Σπηλιά – «φωλιά» ζεύγους παρανόμων εραστών
Πηγή: το βιβλίο «Οι Κουρσάροι» του Γουίλμπουρ Σμιθ (Wilbur Smith, “Birds of Prey” 1997), σε μετάφραση Ανδρέα Μιαούλη, εκδόσεις BELL – Χαρλένικ Ελλάς Εκδοτική ΑΒΕΕ, Ιπποκράτους 57, 10680 Αθήνα, Τηλ. 210 3609438 - 3629723, Β’ έκδοση Αθήνα 2004, ISBN: 960-620-455-3.
«……………….
Εκείνη ήταν η τελευταία νυχτερινή επίσκεψη του Χαλ στο καλύβι της νεαρής γυναίκας.
Έτσι μοιραία οι παράνομοι εραστές είχαν κανονίσει κάποιο άλλο μυστικό τόπο συνάντησης. Ήταν ένα μέρος καλά κρυμμένο από κάθε αδιάκριτο μάτι, όμως αρκετά κοντά στον καταυλισμό των ναυτών, ώστε να μπορεί ο Χαλ να βρίσκεται ευθύς κοντά της κάθε που τον καλούσε. Τώρα στάθηκε για λίγο στο ανάχωμα μπροστά από τη σπηλιά, κοντανασαίνοντας από τη φούρια και τη λαχτάρα. Τούτη την κρυψώνα την είχε ανακαλύψει μαζί με τον Άμπολι επιστρέφοντας μια μέρα από το κυνήγι στους γύρω λόφους. Δεν ήταν ακριβώς σπηλιά, αλλά μια προεξοχή στην πλαγιά ενός υψώματος, που το τοίχωμα της από μαλακή κόκκινη ελαφρόπετρα είχε διαβρωθεί, δημιουργώντας κάτι σαν μεγάλη πεζούλα, που κατέληγε σε γούβωμα.
Τούτο το σημείο δεν ήταν οι πρώτοι που το ανακάλυπταν, καθώς υπήρχαν εκεί πέρα ίχνη από στάχτες στη ρίζα του τοιχώματος του σπηλαίου και η πέτρινη, χαμηλή οροφή από πάνω ήταν γεμάτη καπνιές. Επίσης, ο τόπος ήταν γεμάτος κόκαλα από ψάρια κι άλλα μικρά θηλαστικά, που είχαν ψηθεί στη θράκα. Τα κόκαλα ήταν ξερά και απογυμνωμένα από κάθε ίχνος κρέατος και οι στάχτες στη θράκα κρύες, σημάδι πως το μέρος είχε μείνει αχρησιμοποίητο για πολύ καιρό.
Πάντως αυτά δεν ήταν τα μόνα σημάδια ανθρώπινης παρουσίας εκεί πέρα. Το πίσω πέτρινο τοίχωμα ήταν γεμάτο από πάνω έως κάτω με ζωγραφιές ζώων στη σειρά. Αντιλόπες και γαζέλες, άγνωστες στο μάτι του Χαλ στόλιζαν το τοίχωμα κατά κοπάδια, κυνηγημένες από ανθρώπινες φιγούρες οπλισμένες με τόξα. Οι άνθρωποι ήταν φιλοτεχνημένοι λεπτοί σα βίτσες, με διογκωμένα, ωστόσο, οπίσθια και γεννητικά όργανα σε στύση φοβερή. Ζωγραφιές παιδιάστικες και αφελείς στη σύλληψη και απόδοση τους αλλά ζωηρόχρωμες με τις διαστάσεις ζώων και ανθρώπων εξωπραγματικές. Μερικές από τις ανθρώπινες φιγούρες απεικονίζονταν κατά πολύ πιο μεγάλες από τον ελέφαντα που κυνηγούσαν και οι αετοί που πετούσαν στον ουρανό ήταν δυο φορές μεγαλύτεροι από τα κοπάδια των βουβαλιών κάτω από τις ανοιγμένες φτερούγες των ιπτάμενων αρπακτικών. Ωστόσο ο Χαλ είχε νοιώσει να μαγεύεται από τούτες τις ζωγραφικές αναπαραστάσεις. Συχνά στην ανάπαυλα των ερωτικών του περιπτύξεων με την Κατίνκα έμενε και κοιτούσε εκστατικός τις παράξενες ανθρώπινες φιγούρες που κυνηγούσαν τα άγρια ζώα ή αντιπάλευαν η μία την άλλη. Κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθε μια περίεργη επιθυμία να μάθει περισσότερα για τούτους τους καλλιτέχνες και τα θέματα τους – τους ηρωικούς κυνηγούς και πολεμιστές που απεικόνιζαν τα έργα τους.
Όταν κάποτε ρώτησε τον Άμπολι να του πει περισσότερα, ο μεγαλόσωμος μαύρος είχε ανασηκώσει τους ώμους παίρνοντας ένα όλο δυσφορία ύφος. «Τούτοι είναι οι Σαν. Που δεν είναι άνθρωποι στ’ αλήθεια, μόνο κιτρινιάρικες μαϊμούδες. Αν τα φέρει ποτέ η μοίρα να βρεθεί στο διάβα σου κάποιος από δαύτους, θα σε βρει τέτοιο κακό, που και οι τρεις θεοί σου δε θα μπορέσουν να σε γλιτώσουν, έτσι δυνατό που είναι το φαρμάκι στο οποίο βουτάνε τα βέλη τους».
Σήμερα όμως η ματιά του νεαρού χάιδεψε βιαστική τις ζωγραφιές, γιατί το στρώμα από χόρτα που είχε φτιάξει κατάχαμα στο βάθος της σπηλιάς ήταν άδειο. Δεν ξαφνιάστηκε, μια και είχε πάει πριν από την ώρα του στη συνάντηση. Παρ’ όλα αυτά, τον έτρωγε η έγνοια αν τελικά θα εμφανιζόταν η κοπέλα ή αν απλώς τον είχε στείλει εκεί πέρα από γυναικείο καπρίτσιο. Μα τότε άκουσε κλαράκια να σπάνε, σημάδι πως κάποιος ανηφόριζε την πλαγιά.
Κοίταξε γύρω του να βρει μέρος να κρυφτεί. Εκεί στη μια μεριά της εισόδου φύτρωνε πυκνό αγιόκλημα, που κατέβαινε ως κάτω δημιουργώντας ένα καταπράσινο παραπέτασμα, διάστικτο από μικρά, κίτρινα ανθάκια, που ανέδιδαν ένα γλυκό, σχεδόν μεθυστικό άρωμα. Ο Χαλ χώθηκε πίσω από το αγιόκλημα και κόλλησε τη ράχη του στην πέτρα.
Την άλλη στιγμή η Κατίνκα μπήκε ανάλαφρη σαν νεράιδα στη σπηλιά και κοίταξε τριγύρω της όλο αδημονία. Βλέποντάς την άδεια, έμεινε ασάλευτη βράζοντας από θυμό. Ξεστόμισε κάτι στα Ολλανδέζικα, το οποίο, έτσι συχνά που το χρησιμοποιούσε, ο Χαλ είχε καταλάβει τι σήμαινε. Ήταν μια βρισιά και στο άκουσμα της ο νεαρός ένιωσε να ανατριχιάζει από γλυκιά ερωτική προσμονή.
Αίφνης ξετρύπωσε από τις περικοκλάδες αθόρυβος σαν ξωτικό και ζύγωσε την κοπέλα από τα νώτα. Κάλυψε στα σβέλτα τα μάτια της με την παλάμη του και τυλίγοντας το άλλο του χέρι γύρω από τη μέση της, τη σήκωσε ψηλά και την πήγε τρέχοντας ως το χορταρένιο στρώμα.
…………………….»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα