρήνηrnδημιουργούν τους δειλούς- και πάντοτε είναιrnτης ζωής η σκληρότητα μητέραrnτης αφοβίας. — Ε, ε! Ποιος είναι εκεί;rnΑν είσαι ήμερο πλάσμα, μίλησε μου.rnΑν είσαι άγριο, πάρε τη ζωή μουrnή δώσ' τη μου. Ε, εσύ! —rnΔεν απαντάς; Τότε θα μπω. Μα ας βγάλωrnτο σπαθί μου, καλύτερα. Αν ο εχθρός μουrnφοβάται το σπαθί, όπως το φοβούμαιrnκι εγώ, δε θα τολμήσειrnούτε να το κοιτάξει. Ω, δώστε να 'ναιrnτέτοιος εχθρός, ω θεοί!
(Μπαίνει στη σπηλιά.)rn(Έρχονται ο ΒΕΛΑΡΙΟΣ, ο ΓΟΥΙΔΕΡΙΟΣ και ο ΑΡΒΙΡΑΓΟΣ.)
ΒΕΛΑΡ. Συ, Πολύδωρε, δείχτηκες καλύτεροςrnαπό όλους κυνηγός, κι έτσι θα γίνειςrnο αρχηγός της γιορτής μας.rnΕγώ και ο Κάδουαλ θα είμαστε ο υπηρέτηςrnκαι ο μάγερας. Αυτή θα είναι για σήμεραrnη δουλειά μας. Η τέχνη κι η προσπάθειαrnθα έχαναν την ορμή τους και θα πέθαιναν,rnχωρίς κάποιο σκοπό. Ελάτε τώρα.rnΗ πείνα μας θα δώσει νοστιμάδαrnστα φτωχά φαγητά μας.rnΗ κούραση μπορεί να ρουχαλίζειrnαπάνω στο στουρνάρι,rnτην ώρα που η ξεκούραστη οκνηρίαrnβρίσκει σκληρό το πουπουλένιο στρώμα.rnΕιρήνη να έχεις, φτωχό μας σπιτάκι,rnεσύ που ξέρεις να φυλάξεις με τη φτώχειαrnμονάχο τον εαυτό σου!rnΓΟΥΙΔ. Είμαι πολύrnκουρασμένος.rnΑΡΒΙΡ. Εμένα έχει αποκάνειrnη δύναμη μου- ωστόσο η όρεξη μουrnέχει θεριέψει.rnΓΟΥΙΔ. Έχουμε κρύο ψητόrnστη σπηλιά μας• θα αρχίσουμε από κείνοrnέως να ψηθεί το κυνήγι που φέραμε.rnΒΕΛΑΡ. Στάσου! Μην πάτε μέσα!
(Κοιτάζει μέσα στη σπηλιά.)
Εάν δεν έτρωγεrnαπό το φαγητό μας,rnθα 'λεγα ότι είναι, σίγουρα, νεράιδα.rnΓΟΥΙΔ. Τι τρέχει, κύριε μου;rnΒΕΛΑΡ. Μα τους θεούς,rnή κάποιο ουράνιο πλάσμα πρέπει να 'ναι,rnή ένα λαμπρό αριστούργημα της γης!rnΓια δείτε μια θεά όχι μεγαλύτερηrnαπό ένα αγόρι!
………………………»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα