HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Ο Ταρζάν στο κέντρο της γης

Topic #1040 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 21 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #5644 • 19 Feb 2007, 19:24 UTC
Πηγή: Το βιβλίο του Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ «Ο Ταρζάν στο κέντρο της Γης» (Edgar Rice Burroughs 1875-1950 – “Tarzan at the Earth’s core”) σε εισαγωγή και επιμέλεια του Ηλία Λάγιου και μετάφραση της Μαρίας Ευθυμίου και της Κατερίνας Κουτσοσπύρου από τις εκδόσεις Κατάρτι, Μαυρομιχάλη 9, 10679 Αθήνα, Τηλ. 210 3604973, 210 3601271, Fax: 210 3609607, e-mail: katarti@hellasnet.gr, ISBN: 960-86921-8-0.

Σημείωση: Στην εισαγωγή, για όσους ενδιαφέρονται, υπάρχει αναφορά στη φιλολογία και τη λογοτεχνία της «κούφιας γης».



rn«………………………….rnΚαταφέροντας χτυπήματα αριστερά και δεξιά με το μαχαίρι του βγήκε από τη φωλιά με μόνο λίγες αμυχές και γρατσουνιές στα πόδια του.rnΤο σώμα του νεκρού θίπνταρ κρεμόταν από την άκρη της μυτερής κορυφής. Ο Ταρζάν του έδωσε ένα τελευταίο σπρώξιμο και το είδε να πέφτει στους βράχους εκατό μέτρα πιο κάτω. Ύστερα επικέντρωσε την προσοχή του στην εξέταση του χώρου, αλλά χωρίς ελπίδα, αφού όσα είχε δει ενώ το θίπνταρ πετούσε κυκλικά πάνω από την κορυφή τον διαβεβαίωναν ότι υπήρχε ελάχιστη ή καμία πιθανότητα να βρει κάποιον τρόπο να κατέβει.rnΤα νεαρά θίπνταρ ούρλιαζαν και σφύριζαν, αλλά δεν έκαναν καμία κίνηση να αφήσουν τη φωλιά τους ενώ ο Ταρζάν συνέχιζε να εξετάζει προσεκτικά τη γρανιτένια κορυφή πάνω στο ύψωμα από γρανίτη όπου, από ό,τι φαινόταν, θα τελείωνε την περιπετειώδη καριέρα του.rnΈπεσε μπρούμυτα και κοίταξε πάνω από το χείλος του γκρεμού, και με αυτόν τον τρόπο γυρίζοντας γύρω από την περιφέρεια της κορυφής εξέτασε τις πλαγιές της με ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια.rnΞανά και ξανά σύρθηκε γύρω από το χείλος έως ότου να καταγράψει στη μνήμη του κάθε προεξοχή και σχισμή και πιθανό σημείο στήριξης που μπορούσε να δει από πάνω.rnΑρκετές φορές επέστρεψε σε ένα σημείο, και έπειτα πήρε το χορταρένιο σκοινί του από τους ώμους του και κρατώντας τις δύο άκρες με το ένα χέρι, χαμήλωσε τη θηλιά στον γκρεμό. Προσεκτικά σημείωσε την απόσταση που κάλυπτε από την κορυφή και αυτή η απόσταση έμοιαζε θλιβερά μικρή — εφτάμισι μηδαμινά μέτρα σε αντίθεση με τα εκατό μέτρα που χώριζαν την βάση από την κορυφή.rnΕλευθερώνοντας τη μία άκρη του σκοινιού, το άφησε να πέσει σε όλο του το μήκος, και όταν είδε σε ποιο σημείο της γρανιτένιας πλαγιάς έφτανε η άκρη του έμεινε ικανοποιημένος που θα μπορούσε να κατέβει τουλάχιστον έως εκεί, και ύστερα άλλα εφτάμισι μέτρα. Αλλά ήταν δύσκολο να υπολογίσει τις αποστάσεις πέρα από αυτό το σημείο και από εκεί θα έπρεπε να αφήσει τα πάντα στην τύχη.rnΞανατράβηξε το σκοινί πάνω, το δίπλωσε στη μέση για να βρει το κέντρο του και το κρέμασε από μια γρανιτένια προεξοχή, ενώ οι άκρες του κρέμονταν στον γκρεμό. Έπειτα άρπαξε με το ένα χέρι σφικτά και τις δύο πλευρές του σκοινιού και άρχισε να κατεβαίνει. Εφτάμισι μέτρα πιο κάτω υπήρχε μια προεξοχή που του προσέφερε ένα επισφαλές στήριγμα για τα πόδια του και μια μικρή σχισμή όπου θα μπορούσε να βάλει τα δάκτυλα του αριστερού του χεριού. Σχεδόν μπροστά στο πρόσωπο του υπήρχε μια προεξοχή που έμοιαζε με στήριγμα και από κάτω του ήξερε ότι υπήρχαν και άλλες παρόμοιες. Σε αυτές τις προεξοχές είχε στηρίξει τις ελπίδες του.rnΠολύ προσεκτικά τράβηξε τη μια πλευρά του σκοινιού με το δεξί του χέρι. Τόσο ασταθές ήταν το πάτημα του στον πέτρινο γκρεμό που δεν τολμούσε να τραβάει το σκοινί παρά λίγα εκατοστά κάθε φορά, για να μην τον κάνει η κίνηση να χάσει την ισορροπία του. Λίγο λίγο το τράβηξε μέχρι που η μια άκρη του πέρασε πάνω από την προεξοχή που στηριζόταν το σκοινί στην κορυφή και έπεσε πάνω του. Και καθώς αυτό κατέβαινε ο Ταρζάν κρατούσε την ανάσα του από φόβο ότι ακόμα και αυτό το μηδαμινό βάρος θα τον πέταγε στα κοφτερά βράχια από κάτω.rnΚαι τώρα έπρεπε με το ένα χέρι να βρει το μέσο του σκοινιού, μια αργή διαδικασία καθώς με τα δάχτυλα του τραβούσε το σκοινί μόνο λίγα εκατοστά κάθε φορά. Όταν το βρήκε, κρέμασε το σκοινί στην προεξοχή που βρισκόταν μπροστά του, σιγουρεύοντας το όσο πιο καλά μπορούσε, και έπειτα για άλλη μία φορά έπιασε με το δεξί του χέρι τις δύο πλευρές του σκοινιού και ετοιμάστηκε να κατέβει άλλα εφτάμισι μέτρα.rnΑυτό το στάδιο της κατάβασης ήταν το πιο τρομακτικό, αφού το σκοινί ήταν επισφαλώς περασμένο σε μια κατηφορική προεξοχή από όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει οποιαδήποτε στιγμή. Και έτσι η ανακούφιση του ήταν ανομολόγητη όταν τα πόδια του βρήκαν ξανά κάποιο στήριγμα εκεί που περίπου τελείωνε το λεπτό σκοινί που τον βαστούσε.rnΣε αυτό το σημείο η επιφάνεια της κορυφής γινόταν πιο τραχιά. Υπήρχαν σχισμές και οριζόντιες ρωγμές που δεν ήταν ορατές από ψηλά, και ως αποτέλεσμα η κατάβαση από εδώ ως τη βάση ήταν, συγκριτικά με τα πρώτα δεκαπέντε μέτρα, απίστευτα εύκολη. Έτσι πολύ γρήγορα ο Ταρζάν στεκόταν ξανά σε επίπεδο και σταθερό έδαφος. Και για πρώτη φορά είχε την ευκαιρία να αποτιμήσει τα τραύματα του.rnΤα πόδια του είχαν γρατσουνιές και αμυχές από τα δόντια και τα νύχια των νεαρών θίπνταρ, αλλά αυτές οι πληγές δεν συγκρίνονταν με εκείνες που είχαν αφήσει τα νύχια του ενήλικου ερπετού στην πλάτη και τους ώμους του. Μπορούσε να νιώσει τα βαθιά τραύματα, αλλά δεν μπορούσε να τα δει- ούτε μπορούσε να δει το αίμα που είχε ξεραθεί πάνω στο μελαψό του δέρμα.rnΟι πληγές πονούσαν και οι μύες του ήταν πιασμένοι, και φοβόταν μόνο μήπως είχε πάθει σηψαιμία αλλά αυτό το ενδεχόμενο δεν απασχολούσε ιδιαίτερα τον πιθηκάνθρωπο, που από τα παιδικά του χρόνια είχε επανειλημμένως γδαρθεί και τραυματιστεί από σαρκοβόρα. Μια μικρή εξέταση της θέσης του τού αποκάλυψε ότι θα του ήταν πρακτικά αδύνατον να διασχίσει ξανά το φοβερό φαράγγι που έχασκε ανάμεσα σε αυτόν και στο σημείο από όπου είχε τόσο αδίστακτα αποχωριστεί από τους συντρόφους του. rn……………..rnΉταν ένα μονοπάτι που προσέφερε απεριόριστη ποικιλία. Για λίγο ελισσόταν μέσα στο δάσος και έπειτα σκαρφάλωνε σε μια προεξοχή βράχου που έβγαινε από την πλαγιά ενός γκρεμού και κρεμόταν πάνω από ένα τρομακτικό φαράγγι.rnΔεν μπορούσε να δει πού οδηγούσε το μονοπάτι που ήταν φιδωτό και χανόταν πίσω από απότομα βράχια. Καθώς το ακολουθούσε, με σταθερό βήμα, σιωπηλός, σε εγρήγορση, ο Ταρζάν των Πιθήκων κατάλαβε ότι σε κάποιο σημείο μπροστά του άλλα πόδια προχωρούσαν πιθανώς στο ίδιο μονοπάτι. Ο άνεμος που ερχόταν από το φαράγγι κάτω μετέφερε τα ίχνη της μυρωδιάς του πλάσματος που προπορευόταν όπως και τα δικά του προς την κορυφή του βουνού, ώστε ήταν απίθανο ο ένας να αντιληφθεί την παρουσία του άλλου με την βοήθεια της όσφρησης. Αλλά υπήρχε κάτι στον ήχο των βημάτων που ακόμη και από απόσταση διαβεβαίωσε τον Ταρζάν ότι δεν ήταν ανθρώπου. Και ήταν επίσης προφανές ότι πήγαιναν στην ίδια κατεύθυνση με αυτόν γιατί δεν γίνονταν ραγδαία πιο ευδιάκριτα, αλλά πολύ σταδιακά σαν να πρόφταινε ο πιθηκάνθρωπος εκείνον που τα έκανε.rnΤο μονοπάτι ήταν στενό και μόνο περιστασιακά, όπου διέσχιζε κάποια ρεματιά ή κανένα ρηχό ξεροπόταμο, υπήρχε κάποιο μέρος από όπου μπορούσε κάποιος είτε να ανέβει είτε να κατέβει.rnΕπομένως η συνάντηση με ένα άγριο θηρίο εκεί μπορούσε να αποδειχτεί τουλάχιστον δυσάρεστη αλλά ο Ταρζάν είχε επιλέξει να πάρει αυτήν την κατεύθυνση και δεν συνήθιζε να κάνει πίσω όποιο εμπόδιο κι αν έμπαινε στο δρόμο του — είτε αυτό ήταν άνθρωπος είτε θηρίο. Και, επίσης, πλεονεκτούσε απέναντι στο πλάσμα που προπορευόταν, ό,τι κι αν ήταν αυτό, αφού το πλησίαζε από πίσω και ήταν σίγουρος ότι αυτό δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Γιατί ο Ταρζάν ήξερε καλά ότι κανένα πλάσμα δεν κινιόταν πιο αθόρυβα από τον ίδιο, όταν επέλεγε να το κάνει, και τώρα περπατούσε στο μονοπάτι τόσο αθόρυβα όσο η σκιά μιας σκιάς. Η περιέργεια τον έκανε να επιταχύνει το βήμα του……………rnΣτα τέσσερα μέτρα το μονοπάτι τελείωνε στο στόμιο μιας μεγάλης σπηλιάς, και στην είσοδο της σπηλιάς στεκόταν ένα αγόρι – ένα λυγερό, όμορφο νεαρό αγόρι έντεκα ή δώδεκα χρονών – ενώ ανάμεσα στον Ταρζάν και το αγόρι ήταν μία πελώρια αρκούδα των σπηλαίων, που προχωρούσε θυμωμένα προς το παιδί.rn…………………..rnΗ σκηνή που εξελισσόταν μπροστά στον πιθηκάνθρωπο μιλούσε από μόνη της. Η αρκούδα, επιστρέφοντας στην σπηλιά της, είχε ανακαλύψει απρόσμενα το νεαρό να βγαίνει από αυτήν, ενώ ο τελευταίος το ίδιο έκπληκτος δίχως αμφιβολία, βρέθηκε στριμωγμένος με κανένα δρόμο διαφυγής εύκαιρο.rn……………….. rnΣε μικρή απόσταση πιο κάτω μια πηγή ανάβλυζε από το πλάι του φαραγγιού, σχηματίζοντας ένα μικρό ρυάκι το οποίο έρεε στο ηλιόφως προς το στόμιο του φαραγγιού και την κοιλάδα, και αφού ανέκτησε τις δυνάμεις του, βρήκε τις μπότες του και πήγε κουτσαίνοντας προς το νερό. Εκεί ικανοποίησε τη δίψα του, έπλυνε τα πόδια του, καθάρισε τις πληγές όσο καλύτερα μπορούσε, τις τύλιξε πρόχειρα με λωρίδες που έσκισε από το μαντήλι του, ξαναέβαλε τις μπότες του και άρχισε να προχωράει στο φαράγγι ψάχνοντας την Τζάνα.rnΑρκετά ψηλότερα, κοντά στην κορυφή της μεγαλειώδους οροσειράς, είδε δυσοίωνα σύννεφα να μαζεύονται. Ήταν το πρώτα σύννεφα που έβλεπε στο Πελλούσινταρ, αλλά και μόνο αυτό τα έκανε αξιοπρόσεκτα ή σημαντικά. Το ότι προμήνυαν βροχή, μπορούσε να το φανταστεί. Όμως πώς θα μπορούσε να διανοηθεί τις απειλητικές διαστάσεις που θα έπαιρνε η παρουσία τους;rnΑρκετά πιο μπροστά του, Το Κόκκινο Λουλούδι του Ζόραμ αναρριχιόταν σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι που υποσχόταν να την οδηγήσει τελικά πάνω από το χείλος της χαράδρας προς τις ψηλότερες περιοχές όπου και η ίδια ήθελε να πάει. Όταν είχε δει ότι η ζωή του Τζαίησον διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, γέμισε με τρόμο και μεταμέλεια. Όμως όταν εκείνος ολοκλήρωσε την κατάβαση του με επιτυχία, η διάθεση της άλλαξε, και με τη δυστροπία που διακρίνει το φύλο της εξακολουθούσε να θέλει να του ξεφύγει. Είχε σχεδόν φτάσει στην κορυφή του γκρεμού όταν ξέσπασε η καταιγίδα και η Τζάνα συνειδητοποίησε ότι ο άντρας που την ακολουθούσε αγνοούσε τον κίνδυνο που τώρα τον απειλούσε πολύ περισσότερο από ότι τον είχε απειλήσει η κατάβαση στον γκρεμό.rnΧωρίς στιγμή δισταγμού, Το Κόκκινο Λουλούδι του Ζόραμ γύρισε και άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα το απότομο μονοπάτι που με τόσο κόπο είχε ανέβει. Έπρεπε να τον φτάσει πριν από τα νερά. Έπρεπε να τον οδηγήσει σε κάποιο ύψωμα στο τοίχωμα του φαραγγιού, διότι γνώριζε ότι ο πάτος αυτής της τεράστιας χαράδρας σε λίγο θα ήταν από άκρη σε άκρη ένας αφρισμένος, ορμητικός χείμαρρος, που τα νερά του ίσως να έφταναν σε βάθος τα εξήντα μέτρα. Ήδη τα νερά είχαν αρχίσει να βαθαίνουν κάτω στο φαράγγι, ενώ από το χείλος του ρήγματος έπεφτε ορμητικά περισσότερο νερό σχηματίζοντας καταρράκτες που μετέφεραν χώματα και πέτρες. Ποτέ στην ζωή της η Τζάνα δεν είχε δει τόσο φοβερή καταιγίδα. Ο κεραυνός βρυχιόταν και η αστραπή φώτιζε. Ο άνεμος ούρλιαζε και το νερό έπεφτε σε πυκνά κύματα που σε τύφλωναν, κι όμως το κορίτσι παρόλο που υπήρχε η απειλή του θανάτου, ψηλάφιζε στα τυφλά για να βρει το δρόμο και να ολοκληρώσει το ανέλπιδο ευσπλαχνικό της θέλημα. Το πόσο ανέλπιδο ήταν, θα το συνειδητοποιούσε σύντομα, αφού τα νερά στη χαράδρα είχαν ανέβει πολύ, μπορούσε να τα δει ακριβώς από κάτω της τώρα, ενώ δεν μπορούσε καν να διακρίνει το τέλος του μονοπατιού. Τίποτα εκεί κάτω δεν θα είχε επιβιώσει. Ο άντρας πρέπει να είχε παρασυρθεί εδώ και ώρα.rnΟ Τζαίησον ήταν νεκρός! Το Κόκκινο Λουλούδι του Ζόραμ κοντοστάθηκε και κοίταξε τα νερά που ανέβαιναν από κάτω της. Ένιωσε την παρόρμηση να πηδήσει στα ορμητικά νερά. Δεν ήθελε να ζήσει, όμως κάτι την σταμάτησε. Ίσως να ήταν το ένστικτο του πρωτόγονου ανθρώπου, του οποίου ολόκληρη η ύπαρξη ήταν μια διαρκής μάχη ενάντια στο θάνατο, και ο οποίος δεν γνώριζε κάποια άλλη κατάσταση και δεν μπορούσε να διανοηθεί την ηθελημένη παράδοση στον εχθρό. Έτσι, γύρισε και άρχισε να ανεβαίνει με δυσκολία ενώ τα νερά από κάτω της κόντευαν να την φτάσουν και εκείνα που έπεφταν από πάνω γύρευαν να την ρίξουν στον αφανισμό.rnΟ Τζαίησον Γκρίντλη είχε ξαναζήσει κατακλυσμούς στην Καλιφόρνια και στην Αριζόνα και γνώριζε πολύ καλά πόσο γρήγορα τα ρήγματα και οι χαράδρες μπορούσαν να μετατραπούν σε ορμητικούς χείμαρρους. Είχε δει με τα μάτια του να σχηματίζεται σε λίγες μόνο ώρες ένα ποτάμι ένα μίλι πλατύ στην πεδιάδα του Σαν Σιμόν. Όταν λοιπόν είδε την ξαφνική ορμή των νερών στον πάτο του φαραγγιού κάτω του, συνειδητοποίησε ότι καμία από τις καταιγίδες που είχε ζήσει δεν μπορούσε να συγκριθεί σε ένταση με αυτήν, και χωρίς να χάσει χρόνο άρχισε να ψάχνει για κάποιο ύψωμα. Όμως οι πλευρές του φαραγγιού ήταν απότομες και η ανάβαση του απελπιστικά αργή καθώς έβλεπε τα νερά πίσω του να ανεβαίνουν γρήγορα πίσω του. Κι όμως, υπήρχε ελπίδα, αφού μόλις μπροστά του είδε μια ελαφριά ανηφόρα που ο8τ;γοϋσε προς την κορυφή του χείλους του φαραγγιού.rnΚαθώς πάλευε να φτάσει σε ασφαλές μέρος, ο ορμητικός χείμαρρος τον έφτασε και κάλυψε τα πόδια του ενώ η δυνατή βροχή τον χτυπούσε τόσο αλύπητα, που συχνά περνούσε ολόκληρο λεπτό που δεν μπορούσε να προχωρήσει ούτε μέτρο.rnΤα αγριεμένα νερά που γέμιζαν την χαράδρα έφτασαν στα γόνατα του και για μια στιγμή τον παρέσυραν. Καθώς αρπάχτηκε με τα χέρια του από το έδαφος πιο πάνω για να κρατηθεί, έχασε το τουφέκι του, και καθώς εκείνο γλιστρούσε μέσα στα φουσκωμένα νερά, ο Τζαίησον βρήκε την ευκαιρία να αναρριχηθεί γρήγορα και να βρεθεί προσωρινά σε ασφαλές σημείο.rnΠροχώρησε με δυσκολία προς τα πάνω μέχρι που, επιτέλους, έφτασε σε κάποιο μέρος που ήταν σίγουρος ότι η πλημμύρα δεν θα μπορούσε να φτάσει και εκεί κούρνιασε, στο λειψό καταφύγιο που του προσέφερε ένα γρανιτένιο σκέπαστρο, όπως και ο Ταρζάν με τον Θόαρ και τον Τάργκας κούρνιαζαν σε κάποιο άλλο σημείο των βουνών, περιμένοντας βουβοί να ξεσπάσει η οργή της καταιγίδας.rnΑναρωτιόταν αν η Τζάνα είχε γλιτώσει από την καταιγίδα, όμως είχε τόση εμπιστοσύνη στην αναμφισβήτητη ικανότητα της να αντιμετωπίζει τις ιδιοτροπίες της ζωής στο Πελλούσινταρ, που έτρεφε ελάχιστους φόβους για την ασφάλεια της.rnΜέσα στο κρύο, στο σκοτάδι και την υγρασία προσπάθησε να κάνει κάποια σχέδια για το μέλλον. rn………………

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload6.postimage.org/338469/tarzan.jpg


rn«Γιατί επιτέθηκες στην αρκούδα;» ρώτησε ξαφνικά ο Οβάν.rn« Εάν δεν της είχα επιτεθεί θα σε είχε σκοτώσει,» αποκρίθηκε ο πιθηκάνθρωπος.rnΟ Οβάν έξυσε το κεφάλι του και είπε: «Μου φάνηκε ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλος λόγος. Είναι κάτι που θα είχε κάνει ένας από τους άντρες της φυλής μου, αλλά εσύ δεν ανήκεις στη φυλή μου. Είσαι εχθρός και επομένως δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί το έκανες. Μου λες ότι αν και δεν είμαι από τη φυλή σου μου έσωσες τη ζωή;»rn«Ασφαλώς,» απάντησε ο Ταρζάν.rnΟ Οβάν κοίταξε για αρκετή ώρα και σταθερά τον όμορφο γίγαντα που στεκόταν μπροστά του και είπε: «Σε πιστεύω αν και δεν καταλαβαίνω. Δεν έχω ξανακούσει ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά δεν ξέρω αν οι άντρες της φυλής μου θα σε πιστέψουν. Ακόμη κι αν τους πω τι έκανες για μένα μπορεί να θέλουν να σε σκοτώσουν, γιατί θεωρούν ότι δεν είναι ποτέ ασφαλές να εμπιστεύεσαι έναν εχθρό.»rn«Πού είναι το χωριό σου;» ρώτησε ο Ταρζάν.rn«Όχι πολύ μακριά από εδώ,» απάντησε ο Οβάν.rn«Θα έρθω μέχρι εκεί μαζί σου και θα μιλήσω στον αρχηγό σου,» είπε ο Ταρζάν.rn«Πολύ καλά. Μπορείς να μιλήσεις στον Αβάν, τον αρχηγό. Είναι ο πατέρας μου. Και εάν αποφασίσουν να σε σκοτώσουν θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω, γιατί μου έσωσες τη ζωή όταν η αρκούδα θα με σκότωνε,» είπε το αγόρι.rn«Γιατί ήσουν στη σπηλιά; Ήταν προφανές ότι επρόκειτο για το λημέρι ενός άγριου θηρίου,» απαίτησε να μάθει ο Ταρζάν.rn«Και εσύ βρισκόσουν στο ίδιο μονοπάτι, αν και ήσουν τυχερός που προχωρούσες πίσω από την αρκούδα. Ήμουν άτυχος που προπορευόμουν,» είπε το αγόρι.rn«Δεν ήξερα πού οδηγούσε το μονοπάτι,» είπε ο πιθηκάνθρωπος.rn«Ούτε και εγώ. Δεν έχω κυνηγήσει ποτέ ξανά παρά μόνο μαζί με μεγαλύτερους άντρες, αλλά τώρα έφτασα σε μια ηλικία που θα γίνω πολεμιστής, κι έτσι έφυγα από τις σπηλιές της φυλής μου για να σκοτώσω μόνος μου για πρώτη φορά, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ελπίζει ένας άντρας να γίνει πολεμιστής. Είδα αυτό το μονοπάτι και, αν και δεν ήξερα πού οδηγούσε, το ακολούθησα• ούτε βρισκόμουν σε αυτό για πολύ ώρα όταν άκουσα τα βήματα της αρκούδας πίσω μου και όταν έφτασα στη σπηλιά και είδα ότι το μονοπάτι σταματούσε εκεί κατάλαβα ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ τις σπηλιές της φυλής μου, ότι δεν θα γινόμουν ποτέ πολεμιστής. Όταν η μεγάλη αρκούδα ήρθε και με βρήκε εκεί θύμωσε πάρα πολύ, αλλά θα πάλευα. Ίσως να τη σκότωνα, αν και δεν πιστεύω ότι αυτό ήταν πολύ πιθανό. rn………………………….rnΟ Οβάν σφύριξε σιγανά, και αμέσως μετά ήρθε η απάντηση πίσω από τη στροφή που βρισκόταν μπροστά τους. Όταν οι δυο τους είχαν πια περάσει αυτή τη στροφή ο Ταρζάν είδε μπροστά του μια πλατιά, φυσική προεξοχή βράχου που από πάνω του κυριολεκτικά κρέμονταν γκρεμοί και στο βάθος του κοιλώματος που σχηματιζόταν έτσι στην πλευρά του γκρεμού είδε το σκοτεινό άνοιγμα μιας σπηλιάς.rnΠάνω στην επίπεδη επιφάνεια της προεξοχής, η οποία ήταν περίπου είκοσι στρέμματα, βρίσκονταν συγκεντρωμένοι πάνω από εκατό άντρες, γυναίκες και παιδιά.rnΌλα τα μάτια ήταν στραμμένα προς την κατεύθυνση τους όταν εμφανίστηκαν και μόλις οι πολεμιστές είδαν τον Ταρζάν σηκώθηκαν, αρπάζοντας τα δόρατα και τα μαχαίρια τους. Οι γυναίκες φώναξαν τα παιδιά τους κοντά τους και κινήθηκαν γρήγορα προς την είσοδο της σπηλιάς.rn«Μην φοβάστε. Είναι μόνο ο Οβάν και ο φίλος του ο Ταρζάν,» τους φώναξε το αγόρι.rn«Να τον σκοτώσουμε,» μούγκρισαν κάποιοι από τους πολεμιστές.rn«Πού είναι ο Αβάν, ο αρχηγός;» ζήτησε να μάθει το αγόρι.rn«Εδώ είναι ο Αβάν, ο αρχηγός,» ανήγγειλε μια βαθιά, τραχιά φωνή, και ο Ταρζάν έστρεψε το βλέμμα του στη φιγούρα ενός γεροδεμένου, μυώδη άγριου που εμφανίστηκε στο άνοιγμα της σπηλιάς.rn«Τι έχεις εκεί, Οβάν;» ζήτησε να μάθει ο αρχηγός.rn «Αν έφερες μαζί σου κάποιον αιχμάλωτο πολέμου, έπρεπε να τον είχες αφοπλίσει πρώτα.»rn«Δεν είναι αιχμάλωτος. Είναι ξένος στο Πελλούσι-νταρ και έρχεται σαν φίλος και όχι σαν εχθρός,» απάντησε ο Οβάν.rn«Είναι ξένος και έπρεπε να τον είχες σκοτώσει. Έμαθε το δρόμο για τις σπηλιές του Κλόβι και αν δεν τον σκοτώσουμε θα επιστρέψει στους δικούς του και θα τους οδηγήσει σε μας,» ανταπάντησε ο Αβάν.rn«Δεν έχει δικούς του ανθρώπους και δεν ξέρει πώς να επιστρέψει τη χώρα του,» είπε το αγόρι.rn«Τότε δεν λέει την αλήθεια αφού αυτό δεν είναι δυνατόν,» είπε ο Αβάν. «Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην ξέρει το δρόμο για να φτάσει στη χώρα του. Έλα! Φύγε από τη μέση, Οβάν, για να τον σκοτώσω.»rnΤο αγόρι όρθωσε το ανάστημα του και στάθηκε μπροστά στον Ταρζάν. «Όποιος σκοτώσει τον φίλο του Οβάν, πρώτα θα πρέπει να σκοτώσει τον Οβάν,» είπε.rnΈνας ψηλός πολεμιστής που στεκόταν δίπλα στον αρχηγό έβαλε το χέρι του πάνω στο μπράτσο του Αβάν. «Ο Οβάν ήταν πάντοτε καλό παιδί,» είπε. «Δεν υπάρχει κανένα παιδί στην ηλικία του εδώ στο Κλόβι που τα λόγια του να είναι τόσο σοφά όσο τα δικά του. Αν λέει ότι αυτός ο ξένος είναι φίλος του και αν δεν επιθυμεί να τον σκοτώσουμε, θα πρέπει να έχει κάποιο λόγο και θα έπρεπε να τον ακούσουμε πριν αποφασίσουμε να σκοτώσουμε τον ξένο.»rn………………………..rnΤον Ουλάν τον συμπάθησε από την αρχή ο Ταρζάν, γεγονός φυσικό αφού ήταν ο πρώτος από τους Κλόβι που τον υπερασπίστηκε. Ο Ουλάν διέφερε από τους συντρόφους του με πολλούς τρόπους. Φαινόταν να είναι ο πρώτος από τους ανθρώπους της φυλής του που ανακάλυψε πως το μυαλό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άλλους σκοπούς, εκτός από αυτόν της εξασφάλισης των βασικών αναγκών της ζωής. Είχε μάθει να ονειρεύεται και να ασκεί το μυαλό του με ευχάριστους τρόπους που ψυχαγωγούσαν τον ίδιο και τους άλλους — έπλαθε φανταστικές ιστορίες που μερικές φορές προκαλούσαν ευθυμία και μερικές δέος στο ενθουσιώδες κοινό του. Επίσης, ζωγράφιζε εικόνες, τις οποίες έδειξε στον Ταρζάν με μεγάλη περηφάνια. Οδηγώντας τον πιθηκάνθρωπο μέσα στη βραχώδη σπηλιά που ήταν το καταφύγιο, η αποθήκη και το κάστρο της φυλής, άναψε έναν πρωτόγονο δαυλό που φώτισε τα τοιχώματα, αποκαλύπτοντας τις εικόνες που είχε ζωγραφίσει εκεί ο Ουλάν. Εικονίζονταν μαμούθ και τίγρεις και αρκούδες, μαζί με ελάφια και υαινόδοντες και άλλα γνώριμα θηρία, και μαζί με αυτά υπήρχαν και κάποια που δεν ήταν οικεία στον Ταρζάν καθώς και ένα συγκεκριμένο που δεν το είχε δει παρά μόνο στο Παλ-ουλ-ντον, όπου το έλεγαν γκρυφ. Ο Ουλάν του είπε ότι επρόκειτο για το γκύορ, που μπορούσε κανείς να το βρει στο Γκύορ Κορς, ή στις Μεγάλες Πεδιάδες των Γκύορ, πέρα από την οροσειρά των Βουνών των θίπνταρ και το Κλόβι.rnΟι ζωγραφιές ήταν σε μορφή σκιαγραφημάτων και όμορφα φτιαγμένες. Τα άλλα μέλη της φυλής τις έβρισκαν υπέροχες αφού ο Ούλαν ήταν ο πρώτος που τις έφτιαξε και δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς τις είχε κάνει. Ίσως αν ήταν αδύναμος να ξέπεφτε στα μάτια τους εξαιτίας αυτού του χαρίσματος, αλλά εφόσον ήταν και διάσημος κυνηγός και πολεμιστής, τα ταλέντα του απλά μεγάλωναν τη φήμη του και την εκτίμηση που του έτρεφαν όλοι.rn…………………………….»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →