HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Φαράγγια και σπήλαια πέρα από το Φοίνικα

Topic #1005 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 20 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #5474 • 04 Feb 2007, 16:43 UTC
Πηγή: το διήγημα «Πέρα από το Φοίνικα – (Beyond the Phoenix)» του Χέρνρυ Κάτνερ, από την αφιερωματική συλλογή «Ιστορίες από το περιοδικό Weird Tales» με εισαγωγή, απόδοση και σχόλια του Θωμά Μαστακούρη από τις εκδόσεις Ωρόρα, Θεοφάνης Ιγνατίου, Μαυρομιχάλη 11 – 10679 Αθήνα, τηλ. 3635025. Copyright 2000.
Πληροφορίες για το αμερικανικό περιοδικό – θρύλο της φανταστικής λογοτεχνίας “Weird Tales” και το συγγραφέα Henry Cuttner στη διεύθυνση: http://members.aol.com/weirdtales/.



rn«……………………..rn«Σκότωσα κι άλλους απ' τους σπιούνους του Ξαντάρ. Η κοπέλα με βοήθησε. Το μαχαίρι της ξέκανε το ίδιο πολλούς με το σπαθί μου. Τι κάνουμε τώρα;»rnΔεν υπήρχε πολύς χρόνος για εξηγήσεις. Ο Έλακ εξήγησε με δυο λόγια στην Εσάρα πώς είχαν τα πράγματα, κι εκείνη κατέβηκε βιαστικά τη σκάλα, ενώ ο Έλακ ακολουθούσε, κουβαλώντας το πτώμα του βασιλιά. Τελευταίος, φυλάγοντας τα νώτα τους, ήρθε ο Λύκων.rnΤο ισόγειο του πύργου φαινόταν έρημο, αν κι από κάπου εκεί κοντά αντηχούσαν κλαγγές όπλων και φωνές ανδρών. Το μεγάλο χαλί κάλυπτε ολόκληρο τον ένα τοίχο. Ο Έλακ είδε πως τα μάτια του βασιλίσκου και του δράκου ήταν πετράδια, και τα πίεσε με τον τρόπο που του είχε πει ο Φρίγιορ. Σχεδόν αθόρυβα, μια από τις πέτρινες πλάκες του πατώματος σηκώθηκε, αποκαλύπτοντας μια σκάλα που οδηγούσε μέσα στο σκοτάδι.rnΟ Λύκων άρπαξε έναν δαυλό από τη θέση του και μπήκε μπροστά, ενώ ο Έλακ, μετά από μια άκαρπη προσπάθεια να κλείσει τη μυστική καταπακτή, ακολούθησε την κοπέλα. Την κοίταζε με περιέργεια, καθώς το πρόσωπο της φωτιζόταν κάπου-κάπου από το φως του δαυλού. Σκέφτηκε πως ήταν πολύ όμορφη. Τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά της απαλύνονταν από τη ζεστή ανθρωπιά του προσώπου της, και καστανές μπούκλες κολλούσαν πάνω στο χλωμό, ιδρωμένο της μέτωπο. Οι λεπτές και καλοσχηματισμένες καμπύλες του κορμιού της μόλις και μετά βίας κρύβονταν κάτω από το μεταξωτό νυχτικό, το οποίο ήταν σε πολλές μεριές σκισμένο, αποκαλύπτοντας τη φιλντισένια σάρκα.rnΠίσω του, ο Έλακ άκουσε ήχους βημάτων. Προειδοποίησε τους άλλους δύο να ταχύνουν το βήμα τους. Η σκάλα κατέληξε σ' έναν διάδρομο με υγρούς, πέτρινους τοίχους, κι αυτός με τη σειρά του σ' ένα ευρύχωρο, χαμηλοτάβανο δωμάτιο. Ένα στενό πεζούλι περιτριγύριζε τη βάση του. Κάτω από το πεζούλι υπήρχε μαύρο νερό. Μέσα στην πελώρια δεξαμενή έπλεε μια φαρδιά βάρκα.rnΟ Έλακ διέκρινε σκούρα μετάξια και βελούδα, κι ένα διαμαντοστόλιστο σκέπαστρο που θα ήταν άξιο κάλυμμα για το πτώμα ενός βασιλιά. Πήδηξε μέσα στη βάρκα, άφησε κάτω το φορτίο του, και γύρισε πίσω με το ξίφος στο χέρι. Μια γρήγορη ματιά γύρω του έδειξε πως η σπηλιά είχε μια μόνο ακόμα έξοδο: μεταλλικές πύλες, διαβρωμένες και πρασινισμένες από την οξείδωση, που ξεκινούσαν από την οροφή και χάνονταν μέσα στο νερό. Την άλλη στιγμή, από το στόμιο της σήραγγας ξεχύθηκαν οι διώκτες τους. Ήταν οι άνδρες του Ξαντάρ, με τα σπαθιά βαμμένα στο αίμα. Καθώς έτρεχαν προς το μέρος τους, αλυχτούσαν σαν τα σκυλιά.rn«Λύκων! Κοντά μου!» φώναξε ο Έλακ, μα ο μικροκαμωμένος άνδρας δεν απάντησε. Ο ψηλός τυχοδιώκτης πήδηξε πίσω στο πεζούλι, καρφώνοντας τον πρώτο επιτιθέμενο στο λαρύγγι και τραβώντας το ξίφος του επιδέξια καθώς ο άνδρας έπεφτε πλατσουρίζοντας στο νερό. Είδε τον Λύκονα και την Εσάρα να παλεύουν απελπισμένα με μια μεγάλη μεταλλική ράβδο - έναν μοχλό - που κρεμόταν από την οροφή. Ύστερα, ο Έλακ rnξέχασε τα πάντα μέσα στην κόκκινη μανία της μάχης. Τρεις άνδρες σκότωσε, ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε στον ώμο. Ένα μαχαίρι που εκτόξευσε κάποιος παραλίγο να του κόψει την αρτηρία του λαιμού του, αλλά τελικά απλώς του έγδαρε το μάγουλο. Ακούστηκε το τρίξιμο κάποιου κρυμμένου μηχανισμού, κι ο Έλακ άκουσε τη μανιασμένη κραυγή του Λύκονα. Γύρισε και είδε τη βάρκα να παρασύρεται από ένα μεγάλο κύμα. Αγνοώντας τους άνδρες που τον είχαν περικυκλώσει, ο Έλακ πήδηξε. Ένα ακόντιο πέρασε σφυρίζοντας δίπλα από το κεφάλι του, και το είδε να καρφώνεται στα πλευρά της βάρκας. Η ειρωνεία ήταν πως το όπλο αυτό τελικά τον έσωσε. Ο Έλακ δεν μπόρεσε να φτάσει με το άλμα του τη βάρκα και βρέθηκε στο νερό, μα τα δάχτυλα του γραπώθηκαν γύρω από το στέλεχος του ακοντίου. Μια στιγμή ήταν αρκετή. Ύστερα, τα χέρια του Λύκονα έσφιξαν τους καρπούς του, βοηθώντας τον να ανεβεί στην ασφάλεια της βάρκας.rnΠάνω από τη βάρκα υψώνονταν οι γυμνές, γκρίζες πέτρες του κάστρου. Ήδη, το γρήγορο ρεύμα είχε παρασύρει το σκάφος πέρα από τις πύλες, και οι τρεις τους είχαν βρεθεί μακριά από του διώκτες τους. Ωστόσο, τους ήταν αδύνατον να αράξουν, επειδή δεν υπήρχαν ούτε στειλιάρια, ούτε κουπιά. Παρασύρθηκαν μέσα σ' ένα φαράγγι που βάθαινε όλο και περισσότερο, ενώ το μουγκρητό του ποταμού Σίρα γέμιζε εκκωφαντικό τα αυτιά τους. Ο ποταμός κυλούσε μέσα στην καρδιά των βουνών που περιέβαλαν την Σάραντον, μέχρι που ο ουρανός από πάνω τους δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα λαμπερό, στενό μονοπάτι με ακανόνιστο περίγραμμα ανάμεσα στις πανύψηλες βουνοκορφές. Οι τρεις άνθρωποι μέσα στη βάρκα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ακόμα και να κουβεντιάσουν δεν μπορούσαν δίχως να φωνάζουν. Παρ' όλα αυτά, ο Έλακ εξήγησε στους συντρόφους του τι είχε συμβεί.rn«Μα την Αστάρτη!» φώναξε ο Λύκων για ν' ακουστεί πάνω απ' το μουγκρητό του ποταμού. «Ποτέ δεν τον είχα εμπιστευτεί αυτόν το δαίμονα τον Ξαντάρ! Νομίζεις πως τον σκότωσες;»rnΟ Έλακ έγνεψε αρνητικά. «Τον χτύπησα στο χέρι, νομίζω. Τίποτα περισσότερο». Θυμήθηκε το δικό του χέρι κι άρχισε να το περιποιείται, ενώ η Εσάρα πήγε να σταθεί στην πλώρη, προσπαθώντας να διακρίνει κάτι μέσα στις ομίχλες, σκιάζοντας τα μάτια με μια χλωμή παλάμη. Η δική της κραυγή έφερε και τους άλλους κοντά της. «Οι Πύλες! Οι Πύλες του Φοίνικα!»rnΕμφανίστηκαν αργά στα μάτια τους, μέσα από σύννεφα υδρατμών. Τη μια παρουσιάζονταν και την άλλη έσβηναν ξανά μέσα στην ομίχλη, μα πλησίαζαν όλο και πιο κοντά τους. Ήταν πύλες που υψώνονταν πάνω από το ρεύμα του ποταμού, για τριάντα και παραπάνω μέτρα, καμωμένες από ένα μέταλλο που ούτε σκούριαζε ούτε διαβρωνόταν από τα ακατάπαυστα ορμητικά νερά. Στο κέντρο τους ήταν σκαλισμένος ένας Φοίνικας, με ύψος τριών ανθρώπων, κόκκινος σαν την πυρωμένη καρδιά ενός ρουμπινιού, κίτρινος σαν τους χρυσούς ποταμούς που κυλούν στη χώρα του Καθάι. Με το λοφίο σηκωμένο περήφανα, το μεγαλόπρεπο γλυπτό έμοιαζε να κοιτάζει τον ποταμό Σίρα -και τους τρεις συντρόφους μέσα στο πλεούμενο. Το ρεύμα του ποταμού οδηγούσε το σκάφος αδυσώπητα προς την κατεύθυνση των πυλών.rn«Μα τους θεούς!» είπε ξεψυχισμένα ο Έλακ, με τη φωνή σβησμένη από το μπουμπουνητό των νερών. «Ο ποταμός περνάει κάτω από τις πύλες! Θα πνιγούμε!»rnΗ Εσάρα έσφιξε το μπράτσο του. «Το βραχιόλι! Άσε το Φοίνικα να το δει!»rnΔίχως να πολυκαταλαβαίνει, ο Έλακ άφησε την κοπέλα να σηκώσει ψηλά το γυμνό του χέρι μέχρι που το περικάρπιο του φοίνικα έλαμψε μέσα στις ομίχλες. Ήταν απλώς η φαντασία του πως μια στιγμιαία, εκτυφλωτική λάμψη φωτός ένωσε το περικάρπιο και το ανάγλυφο των πυλών; Ακόμα κι έτσι, αυτό που ακολούθησε δεν ήταν καθόλου αποκύημα της φαντασίας. Οι ί πύλες άνοιξαν αργά, και η βάρκα πέρασε ανάμεσα τους αλώβητη. Για μια στιγμή σκαμπανέβασε στο ρεύμα του ποταμού, κι ύστερα σταθεροποιήθηκε πάλι καθώς οι πύλες έκλειναν ξανά. Επικρατούσε μια παράξενη σιωπή. Βρίσκονταν μέσα σε μια σπηλιά που έλαμπε με μια αλλόκοτη λάμψη. Βιολετιές ανταύγειες έπαιζαν πάνω στα τοιχώματα της.rnΧωρίς προειδοποίηση, ήρθε το ανεξήγητο. Μετά από μια αστραπιαία κίνηση γύρω τους, η βάρκα βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένη από ένα διαφανές, κυκλικό παραπέτασμα το οποίοι έμοιαζε να σηκώνεται από τα νερά. Ο Έλακ έριχνε επιφυλακτικές ματιές γύρω του, έτοιμος να τραβήξει το ξίφος του με το πρώτο σημάδι κινδύνου.rnΟ διαφανής τοίχος σηκώθηκε κι άλλο, και ενώθηκε πάνω από το πλεούμενο, δημιουργώντας ένα θόλο. Οι ελάχιστοι ήχοι που έρχονταν ακόμα πίσω από τις Πύλες του φοίνικα έσβησαν εντελώς, και μια σιγή θανάτου έπεσε ολόγυρα τους.rn«Αυτό δε μ' αρέσει καθόλου», είπε ο Έλακ. «Αυτό το μέρος μοιάζει με φυλακή. Πριγκίπισσα, τι σημαίνουν όλα αυτά;»rnΗ Εσάρα σήκωσε τους λεπτούς ώμους της. «Μονάχα ο Ασουράχ γνωρίζει. Όμως οι βασιλείς της Σάραντον ακολουθούν αυτό το δρόμο από τότε που θυμούνται οι άνθρωποι».rn……………………….»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →